Η μη αυτεπάγγελτη άσκηση ποινικής δίωξης και η έλλειψη έρευνας για κακομεταχείριση κρατουμένου σε φυλακές από συγκρατούμενούς του παραβιάζουν την ΕΣΔΑ. Δεν αρκεί η αστική αποζημίωση. Καταδίκη για παραβίαση του άρθρου 3

ΑΠΟΦΑΣΗ

Gjini κατά Σερβίας της 15.01.2019 (αρ. 1128/16)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Βία μεταξύ κρατουμένων. Κρατούμενος αλβανοκροατικής καταγωγής έπεσε θύμα επίθεσης, βιασμού και ταπεινωτικής μεταχείρισης από τους συγκρατούμενούς του σε σερβικές φυλακές. Τον ανάγκαζαν να σφουγγαρίζει το πάτωμα χωρίς να σηκώνει κεφάλι, να κάνει κρύο ντους, να τραγουδά σέρβικα εθνικιστικά τραγούδια, ενώ όταν έμαθαν την καταγωγή του τον ξυλοκόπησαν, τον νάρκωσαν και τον βίασαν. Αδυναμία των αρχών να προστατεύσουν τον προσφεύγοντα και να διερευνήσουν αποτελεσματικά τις καταγγελίες του. Το Δικαστήριο έκρινε πειστικούς τους ισχυρισμούς ότι είχε υποστεί βία μέσα στη φυλακή. Παρότι η κακομεταχείριση αυτή θα έπρεπε να είχε γίνει αντιληπτή από το προσωπικό των φυλακών, το ίδιο δεν είχε κάνει απολύτως τίποτα για να τον προστατεύσει. Οι κρατικές αρχές, παρότι γνώριζαν ότι ο προσφεύγων είχε ασκήσει αγωγή στα αστικά δικαστήρια και δικαιώθηκε λαμβάνοντας αποζημίωση  και είχε επίσης προσφύγει σε διάφορα όργανα για την κακομεταχείρισή του, δεν είχαν διεξαγάγει έρευνα, ούτε άσκησαν ποινική δίωξη για τις καταγγελίες του. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση της ουσιαστικής και διαδικαστικής πτυχής του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 3

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Fabian Gjini, είναι Κροάτης υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1972 και ζει στη Crikvenica (Κροατία).

Ο προσφεύγων συνελήφθη τον Αύγουστο του 2008, επειδή προσπάθησε να χρησιμοποιήσει ένα πλαστό χαρτονόμισμα 10 ευρώ στα σύνορα Σερβίας-Κροατίας. Δεν μπόρεσε να πληρώσει τα απαιτούμενα 6.000 ευρώ της εγγύησης και κρατήθηκε εν αναμονή του αποτελέσματος της έρευνας. Παρέμεινε στη φυλακή Sremska Mitrovica 31 ημέρες πριν αφεθεί ελεύθερος όταν η ποινική υπόθεση έληξε μετά τη διαπίστωση ότι το χαρτονόμισμα των 10 ευρώ ήταν γνήσιο.

Ο κ. Gjini δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της κράτησής του έπεσε θύμα επίθεσης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, συμπεριλαμβανομένου του βιασμού ενόσω βρισκόταν υπό επήρεια ναρκωτικών.

Η κακομεταχείριση και η ταπείνωση φέρεται να ξεκίνησε με το που εισήχθη στη φυλακή, με τους συγκρατούμενούς του να τον αναγκάζουν να σφουγγαρίζει το πάτωμα, χωρίς να του επιτρέπουν να σηκώνει το κεφάλι του και να τον κλωτσάνε ανά διαστήματα.

Τον ανάγκαζαν επίσης να κάνει ντουζ σε κρύο νερό, το οποίο προκάλεσε ξεφλούδισμα στο δέρμα και στα πόδια του. Ο συγκρατούμενοί του, οι οποίοι θεωρούσαν ότι ήταν πληροφοριοδότης της αστυνομίας, τον απείλησαν ότι θα σκηνοθετήσουν την αυτοκτονία του αν αυτός ενημέρωνε τις αρχές για την κακομεταχείριση.

Οι συγκρατούμενοί του αργότερα ανακάλυψαν την κροατική και αλβανική καταγωγή του και άρχισαν να τον αντιμετωπίζουν ακόμη χειρότερα. Έβαλαν το κεφάλι του σε ένα κάδο με νερό και στη συνέχεια τον εξανάγκασαν σε κρύο ντους. Εκνευρισμένος προσπάθησε να κτυπήσει έναν Σέρβο  κρατούμενο και ξυλοκοπήθηκε άγρια από τους φίλους του.  Επίσης τον ανάγκαζαν να τραγουδά σερβικά εθνικιστικά τραγούδια.

Κατά τον προσφεύγοντα δεν μπόρεσε να θυμηθεί ακριβώς πότε συνέβη ο βιασμός του, αλλά θυμόταν ότι του δόθηκε ένα ποτήρι νερό και στη συνέχεια έχασε τη συνείδησή του. Όταν συνήλθε, τα φρύδια του είχαν ξυριστεί – ένα σημάδι στη φυλακή ότι κάποιος έχει βιαστεί – και είχε έναν οδυνηρό πόνο στον πρωκτό με αίμα στα κόπρανα του. Το κεφάλι του επίσης ήταν ξυρισμένο.

Ο δικηγόρος του, παρατηρώντας μια αλλαγή στη συμπεριφορά του κ. Gjini, ζήτησε να μετακινηθεί σε άλλο κελί, μετά την οποία η κακομεταχείριση έλαβε τέλος. Μετά την απελευθέρωσή του, ο προσφεύγων άσκησε αστική αγωγή ζητώντας χρηματική ικανοποίηση  για τον φόβο, τον σωματικό πόνο και το ψυχικό άγχος που του προκάλεσε η κράτησή του στη φυλακή. Τα εθνικά δικαστήρια του επιδίκασαν  το 2013 ποσό περίπου 2.350 ευρώ.

Υπέβαλλε συνταγματική προσφυγή τον Ιανουάριο του 2014, η οποία απορρίφθηκε τον Ιούνιο του 2015.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Επί του παραδεκτού

Η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι ο προσφεύγων  δεν μπορούσε πλέον να ισχυριστεί ότι υπήρξε θύμα παραβίασης της Σύμβασης, δεδομένου ότι είχε λάβει αποζημίωση.

Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι το ποσό που του επιδικάσθηκε δεν ήταν επαρκές. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ποσό αυτό ήταν μικρότερο από τα ποσά που απονέμονται ως δίκαιη ικανοποίηση σε τέτοιες περιπτώσεις και ως εκ τούτου θα μπορούσε να ασκήσει νόμιμα την προσφυγή του στο Στρασβούργο.

Η κυβέρνηση υποστήριξε επίσης ότι ο κ. Gjini δεν είχε εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα καθώς απέτυχε να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία του ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι συγκεκριμένα ο προσφεύγων παραπονέθηκε για κακομεταχείριση που είχε συμβεί με «τη σιωπηρή έγκριση των υπαλλήλων», οι οποίοι γνώριζαν την κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Είχε λοιπόν διατυπώσει ορθώς τις συνταγματικές καταγγελίες του και η ένσταση της κυβέρνησης έπρεπε να απορριφθεί.

Η κυβέρνηση αντιτάχθηκε επίσης ότι ο ανωτέρω είχε εξαντλήσει τα ένδικα μέσα αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι οι αρχές δεν κατάφεραν να αντιδράσουν αποτελεσματικά, καθώς δεν είχε υποβληθεί ποτέ μήνυση κατά των υπευθύνων για την κακομεταχείριση του. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή η ένσταση αφορά ακριβώς το ζήτημα της καταγγελίας του προσφεύγοντος και εντάσσεται στην ουσία της υποθέσεως.

Επί της ουσίας

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι διάδικοι διαφωνούν για το αν ο προσφεύγων είχε υποστεί κακομεταχείριση από τους συγκρατούμενούς του ή όχι. Ωστόσο, τα εγχώρια δικαστήρια διαπίστωσαν ότι ο προσφεύγων είχε απωλέσει το 10% της φυσικής του κατάστασης λόγω των συμβάντων στη φυλακή, και το Δικαστήριο έκρινε ότι το συμπέρασμα αυτό ήταν αρκετό ώστε να αποδειχθεί ότι υπέστη τέτοια κακομεταχείριση και ότι το άρθρο 3 εφαρμοζόταν στην περίπτωσή του.

Η κυβέρνηση αρνήθηκε οποιαδήποτε ευθύνη για το τι συνέβη στον προσφεύγοντα μέσω οποιασδήποτε αποτυχίας ή παράλειψης εκ μέρους των σωφρονιστικών αρχών, ιδίως επειδή δεν είχε καταθέσει καμία επίσημη καταγγελία την εποχή εκείνη.

Ωστόσο, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων (CPT) είχε αναφέρει σοβαρές περιπτώσεις βίας μεταξύ των κρατουμένων στη φυλακή Sremska Mitrovica και ότι κανένα μέτρο δεν είχε ληφθεί από τις φυλακές ή τις κρατικές αρχές για να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα. Η CPT είχε, επίσης, κατακρίνει την αποτυχία του ιατρικού προσωπικού της φυλακής να καταγράψει τα τραύματα που προκλήθηκαν από τέτοια βία.

Επιπλέον, το προσωπικό των φυλακών θα έπρεπε να έχει αντιληφθεί τα περιστατικά που αφορούσαν τον προσφεύγοντα, ιδίως ότι τα φρύδια του είχαν ξυριστεί, ότι είχε ένα περίεργο κούρεμα και ότι το δέρμα του ήταν ξεφλουδισμένο. Οι αρχές είτε δεν κατάφεραν να παρατηρήσουν, είτε να αντιδράσουν σε αυτά τα σημάδια, και δεν είχαν παράσχει ένα ασφαλές περιβάλλον γι’ αυτόν. Επομένως, δεν κατάφεραν να ανιχνεύσουν, να αποτρέψουν ή να παρακολουθήσουν τη βία εναντίον του. Για τους λόγους αυτούς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3.

Το Δικαστήριο εξέτασε περαιτέρω εάν οι αρχές διερεύνησαν τις καταγγελίες του προσφεύγοντος υπό το πρίσμα της διαδικαστικής πτυχής του άρθρου 3.

Μολονότι ήταν αληθές ότι ο προσφεύγων δεν είχε ποτέ καταθέσει μήνυση, ο δικηγόρος του είχε στραφεί στις σωφρονιστικές αρχές την εποχή των γεγονότων και ο κ. Gjini μεταφέρθηκε σε άλλο κελί.

Επιπλέον, ο προσφεύγων άσκησε αγωγή αργότερα στα πολιτικά δικαστήρια και απηύθυνε  γραπτή επιστολή προς τον Πρόεδρο  και τον Υπουργό Δικαιοσύνης για την κακομεταχείριση του, αλλά καμία επίσημη έρευνα δεν έλαβε ποτέ χώρα. Η σερβική νομοθεσία δεν έδινε τη δυνατότητα να αποφευχθεί μια τέτοια έρευνα, αντίθετα ο νόμος απαιτούσε από τις δημόσιες αρχές να αναφέρουν τις παράνομες και αξιόποινες πράξεις τις οποίες γνώριζαν.

Το Δικαστήριο κατέληξε απορρίπτοντας την ένσταση της κυβέρνησης περί μη εξάντλησης της των εσωτερικών ενδίκων μέσων λόγω της έλλειψης ποινικής καταγγελίας από τον προσφεύγοντα και διαπίστωσε ότι υπήρχε επίσης παραβίαση του άρθρου 3 εξαιτίας της έλλειψης αποτελεσματικής διερεύνησης.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Λαμβάνοντας υπόψη την εγχώρια απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε με πέντε ψήφους προς δύο ότι η Σερβία έπρεπε να καταβάλει στον προσφεύγοντα 25.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 2.000 ευρώ για έξοδα και δικαστικές δαπάνες.

Ξεχωριστές απόψεις

Οι δικαστές Pastor Vilanova και Serghides εξέφρασαν μια κοινή μερικώς αντίθετη γνώμη, η οποία προσαρτάται στο κείμενο της απόφασης (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες