Η μη απόλυση από τις φυλακές ισοβίτη κρατουμένου συνιστά απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Ο καταδικασθείς πρέπει πάντοτε να έχει τη δυνατότητα απόλυσης και χορήγησης αδείας

ΑΠΟΦΑΣΗ

Marcello Viola κατά Ιταλίας της 13.06.2019 (αριθμός 2) (αριθ. προσφ. 77633/16)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αναθεώρηση ποινής ισόβιας κάθειρξης. Απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση.

Ο προσφεύγων εκτίει αμετάκλητη ποινή ισόβιας κάθειρξης για σοβαρά αδικήματα που σχετίζονται με εγκληματικές δραστηριότητες  της μαφίας και για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, απαγωγή κλπ.

Οι συνεχείς αιτήσεις του, για λήψη άδειας από την φυλακή και για απόλυση με όρους, απορρίφθηκαν με την αιτιολογία ότι δεν συνεργάστηκε με τις δικαστικές αρχές και δεν έχει επιδείξει μεταμέλεια σχετικά με το εγκληματικό του παρελθόν.

Το ΕΔΔΑ έκρινε κατά πλειοψηφία ότι υπάρχει παραβίαση του άρθρου 3 ( απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση),  γιατί περιορίστηκε η προοπτική του για απόλυση υπό όρους, επειδή η ποινή του έμεινε αμετάβλητη λόγω της έλλειψης  συνεργασίας του με τις δικαστικές αρχές,  παρά το γεγονός ότι  ακόμα και στην περίπτωση της επιβολής ποινής ισόβιας κάθειρξης , υπάρχει η δυνατότητα υποβολής αίτησης για αποφυλάκιση με όρους. Η στέρηση του δικαιώματος στους κρατούμενους να αγωνιστούν για την ελευθερία τους είναι ασυμβίβαστη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 3

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Marcello Viola, είναι Ιταλός υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1959 και επί του παρόντος κρατείται στη φυλακή Sulmona (Ιταλία). Συμμετείχε σε μια σειρά συμβάντων μεταξύ δύο αντίπαλων συμμοριών από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 μέχρι το 1996. Η υπόθεση αφορά την αμετάβλητη ποινή ισόβιας κάθειρξης.

Στις 16 Οκτωβρίου 1995, το Κακουργιοδικείο του Palmi καταδίκασε τον προσφεύγοντα σε φυλάκιση 15 ετών για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση  (μαφία) σε σχέση με γεγονότα που συνέβησαν μεταξύ το 1990 και 1992. Το Εφετείο επιβεβαίωσε την καταδίκη του, αλλά μείωσε την ποινή σε 12 χρόνια κάθειρξη. Ο προσφεύγων δεν άσκησε αναίρεση. Το Σεπτέμβριο του 1999 το Κακουργιοδικείο του Palmi τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη για χωριστά αδικήματα που σχετίζονται με εγκληματικές δραστηριότητες της μαφίας, και επίσης τον έκρινε ένοχο για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, απαγωγή, ψευδή καταδίκη με αποτέλεσμα το θάνατο του θύματος και την παράνομη κατοχή πυροβόλων όπλων. Η αίτηση αναίρεσης  εκ μέρους του προσφεύγοντος δεν έγινε δεκτή.

Στις 12 Δεκεμβρίου 2008 το Εφετείο επανεκτίμησε τη συνολική ποινή ως μια ποινή ισόβιας κάθειρξης με απομόνωση κατά τη διάρκεια της ημέρας για δύο χρόνια και δύο μήνες.

Από το 2000 έως το 2006 ο προσφεύγων τέθηκε υπό ειδικό καθεστώς φυλάκισης (άρθρο 41 παρ.(2) του Νόμος αριθ. 354 της 26ης Ιουλίου 1975). Το Δεκέμβριο του 2005, το Υπουργείο Δικαιοσύνης εξέδωσε διάταγμα για την παράταση του ειδικού καθεστώτος για ένα ακόμη έτος. Με διάταξη της 14ης Μαρτίου 2006,  το δικαστήριο επέτρεψε την άσκηση έφεσης από τον προσφεύγοντα και διέκοψε το ειδικό καθεστώς.

Στη συνέχεια, ο προσφεύγων υπέβαλε δύο αιτήσεις για χορήγησης άδειας. Η πρώτη του αίτηση απορρίφθηκε τον Ιούλιο του 2011 από τον δικαστή, ο οποίος επεσήμανε ότι ο προσφεύγων  δεν ήταν επιλέξιμος για να λάβει άδεια από τη φυλακή καθώς εκτίει ποινή για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και δεν συνεργάστηκε με τις δικαστικές αρχές. Στις 29 Νοεμβρίου 2011 το δικαστήριο εποπτείας ποινών απέρριψε έφεση του προσφεύγοντος, θεωρώντας ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχε διακόψει την επικοινωνία με την εγκληματική οργάνωση και ότι από την  παρατήρηση της καθημερινής του συμπεριφοράς δεν είχε επιδείξει μεταμέλεια για το εγκληματικό του παρελθόν. Η δεύτερη αίτηση για άδεια απορρίφθηκε για τους ίδιους λόγους.

Τον Μάρτιο του 2015 ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση στο δικαστήριο για άδεια. Με απόφαση της 26ης Μαΐου 2015, το δικαστήριο έκρινε ότι η αίτησή του δεν μπορούσε να χορηγηθεί, δεδομένου ότι η άδεια εξαρτάται από τη συνεργασία με τις δικαστικές αρχές και τη μόνιμη αποκοπή του κατηγορούμενου με τους κύκλους της μαφίας. Με απόφαση της 22ας Μαρτίου 2016, το Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση από τον προσφεύγοντα.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το καθεστώς που εφαρμόζεται στην ισόβια κάθειρξη προέκυψε από το συνδυασμό εφαρμογής του άρθρου 22 του Ποινικού Κώδικα και των άρθρων 4α και 58β του Κανονισμού Διοίκησης των Φυλακών. Οι διατάξεις αυτές προέβλεπαν τη διαφοροποιημένη μεταχείριση των κρατουμένων, η συνέπεια της οποίας ήταν να αποκλείσει την χορήγηση άδειας και την πρόσβαση σε άλλες μειώσεις ποινής και εναλλακτικές λύσεις για κρατούμενους που δεν πληρούσαν την απαίτηση συνεργασίας με τις δικαστικές αρχές. Οι μορφές της εν λόγω συνεργασίας καθορίστηκαν στο τμήμα 58 του Κανονισμού Διοίκησης των Φυλακών: ο καταδικασθείς κρατούμενος έπρεπε να δώσει στις αρχές  αποφασιστικής σημασίας πληροφορίες  που θα τους επέτρεπε να αποτρέψουν τις συνέπειες του αδικήματος και να βοηθήσουν στην εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών και τον εντοπισμό των δραστών των ποινικών αδικημάτων. Οι καταδικασμένοι κρατούμενοι εξαιρούνται από την απαίτηση αυτή, εάν η συνεργασία θεωρούνταν  αδύνατη ή μη εκτελεστή και αν μπορούσαν να αποδείξουν ότι είχαν αποκοπεί από όλους τους δεσμούς με την οργάνωση της μαφίας. Προκειμένου να προσδιοριστεί αν η ποινή ισόβιας κάθειρξης μπορούσε να ελαττωθεί, δηλαδή εάν πρόσφερε προοπτική ελευθέρωσης και δυνατότητα επανεξέτασης, το Δικαστήριο επικέντρωσε την προσοχή του στη μόνη διαθέσιμη επιλογή του προσφεύγοντος ώστε να είναι επιλέξιμος και να του χορηγηθεί απαλλαγή, δηλαδή να συνεργαστεί με τους δικαστές και τις διωκτικές αρχές.

Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι εγχώριες ρυθμίσεις προσέφεραν στους κρατουμένους την επιλογή να συνεργαστούν με τις δικαστικές αρχές. Ωστόσο, είχε αμφιβολίες ως προς την ελεύθερη φύση της επιλογής αυτής και την καταλληλόλητα να εξισωθεί η έλλειψη συνεργασίας με την επικινδυνότητα του κρατουμένου στην  κοινωνία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο προσφεύγων αποφάσισε να μην συνεργαστεί με τις δικαστικές αρχές.

Σύμφωνα με ένα από τα τρίτα μέρη παρεμβαίνοντες στην υπόθεση, ο κύριος λόγος για τον οποίο οι κρατούμενοι αρνήθηκαν να συνεργαστούν ήταν ο φόβος να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή τους ή εκείνες των οικογενειών τους. Από αυτό το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η έλλειψη συνεργασίας δεν ήταν πάντοτε αποτέλεσμα ελεύθερης και εσκεμμένης επιλογής, ούτε αντανακλούσε αναγκαστικά τη συνεχιζόμενη τήρηση των ποινικών αξιών ή τη συνέχιση δεσμών με οργανώσει τύπου Μαφίας.

Το Δικαστήριο παρατήρησε επίσης ότι μπορούσε ευλόγως να φανταστεί κατάσταση στην οποία ένας καταδικασθείς φυλακισμένος συνεργάστηκε με τις αρχές χωρίς αυτό να σημαίνει σωφρονισμό από μέρους του ή  πραγματική αποκοπή της επαφής με εγκληματικούς κύκλους. Όσον αφορά τη συνεργασία με τις αρχές ως μόνη πιθανή ένδειξη ότι ένας φυλακισμένος είχε διακόψει την επαφή με εγκληματικούς κύκλους και είχε σωφρονιστεί  δεν είχε λάβει υπόψη άλλους δείκτες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση της προόδου του κρατουμένου. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η διακοπή δεσμών με τους κύκλους της μαφίας εκφράστηκε με  τρόπους άλλους πέρα της συνεργασίας με τις δικαστικές αρχές.

Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι το ιταλικό σύστημα φυλακών προσέφερε μια σειρά προοδευτικών ευκαιριών για  επαφή με την κοινωνία – όπως η εξωτερική εργασία, η απόλυση υπό όρους, η άδεια – που έχει σχεδιαστεί για να διευκολύνει την επανένταξη των κρατουμένων. Ωστόσο, ο προσφεύγων δεν είχε πρόσβαση στα παραπάνω παρά το γεγονός ότι οι εκθέσεις σχετικά με τη συμπεριφορά του στη φυλακή που υποβλήθηκαν προς υποστήριξη των αιτημάτων του για απόλυση υπό όρους είχαν αναφέρει μια θετική αλλαγή στην προσωπικότητά του. Εξάλλου, ο προσφεύγων επεσήμανε ότι ποτέ δεν του είχαν επιβληθεί  πειθαρχικές κυρώσεις από τότε που καταδικάστηκε και πληρούσε τις προϋποθέσεις απόλυσης πέντε χρόνια νωρίτερα. Ωστόσο, δεν μπορούσε να επωφεληθεί από αυτό λόγω της άρνησής του να συνεργαστεί.

Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, η προσωπικότητα του καταδικασθέντος κρατούμενου δεν παρέμεινε αμετάβλητη από τη στιγμή που διέπραξε το αδίκημα. Θα μπορούσε να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της ποινής του, όπως αντικατοπτρίζεται στις διαδικασίες επανένταξης, οι οποίες επέτρεπαν στα άτομα να επανεξετάσουν το εγκληματικό τους παρελθόν και να ανοικοδομήσουν την προσωπικότητά τους. Για να γίνει αυτό, οι καταδικασθέντες κρατούμενοι έπρεπε να γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν προκειμένου να θεωρούνται επιλέξιμοι για απόλυση από τις φυλακές.

Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε ότι η έλλειψη συνεργασίας με τις δικαστικές αρχές δημιούργησε αδιαμφισβήτητο τεκμήριο επικινδυνότητας που στερούσε τον προσφεύγοντα από κάθε ρεαλιστική προοπτική απόλυσης. Συνεχίζοντας να εξισώνει την έλλειψη συνεργασίας με ένα αδιάσειστο τεκμήριο επικινδυνότητας για την κοινωνία, οι ισχύοντες κανόνες αξιολόγησαν αποτελεσματικά την επικινδυνότητα του ατόμου αναφορικά με το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, αντί να λάβουν υπόψη τη διαδικασία επανένταξης και την πρόοδο που είχε κάνει το άτομο από τότε που καταδικάστηκε. Το τεκμήριο επικινδυνότητας εμπόδισε επίσης τα αρμόδια δικαστήρια να εξετάσουν τις αιτήσεις για τη χορήγηση αδείας και για την εξακρίβωση του αν ο ενδιαφερόμενος είχε αλλάξει έτσι ώστε η κράτησή του να μην δικαιολογείται πλέον.

Το Δικαστήριο αναγνώρισε το γεγονός ότι τα αδικήματα για τα οποία είχε καταδικαστεί ο προσφεύγων αφορούσαν ένα   ιδιαίτερα επικίνδυνο φαινόμενο για την κοινωνία. Ωστόσο, οι προσπάθειες αντιμετώπισης αυτής της μάστιγας δεν θα μπορούσαν να δικαιολογούν την παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 3 της Σύμβασης, οι οποίες απαγορεύουν σε απόλυτους  όρους την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Ως εκ τούτου, η φύση των αδικημάτων που διέπραξε ο προσφεύγων δεν ήταν σχετική για την εξέταση της αίτησής του βάσει του άρθρου 3.

Επιπλέον, το Δικαστήριο είχε διαπιστώσει προηγουμένως ότι ο απώτερος στόχος της επανένταξης ήταν να αποτραπεί η εκ νέου διάπραξη αδικήματος και η προστασία της κοινωνίας.

Το Δικαστήριο τόνισε ότι θα ήταν ασυμβίβαστο με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια να στερήσει τα πρόσωπα από την ελευθερία τους χωρίς να αγωνιστούν για την επανένταξη τους τους και να τους δοθεί η ευκαιρία να ανακτήσουν αυτή την ελευθερία σε κάποια μελλοντική ημερομηνία. Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινή ισόβιας κάθειρξης που επιβλήθηκε δυνάμει του άρθρου 4α του Κανονισμούς Διοίκησης των Φυλακών (ergastolo ostativo) περιόρισε τις προοπτικές απόλυσής του και τη δυνατότητα επανεξέτασης της ποινής του σε υπερβολικό βαθμό. Κατά συνέπεια, η ποινή του δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως δυνάμενη να ελαττωθεί για τους σκοπούς του άρθρου 3 της σύμβασης.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν πληρούνταν οι απαιτήσεις του άρθρου 3. Ωστόσο, η διαπίστωση μιας παραβίασης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει στον προσφεύγοντα την προοπτική επικείμενης απόλυσης.

Άρθρο 46

Τα συμβαλλόμενα κράτη διέθεταν ευρύ περιθώριο εκτίμησης για να αποφασίσουν σχετικά με τη κατάλληλη διάρκεια των ποινών και το γεγονός και μόνο ότι μια ποινή ισόβιας κάθειρξης θα μπορούσε στην πράξη να εκτιθεί πλήρως, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να μειωθεί. Κατά συνέπεια, η δυνατότητα επανεξέτασης της ισόβιας ποινής συνεπαγόταν την δυνατότητα για τον καταδικασθέντα να ζητήσει την απόλυσή του, αλλά όχι απαραιτήτως να απελευθερωθεί αν αυτός ή αυτή συνέχιζε να αποτελεί κίνδυνο για την κοινωνία.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιταλία οφείλει να καταβάλει στον προσφεύγοντα 6000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες

Ξεχωριστή γνώμη

Ο δικαστής Wojtyczek εξέφρασε χωριστή γνώμη, η οποία επισυνάπτεται στην απόφαση. (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες