Δυσανάλογη χρήση βίας για καταστολή εξέγερσης σε φυλακή. Θάνατος κρατουμένων και αναποτελεσματική έρευνα. Παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή

ΑΠΟΦΑΣΗ

Kukhalashvili κ.α. κατά Γεωργίας της 02.04.2020 (αριθ. προσφ. 8938/07 και 41891/07)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Χρήση βίας στις φυλακές. Θάνατος κρατουμένων από πυρά αστυνομικών. Αναποτελεσματική έρευνα. Δικαίωμα στη ζωή.

Οι προσφεύγουσες είναι συγγενείς δύο κρατουμένων που τραυματίστηκαν θανατηφόρα από πυρά αστυνομικών στη διάρκεια εξέγερσης κρατουμένων σε φυλακή που κρατούνταν. Η Εισαγγελική αρχή διεξήγαγε έρευνα για το συμβάν για πιθανή κατάχρηση εξουσίας από την αστυνομία και τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους  λόγω πυροβολισμών κατά τη διάρκεια των ταραχών.  Άρνηση των δικαστικών αρχών  να τους χορηγήσουν πληροφορίες για την έρευνα αρνούμενοι να προσδώσουν στις προσφεύγουσες την ιδιότητα του υποστηρικτή της κατηγορίας.

Όσον αφορά την αξιοπιστία της έρευνας για το συμβάν, το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι ξεκίνησε με υπερβολική καθυστέρηση με συνέπεια να έχουν καταστραφεί σημαντικές αποδείξεις. Διεξήχθη από το ίδιο σώμα που ενεπλάκη στην συμπλοκή, διήρκεσε αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστηκα και δεν επετράπη η συμμετοχή των συγγενών των θυμάτων. Για τους λόγους αυτούς θεώρησε την έρευνα αναποτελεσματική και έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του διαδικαστικού σκέλους του δικαιώματος στη ζωή (άρθρο 2 της ΕΣΔΑ).

Όσον αφορά την χρήση βίας, το ΕΔΔΑ υπενθυμίζει ότι σε κάθε περίπτωση  η χρήση βίας πρέπει να είναι «απολύτως αναγκαία». Στην υπό κρίση περίπτωση διαπίστωσε ότι: α) η επιχείρηση κατά της συμπλοκής  δεν διεξήχθη  με ελεγχόμενο και συστηματικό τρόπο,  β) οι αστυνομικοί δεν είχαν λάβει σαφείς εντολές και οδηγίες με στόχο την ελαχιστοποίηση του κινδύνου ατυχημάτων και γ) οι αρχές δεν είχαν εξετάσει την δυνατότητα αντιμετώπισης του περιστατικού με λιγότερο βίαια μέσα, όπως μέσω διαπραγματεύσεων. Παραβίαση και του ουσιαστικού σκέλους του άρθρου 2.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 2

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες Σόφιο Κουκαλάσβιλι, Μαρίνα Γκορντάτζε και Ρουστουάν Τσιτασβίλι, είναι τρεις Γεωργιανές υπήκοοι  που  γεννήθηκαν το 1977, το 1956 και το 1938 αντίστοιχα.

Η πρώτη  και δεύτερη προσφεύγουσες  είναι η αδελφή και η μητέρα του Z.K. ενώ η τρίτη προσφεύγουσα είναι η μητέρα του Α.Β. Και οι δύο άνδρες, ηλικίας 23 και 29 ετών αντίστοιχα, ήταν φυλακισμένοι στην φυλακή της Τιφλίδας με αριθμ. 5 και απεβίωσαν κατά τη διάρκεια αστυνομικής επιχείρησης μετά από  εξέγερση των κρατουμένων στη φυλακή το Μάρτη του 2006.

Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε μετά την εξέγερση όταν οι αρχές απομάκρυναν 6 παραβάτες  που θεωρούνταν υψηλού κινδύνου, καθώς και τους στενούς συνεργάτες τους από το νοσοκομείο των φυλακών. Ο στόχος των αρχών ήταν να περιορίσουν  την υποτιθέμενη επιρροή της εγκληματικής συμπεριφοράς στο σύστημα των σωφρονιστικών καταστημάτων αλλά καθώς οι εγκληματίες απομακρύνθηκαν βιαίως από το νοσοκομείο, ξέσπασαν ταραχές από κρατούμενους  σε δύο κοντινές φυλακές, με αριθμ. 1 και 5.

Στη συνέχεια οι αρχές χρησιμοποίησαν μία ειδική ομάδα αστυνομικών  για να μεταφέρουν τους ταραξίες την φυλακή αρ. 5, όπου οι ταραχές ήταν υπό έλεγχο. Το περιστατικό οδήγησε σε θάνατο 7 κρατουμένων και σε  τραυματισμό 22 κρατουμένων και  2 σωφρονιστικών υπαλλήλων .

Έπειτα, οι προσφεύγουσες έλαβαν έγγραφη ειδοποίηση από την Εισαγγελία σχετικά με το θάνατο των συγγενών τους, δείχνοντας ότι και οι δύο είχαν πληγεί από πυροβολισμούς. Οι Εισαγγελείς δήλωσαν ξεχωριστά σε κάθε οικογένεια ότι είχε γίνει θανατηφόρα επίθεση  εναντίον των  Z.K. και Α.Β. «σε μια στιγμή εξαιρετικής έκτακτης ανάγκης». Η Εισαγγελική αρχή αρνήθηκε να τους χορηγήσει πληροφορίες και αντίγραφο της αυτοψίας που διεξήχθη αρνούμενη να προσδώσει στις προσφεύγουσες την ιδιότητα του υποστηρικτή της κατηγορίας   στις  ανωτέρω υποθέσεις, όπου θανατώθηκαν συγγενείς τους.

Οι πληροφορίες που έδωσε η Κυβέρνηση στο Δικαστήριο του Στρασβούργου δείχνουν, μεταξύ άλλων, ότι οι αρχές διεξήγαγαν έρευνες για τις ταραχές και τη χρήση βίας από την αστυνομία.

Έξι κρατούμενοι   – οι φερόμενοι εγκληματίες και οι στενοί συνεργοί τους – τελικά κατηγορήθηκαν ως ηθικοί αυτουργοί και καταδικάστηκαν σε  ποινές φυλάκισης. Το εθνικό δικαστήριο που εκδίκασε την υπόθεση διαπίστωσε ότι οι κρατούμενοι της φυλακής με αρ. 5 είχαν πετάξει κομμάτια  από τούβλα και σίδερο στους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και η ομάδα της αστυνομίας αντέδρασε ρίχνοντας σφαίρες από καουτσούκ. Οι κρατούμενοι πυροβόλησαν στη συνέχεια με πιστόλια Makarov και αεροβόλα όπλα, συνεχίζοντας να αντιστέκονται  μέχρι την παρέμβαση των σωφρονιστικών υπαλλήλων και της ομάδας των ειδικών δυνάμεων.

Η εισαγγελική αρχή  ερεύνησε  επίσης ξεχωριστές υποθέσεις σχετικά με πιθανή κατάχρηση εξουσίας από την αστυνομία και τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους για την έναρξη πυρών κατά τη διάρκεια των ταραχών και για πιθανή δολοφονία που σχετίζεται με τους θανάτους των Z.K. και Α.Β. Ορισμένα μέτρα έρευνας ελήφθησαν στην πρώτη περίπτωση, αλλά δεν είναι σαφές αν ελήφθησαν όσον αφορά τον θάνατο των Z.K. και Α.Β.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 2 (Διαδικαστικό σκέλος – υποχρέωση έρευνας)

Το Δικαστήριο εξέτασε για πρώτη φορά τις καταγγελίες των προσφευγόντων  από την άποψη του καθήκοντος του κράτους μέλους για την διεξαγωγή αποτελεσματικής έρευνας σχετικά με παράνομους ή ύποπτους θανάτους (διαδικαστική πτυχή του άρθρου  2), επαναλαμβάνοντας τη σχετική νομολογία του.

Σύμφωνα με πληροφορίες που έδωσε η Κυβέρνηση, η έρευνα σχετικά με τη χρήση βίας από τους αξιωματικούς  στη φυλακή δεν είχε ξεκινήσει μέχρι τον Ιούνιο του 2006, γεγονός που θεωρήθηκε μεγάλη καθυστέρηση για το Δικαστήριο δεδομένης της σοβαρότητας του συμβάντος και της πιθανότητας ότι δεν θα ήταν δυνατό να ανακτηθούν σημαντικές πληροφορίες μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, οι αρχές αρνήθηκαν στο πρώτο στάδιο να διενεργήσουν χωριστή έρευνα σχετικά με τους ισχυρισμούς για δυσανάλογη χρήση βίας, εκτιμώντας ότι ο λόγος αυτός είχε ήδη καλυφθεί από την έρευνα στην ποινική δίκη κατά των 6 υπόπτων υποκινητών των εξεγέρσεων των κρατουμένων. Ωστόσο, αυτή η έρευνα διεξήχθη από το ίδιο σώμα που είχε αναλάβει την καταστολή των  ταραχών, στις φυλακές. Η έρευνα δεν εξέτασε ούτε τον προγραμματισμό της επιχείρησης ούτε τη χρήση όπλων ή σωματικής βίας που οδήγησαν στο θάνατο και τραυματισμό των κρατουμένων.

Ακόμη και μετά την έναρξη ξεχωριστής ποινικής έρευνας από τις αρχές σχετικά με τη χρήση βίας τον Ιούνιο του 2006, οι προσφεύγουσες δεν είχαν συμμετάσχει ως πολιτικώς ενάγουσες (υποστηρικτές της κατηγορίας) και έτσι  στερούνταν σημαντικά διαδικαστικά δικαιώματα. Η συμμετοχή  των οικογενειών του Z.K και του Α.Β., καθώς και ο δημόσιος έλεγχος της έρευνας ήταν σχεδόν ανύπαρκτοι. Τέλος, δεν είχε ακόμη οδηγήσει σε οριστικά συμπεράσματα, μια καθυστέρηση ασυμβίβαστη με τις υποχρεώσεις του άρθρου 2.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ποινική έρευνα σχετικά με τη χρήση βίας από τα όργανα της τάξης φαίνεται να ήταν αναποτελεσματική, δεδομένης της καθυστερημένης έναρξης της, της έλλειψης ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, την έλλειψη συμμετοχής  των εμπλεκόμενων συγγενών και τις υπερβολικές  καθυστερήσεις. Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 2. Δεδομένου αυτού του συμπεράσματος, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν συντρέχει λόγος για χωριστή εξέταση  βάσει του άρθρου 13.

Ουσιαστικό σκέλος άρθρου 2 – Χρήση βίας

Το Δικαστήριο  εξέτασε στη συνέχεια αν η χρήση όπλων  κατά των συγγενών των προσφευγόντων  ήταν νόμιμη.

Το Δικαστήριο δεν είχε άμεση πληροφόρηση σχετικά με τα γεγονότα στη φυλακή και έπρεπε να βασίζεται στις  έρευνες των εθνικών αρχών. Ωστόσο, τα δικαστήρια εξακολουθούσαν να εξετάζουν τη χρήση βίας, ενώ καμία έρευνα των αρχών  δεν είχε τελεσφορήσει , γεγονός   το οποίο το Δικαστήριο έκρινε λυπηρό λόγω της σοβαρότητας του συμβάντος.

Ως εκ τούτου, το καθήκον της Κυβέρνησης ήταν να εξηγήσει με ικανοποιητικό και πειστικό τρόπο την αλληλουχία των γεγονότων και να προσκομίσει αξιόπιστα στοιχεία που να αντικρούουν τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων για τη δυσανάλογη χρήση βίας και εξουσίας από τους αστυνομικούς.

Το Δικαστήριο  θα μπορούσε επίσης να βασιστεί σε όλα τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτές που κατάρτισε  η Διεθνής Αμνηστία και το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων δικαιωμάτων  για αυτή την υπόθεση. Τα πραγματικά περιστατικά που κατέληξε στο Δικαστήριο έπρεπε να βασιστούν στο βαθμό αποδείξεων  «πέραν από κάθε λογική αμφιβολία».

Εξετάζοντας τα αποδεικτικά στοιχεία, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η συμπεριφορά των κρατουμένων στην φυλακή με αριθ. 5 με πυροβολισμούς κατά  των αστυνομικών στη διάρκεια της συμπλοκής μπορούσε να θεωρηθεί ως  μια απόπειρα εξέγερσης. Το υπεύθυνο  κράτος, αντιμέτωπο με την παράνομη βία και τον κίνδυνο μιας εξέγερσης, θα μπορούσε ως εκ τούτου να καταφύγει σε μέτρα τα οποία θα έπρεπε να είναι συμβατά  με τους στόχους που ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο α) και γ) της Σύμβασης. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει αν η προσφυγή στη χρήση όπλων  ήταν «απολύτως αναγκαία», ειδικά υπό το πρίσμα του αριθμού των ατόμων που κτυπήθηκαν θανατηφόρα ή τραυματίστηκαν.

Κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας της χρήσης όπλων, το Δικαστήριο  επισήμανε ότι οι αρχές  γνώριζαν  ότι ήταν πιθανόν οι κρατούμενοι  και οι συνεργοί τους να  προκληθούν προβλήματα στη φυλακή κατά την απομάκρυνσή τους. Ωστόσο, η ομάδα καταστολής  δεν είχε λάβει συγκεκριμένες οδηγίες ή εντολές για τη μορφή και την ένταση οποιασδήποτε χρήσης όπλων που θα ελαχιστοποιούσε την πιθανότητα ατυχημάτων.

Επίσης, η κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η αστυνομική δύναμη είχε ενεργήσει με ελεγχόμενο και συστηματικό τρόπο και με συγκεκριμένο σχέδιο δράσης. Σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι αρχές δεν ήξεραν  ακριβώς ποιος ήταν ο επικεφαλής της επιχείρησης κατά της συμπλοκής.

Προφανώς οι αρχές δεν χρησιμοποίησαν δακρυγόνα ή μάνικες νερού, γεγονός το οποίο  ήταν προφανώς αποτέλεσμα της έλλειψης στρατηγικού προγραμματισμού ούτε  υπήρξε επαρκής εκτίμηση  της κρίσης για  δυνατότητα αποκλιμάκωσης μέσω  διαπραγματεύσεων με τους κρατούμενους.

Επιπλέον, οι αρχές απέτυχαν στο να παρέχουν επαρκή ιατρική βοήθεια στους  κρατούμενους στη φυλακή με αριθ. 5 μετά την επιχείρηση καταστολής της συμπλοκής, παρόλο που τέτοιες υπηρεσίες όφειλαν να παρασχεθούν.

Το Δικαστήριο  παρατήρησε ότι υπήρχαν αξιόπιστες εκθέσεις, τεκμηριωμένες τόσο από εγχώριους όσο και από διεθνείς παρατηρητές, ότι πολλοί κρατούμενοι είχαν υποστεί κακομεταχείριση από το προσωπικό των ειδικών δυνάμεων και ότι ακόμη πυροβολήθηκαν μέσα  στα κελιά τους, παρά το γεγονός ότι πλέον δεν αντιστέκονταν.

Τέλος, ούτε οι εγχώριες αρχές ούτε η εναγόμενη κυβέρνηση παρείχαν πληροφορίες σχετικά με τις τύχες των δύο συγγενών των προσφευγόντων, οι οποίοι σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της συμπλοκής.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι  Z.K. και Α.Β. είχαν αποβιώσει λόγω της χρήσης όπλων, η οποία, αν και ακολουθούσε νόμιμους στόχους, δεν μπορούσε να θεωρηθεί  βάσει του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ ότι ήταν «απολύτως αναγκαία».

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η επιχείρηση κατά της συμπλοκής  δεν διεξήχθη  με ελεγχόμενο και συστηματικό τρόπο και ότι οι αστυνομικοί δεν είχαν λάβει σαφείς εντολές και οδηγίες με στόχο την ελαχιστοποίηση του κινδύνου ατυχημάτων. Οι αρχές δεν είχαν εξετάσει την δυνατότητα αντιμετώπισης του περιστατικού με λιγότερο βίαια μέσα, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας επίλυσης της κρίσης με διαπραγματεύσεις.

Η χρήση όπλων  κατά τη διάρκεια της επιχείρησης κατά της συμπλοκής ήταν υπερβολική και έγινε χωρίς διακρίσεις και οι αρχές δεν είχαν παράσχει επαρκή ιατρική βοήθεια στους τραυματίες. Επίσης είχαν αποτύχει να λογοδοτήσουν για τις περιπτώσεις των θανάτων των  Z.K. και Α.Β.

Το ΕΔΔΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιχείρηση κατά της εξέγερσης των κρατουμένων είχε ως αποτέλεσμα την παραβίαση του ουσιαστικού σκέλους του δικαιώματος στη ζωή (άρθρο  2).

Δίκαιη ικανοποίηση : Το Στρασβούργο έκρινε ότι η Γεωργία οφείλει να καταβάλει από κοινού 40.000 ευρώ  στις δύο πρώτες προσφεύγουσες και  32.000 ευρώ στην τρίτη για ηθική βλάβη. Επίσης, έκρινε ότι πρέπει να καταβληθούν για δικαστικά έξοδα και δαπάνες  στις  δύο πρώτες προσφεύγουσες από κοινού το ποσό των 5.400 ευρώ και στη τρίτη το ποσό των 3.400 ευρώ (επιμέλεια echrcaselaw.com).

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες