Το κράτος έλαβε κατάλληλα και επαρκή μέτρα για τη διερεύνηση ισχυρισμών σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού. Μη παραβίαση της ΕΣΔΑ.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Α και Β κατά της Κροατίας της 20-06-2019 (αριθ. 7144/15)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Καταγγελία για αδράνεια των αρχών της Κροατίας σε ισχυρισμούς για σεξουαλική κακοποίηση παιδιών. Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι οι αρχές είχαν λάβει μέτρα για να εξετάσουν αντικρουόμενους ισχυρισμούς μιας κατάστασης που περιλαμβάνει καταγγελίες από μητέρα της σεξουαλικής κακοποίησης του παιδιού της από τον πατέρα. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αρχές είχαν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους να ερευνήσουν τους ισχυρισμούς και ότι δεν υπήρξε  παραβίαση της διαδικαστικής πτυχής του άρθρου 3 ή του άρθρου 8 όσον αφορά το παιδί. Μη παραβίαση του δικαιώματος στο σεβασμό στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Α και Β, ήταν Κροάτες υπήκοοι οι οποίοι γεννήθηκαν το 1984 και το 2009 αντίστοιχα. Πρόκειται για μία μητέρα και την κόρη της.

Τον Ιούνιο του 2014 η Α. παρατήρησε ότι η Β, τότε τεσσεράμισι ετών, έπαιζε με τα γεννητικά της όργανα, καθώς και ότι της είπε ότι έπαιζε έτσι με τον πατέρα της C, κάθε βράδυ πριν πάει για ύπνο. H Α τηλεφώνησε σε κλινική προστασίας παιδιών και έκλεισε ραντεβού. Στη συνέχεια κατήγγειλε τον C. στην αστυνομία, η οποία διερεύνησε τους ισχυρισμούς της. Το παιδί εξετάστηκε από ιατρικούς και ψυχολογικούς ειδικούς κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, στην οποία ο πατέρας κατηγόρησε επίσης την A για συναισθηματική και σωματική κακοποίηση του παιδιού.

Μεταξύ άλλων μέτρων, η αστυνομία ανέκρινε έναν παιδίατρο που παρακολουθούσε την Β και δύο δασκάλους από το νηπιαγωγείο της. Εξετάστηκε επίσης από έναν γυναικολόγο, ο οποίος δεν βρήκε τραυματισμούς από σεξουαλική κακοποίηση και αργότερα από ομάδα ειδικών – παιδίατρο, ψυχολόγο και ψυχίατρο – από την κλινική προστασίας παιδιών.

Η ομάδα δεν βρήκε σαφή σημάδια σεξουαλικής κακοποίησης και εντόπισε στοιχεία πίεσης από τη μητέρα και την πιθανότητα προτροπής από αυτήν. Πρότεινε την ψυχολογική υποστήριξη του παιδιού και την παροχή συμβουλών στους γονείς. Η αστυνομία συνέχισε τις έρευνές της, ανέκρινε τον πατέρα τον Αύγουστο του 2014. Αρνήθηκε ότι κακοποίησε την κόρη του και ισχυρίστηκε ότι η Α τιμωρούσε σωματικά το παιδί.

Οι ψυχολογικές εκθέσεις καταρτίστηκαν επίσης τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2014. Τον Δεκέμβριο του 2014 το γραφείο του κρατικού εισαγγελέα αποφάσισε να κλείσει την υπόθεση, διαπιστώνοντας ότι δεν  μπορούσε συμπεραίνει ότι ο C είχε διαπράξει οποιαδήποτε παράβαση. Σε επίσημη απόφαση που εξέδωσε τον Ιανουάριο 2015, το γραφείο του κρατικού εισαγγελέα, δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι δεν υπήρχαν σημάδια παλαιά ή καινούργια του παιδιού που συνιστούν σεξουαλική κακοποίηση. Επιδείκνυε ανάρμοστο ενδιαφέρον σε σεξουαλική και ερωτική συμπεριφορά, αλλά αυτό δεν μπορούσε να αποδοθεί σε κακοποίηση από τον πατέρα. Η έκθεση επίσης έθεσε το ζήτημα ότι η μητέρα είχε ωθήσει το παιδί να προβεί στους παραπάνω ισχυρισμούς.

Ένας δικαστής αρνήθηκε το μεταγενέστερο αίτημα της Α να ξεκινήσει έρευνα τον Οκτώβριο του 2015,  απόφαση που επικυρώθηκε κατόπιν έφεσης τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Τον Αύγουστο του 2014, το κέντρο ευημερίας που είχε αναλάβει την υπόθεση διέταξε μέτρα για την προστασία των συμφερόντων της Β, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας της γονικής μέριμνας τόσο της Α όσο και του C. Η εγχώρια υπόθεση περιλάμβανε επίσης πολλά σύνολα διαδικασιών για την επιμέλεια της Β.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει την καταγγελία μόνο βάσει των άρθρων 3 και 8 της ΕΣΔΑ και έκρινε ότι η Α δεν μπορούσε να ισχυρίζεται ότι είναι θύμα παραβίασης των δικαιωμάτων της. Επομένως, η υπόθεση έπρεπε να εξεταστεί μόνο σε σχέση με την Β.

Επιπλέον, λόγω της σχέσης μεταξύ της Α και του υποτιθέμενου δράστη και μιας πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ Α και Β, το Δικαστήριο ζήτησε από τον Κροατικό Δικηγορικό Σύλλογο να ορίσει  δικηγόρο που θα υποβάλει παρατηρήσεις για λογαριασμό του παιδιού.

Ο διορισμένος δικηγόρος ισχυρίστηκε, εξ ονόματος της προσφεύγουσας, Β, ότι οι μηχανισμοί του ποινικού δικαίου στην Κροατία σχετικά με τους ισχυρισμούς για σεξουαλική κακοποίηση παιδιών ήταν αναποτελεσματικοί. Υποστήριξε ότι οι αρχές θα έπρεπε να έχουν εξετάσει τρία ζητήματα: εάν είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση από τον πατέρα της, αν είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση από κάποιον άλλο και αν είχε κακοποιηθεί συναισθηματικά  από τη μητέρα της.

Οι αρχές δεν κατόρθωσαν να διερευνήσουν σωστά καμία από τις πτυχές αυτές και δεν κατάφεραν να διορίσουν ειδικό κηδεμόνα γι’ αυτήν κατά τη διάρκεια της δίκης, μολονότι ήταν προφανές ότι ούτε η Α ούτε ο C. δεν ήταν σε θέση να προστατεύσουν τα συμφέροντά της. Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι αρχές είχαν προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες σχετικά με την υπόθεση.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η αποστολή του στην παρούσα υπόθεση ήταν να εξετάσει την αποτελεσματικότητα της έρευνας σχετικά με τους ισχυρισμούς εναντίον του πατέρα και να εξετάσει μια φερόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια μέτρων προστασίας των δικαιωμάτων ενός παιδιού που είχε πέσει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το άρθρο 3 και το άρθρο 8 απαιτούν από τα κράτη να προστατεύουν τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα των ατόμων, μεταξύ άλλων με την ύπαρξη επαρκούς νομικού πλαισίου και αποτελεσματικών ερευνών. Τα παιδιά ήταν ιδιαίτερα ευάλωτα σε περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η καταγγελία της προσφεύγουσας, Β, είχε τρεις πτυχές: αν υπήρχε το κατάλληλο ρυθμιστικό και νομικό πλαίσιο για την προστασία των δικαιωμάτων της στα δύο αυτά άρθρα της Σύμβασης, αν οι αρχές είχαν εφαρμόσει το πλαίσιο αυτό κατά τρόπο που είχαν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους για τη διεξαγωγή αποτελεσματικής έρευνας · και αν οι αρχές είχαν λάβει δεόντως υπόψη των δικαιωμάτων της ως παιδί θύματος σεξουαλικής κακοποίησης.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι το κροατικό ποινικό δίκαιο απαγόρευε τη σεξουαλική κακοποίηση που επικαλείται στην υπόθεση, ως αξιόποινη πράξη σε σύγκριση με τις ίδιες πράξεις εναντίον ενηλίκων και προβλεπόταν δίωξη και αποτελεσματική τιμωρία των υπευθύνων. Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας επίσης περιλάμβανε διάταξη που εξασφαλίζει ότι ένα παιδί θύμα αξιόποινης πράξης έχει ειδικά δικαιώματα. Οι αρχές έπρεπε επίσης να ακολουθήσουν ορισμένους κανόνες σε τέτοιες περιπτώσεις, οι οποίοι απαιτούσαν συντονισμένη δράση από  όλα τα εμπλεκόμενα όργανα. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι συνολικά η Κροατία διέθετε επαρκή νομικά και κανονιστικά μέτρα για τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης.

Κατά την εφαρμογή αυτών των μηχανισμών ποινικού δικαίου, οι αρχές έπρεπε να εξετάσουν τη συγκεκριμένη ευάλωτη θέση της προσφεύγουσας ως παιδιού που φέρεται ότι υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από τον πατέρα της, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντά της ως πρωταρχικό μέλημα και παρέχοντας προστασία των δικαιωμάτων της.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η Α είχε ενημερώσει την αστυνομία και ένα κέντρο κοινωνικής πρόνοιας για τις ανησυχίες της σχετικά με την σεξουαλική κακοποίηση της κόρης της. Το παιδί εξετάστηκε αργότερα από μια ομάδα εμπειρογνωμόνων και έναν γυναικολόγο. Δεν βρέθηκαν στοιχεία σεξουαλικής κακοποίησης.

Οι επακόλουθες ψυχολογικές εκθέσεις ήταν ασαφείς: μια έκθεση τον Νοέμβριο του 2014 το είχε αναφέρει ότι η  Β είχε περιγράψει μια σεξουαλική συμπεριφορά του πατέρα ως προς αυτήν και είχε συμβουλεύσει να συνεχίσει τη ψυχολογική θεραπεία, ενώ μια έκθεση τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους κατέδειξε ότι η Β είχε υποστεί συμπεριφορές σεξουαλικού χαρακτήρα από έναν ενήλικα, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την απροσδιόριστη σεξουαλικότητα της συμπεριφοράς της .

Οι αρχές εξέτασαν από μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένων των καθηγητών της Β, των μελών της οικογένειας και από τον πατέρα, ωστόσο, είχαν έρθει τελικά αντιμέτωποι με δύο αντικρουόμενους ισχυρισμούς, λίγα άμεσα αποδεικτικά στοιχεία και τρεις αδιευκρίνιστες  απόψεις εμπειρογνωμόνων. Οι εισαγγελικές αρχές είχαν αποφασίσει ότι δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για δίωξη και το Δικαστήριο δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση ούτε να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα επί του θέματος ούτε θα μπορούσε να αντικαταστήσει τις δικές του πραγματικές διαπιστώσεις με εκείνες των εθνικών αρχών, οι οποίες ήταν σε καλύτερη θέση να αξιολογήσουν τα αποδεικτικά στοιχεία και τη σημασία της κατάθεσης των μαρτύρων.

Το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε κακόβουλη αδιαφορία, ευδιάκριτη κακή πίστη ή έλλειψη βούλησης εκ μέρους της αστυνομίας ή τη δίωξη κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους βάσει του νόμου. Ήταν επίσης φανερό ότι οι αρχές είχαν κάνει ό, τι μπορούσαν για να προστατεύσουν τα δικαιώματα της και να ενεργήσουν προς το συμφέρον της.

Επομένως, δεν υπήρξε παραβίαση της διαδικαστικής πτυχής του άρθρου 3 και του άρθρου 8 της Σύμβασης στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης.

Μειοψηφούσες απόψεις

Ο δικαστής Wojtyczek εξέφρασε τη σύμφωνη γνώμη του, οι δικαστές Koskelo, Eicke και Ilievski εξέφρασαν κοινή σύμφωνη γνώμη  και οι δικαστές Σισιλιάνος, Turković και Pejchal εξέφρασαν κοινή αντίθετη γνώμη. Οι γνώμες επισυνάπτονται στην απόφαση(επιμέλεια echrcaselaw.com).

 

 

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες