Οι θέσεις εργασίας περιλαμβάνονται στην προστασία της ιδιωτικής ζωής. Παύση δικαστή από τη θέση του ως Προέδρου Δικαστηρίου λόγω αδυναμίας του να φέρει σε πέρας τα διευθυντικά του καθήκοντα.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Denisov κατά Ουκρανίας της 25.09.2018 (αριθμ. προσφ.76639/11)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Παύση δικαστή από τη θέση του ως Προέδρου δικαστηρίου λόγω αδυναμίας του να διευθύνει το Δικαστήριο. Καταγγελίες για μεροληψία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση παύσης και προσβολή της υπόληψης και της επαγγελματικής του υπόστασης. Αναγνώριση από το ΕΔΔΑ ότι η θέση εργασίας περιλαμβάνεται στο προστατευτικό επίπεδο της ιδιωτικής ζωής. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι συνέπειες της παύσης στην ιδιωτική ζωή του δεν είχαν υπερβεί το κατώτατο όριο σοβαρότητας για ένα ζήτημα που τίθεται βάσει του άρθρου 8, δεδομένου ότι ο προσφεύγων ήταν σε θέση να συνεχίσει την καριέρα του ως δικαστής και η μείωση του μηνιαίου εισοδήματός του από την απώλεια της θέσης του ως Προέδρου του δικαστηρίου δεν είχε σοβαρά επηρεάσει την ιδιωτική ζωή του. Η επαγγελματική του φήμη δεν είχε ανεπανόρθωτα πληγεί, καθώς οι λόγοι της παύσης του αφορούσαν τις υποτιθέμενες διευθυντικές του αδυναμίες και όχι το έργο του ως δικαστή. Μη παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής.

Το ΕΔΔΑ δέχτηκε, ωστόσο, ότι το Συμβούλιο δεν ήταν ανεξάρτητο και αμερόληπτο στην εξέταση της υπόθεσης του και το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο δεν εξέτασε ορθά τις προβληθείσες πλημμέλειες. Παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6

Άρθρο 8

Άρθρο 18

Άρθρο 1 ΠΠΠ

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Τον Ιούνιο του 2011, το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης της Ουκρανίας απέλυσε τον κ. Denisov από Πρόεδρο του Διοικητικού Εφετείου του Κιέβου – αν και συνέχισε να εργάζεται εκεί ως τακτικός δικαστής, αλλά δεν μπορούσε να προεδρεύει.

Το Ανώτατο Συμβούλιο της Δικαιοσύνης έκρινε ότι η απονομή της δικαιοσύνης από τα δικαστήρια δεν ήταν ορθώς οργανωμένη λόγω της αδυναμίας του κ. Denisov να εκτελέσει δεόντως τα καθήκοντα του ως πρόεδρος.

Ο κ. Denisov αμφισβήτησε την παύση του ενώπιον του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, αλλά ο ισχυρισμός του  απορρίφθηκε ως αβάσιμος.

Τον Ιούνιο 2013, το Κοινοβούλιο απέλυσε επίσης τον κ. Denisov και από τον ρόλο του ως δικαστή, αφού είχε υποβάλλει δήλωση παραίτησης.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι τα όργανα και οι συνταγματικές ρυθμίσεις που εμπλέκονται στην παρούσα υπόθεση ήταν τα ίδια όπως και στην υπόθεση Oleksandr Volkov, όπου διαπίστωσε παραβίαση της Σύμβασης μετά την παύση του κ. Volkov από δικαστή.

Στην υπόθεση του κ. Denisov, έκρινε ότι το ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης της Ουκρανίας, το οποίο τον είχε αρχικά παύσει για τις διευθυντικές αποτυχίες του ως Προέδρου του Διοικητικού Εφετείου του Κίεβο, δεν ήταν επαρκώς αμερόληπτο και ανεξάρτητο. Από τα πρόσωπα του Συμβουλίου που είχαν αποφασίσει να τον απολύσουν, οι δικαστές αποτελούσαν τη μειοψηφία, ενώ υπήρχαν μέλη του Συμβουλίου που εξαρτιόνταν για τη σταδιοδρομία και τις αποδοχές τους από τον κρατικό μηχανισμό. Επιπλέον, ένας από τους δικαστές ήταν ο Πρόεδρος της προκαταρκτικής επιτροπής που είχε προτείνει την παύση του κ. Denisov.

Το Ανώτερο Διοικητικό Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ο κ. Denisov είχε ασκήσει έφεση, με τη σειρά του απέτυχε να επανεξετάσει επαρκώς την υπόθεση. Ανέφερε, για παράδειγμα, ότι ο κ. Denisov δεν είχε αμφισβητήσει τα γεγονότα σχετικά με την παύση του, κάτι που δεν συνέβη. Επίσης, δεν είχε λάβει πραγματικά υπόψη τους ισχυρισμούς του περί έλλειψης αμεροληψίας κατά του πρώτου οργάνου.

Επιπλέον, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο ήταν υπό την πειθαρχική δικαιοδοσία του Ανώτατου Συμβουλίου της Δικαιοσύνης, γεγονός που σημαίνει ότι οι δικαστές του δεν μπορούσαν να αποδείξουν, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, την ανεξαρτησία και την αμεροληψία που απαιτεί η Σύμβαση.

Άρθρο 8

α) Γενικές αρχές. Δεν ήταν δυνατή η επίκληση του άρθρου 8 προκειμένου να διαμαρτυρηθεί κάποιος για προσβολή υπόληψης ή άλλες επιπτώσεις που αποτελούσαν τις προβλέψιμες συνέπειες των δικών του πράξεων (βλ. Gillberg κατά Σουηδίας [GC]).

Οι διαφορές που συνδέονται με την απασχόληση δεν εξαιρούνται καθαυτές από το πεδίο της «ιδιωτικής ζωής» κατά την έννοια του άρθρου 8. Υπάρχουν ορισμένες τυπικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής που θα μπορούσαν να επηρεαστούν από τέτοιες διαφορές. Αυτές οι πτυχές περιλαμβάνουν τον «εσωτερικό κύκλο» του προσφεύγοντος, την ευκαιρία του να δημιουργήσει και να αναπτύξει σχέσεις με άλλους και την κοινωνική και επαγγελματική φήμη του. Υπήρχαν δύο τρόποι με τους οποίους θα μπορούσε να προκύψει ένα ζήτημα ιδιωτικής ζωής σε μια τέτοια διαφορά: είτε εξαιτίας των λόγων που οδήγησαν στο επίμαχο μέτρο (στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο χρησιμοποίησε τη λογική προσέγγιση), είτε σε ορισμένες περιπτώσεις –εξαιτίας των συνεπειών στην ιδιωτική ζωή (στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο χρησιμοποίησε την προσέγγιση που βασίζεται στα αποτελέσματα).

Εάν διακυβευόταν η προσέγγιση που βασιζόταν στις συνέπειες, το κατώτατο όριο σοβαρότητας σε σχέση με τις τυπικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής λάμβανε καθοριστική σημασία. Ο προσφεύγων έπρεπε να αποδείξει ότι το όριο είχε ξεπεραστεί. Ο προσφεύγων έπρεπε να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τις συνέπειες του αμφισβητούμενου μέτρου. Το Δικαστήριο δέχεται μόνον ότι το άρθρο 8 εφαρμόζεται όταν οι συνέπειες αυτές είναι πολύ σοβαρές και επηρεάζουν σημαντικά την ιδιωτική του ζωή.

Η βλάβη του προσφεύγοντος έπρεπε να εκτιμηθεί συγκρίνοντας τη ζωή του πριν και μετά το εν λόγω μέτρο. Κατά τον καθορισμό της σοβαρότητας των συνεπειών σε περιπτώσεις που σχετίζονται με την απασχόληση, ήταν σκόπιμο να εκτιμηθούν οι υποκειμενικές αντιλήψεις που διατύπωσε ο προσφεύγων στο πλαίσιο των αντικειμενικών περιστάσεων που επικρατούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ανάλυση αυτή θα πρέπει να καλύπτει τόσο τον ουσιαστικό, όσο και τον ηθικό αντίκτυπο του ισχυριζόμενου μέτρου. Εντούτοις, ο προσφεύγων είχε το βάρος να καθορίσει και να τεκμηριώσει τη φύση και την έκταση της ζημίας του, η οποία έπρεπε να είχε αιτιώδη συνάφεια με το επίδικο μέτρο.

β) Προσφυγή. Οι ρητοί λόγοι για την παύση του προσφεύγοντος περιορίζονταν αυστηρά στην απόδοσή του στο δημόσιο χώρο, δηλαδή στις υποτιθέμενες διευθυντικές του αδυναμίες, οι οποίες φέρεται ότι υπονόμευσαν την εύρυθμη λειτουργία του δικαστηρίου. Αυτοί οι λόγοι αφορούσαν μόνο τα διοικητικά καθήκοντα του προσφεύγοντος στο χώρο εργασίας και δεν είχαν καμία σχέση με την ιδιωτική του ζωή. Ελλείψει τέτοιων ζητημάτων με τους λόγους που προβλήθηκαν για την παύση του, έπρεπε να εξακριβωθεί αν, σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία και τους τεκμηριωμένους ισχυρισμούς που προέβαλε ο προσφεύγων, το μέτρο είχε σοβαρές αρνητικές συνέπειες για τα ζητήματα που αποτελούσαν την ιδιωτική του ζωή.

Ο προσφεύγων αμφισβήτησε την ύπαρξη οποιουδήποτε παραπτώματος, πράγμα που συνεπάγεται ότι το μέτρο που αφορά τη νομική του ευθύνη – την παύση του – δεν μπορούσε να είναι μια προβλεπόμενη συνέπεια της συμπεριφοράς του ως προεδρεύων του εφετείου και επομένως η περίπτωσή του μπορούσε να διακριθεί από την υπόθεση του προσφεύγοντος στην υπόθεση Gillberg.

Ο προσφεύγων δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η μείωση της μηνιαίας αμοιβής του είχε επηρεάσει σοβαρά την ιδιωτική του ζωή. Όσον αφορά τη δημιουργία και τη διατήρηση σχέσεων με άλλους, η παύση του από τη θέση του Προέδρου δεν είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνσή του από το επάγγελμά του. Συνέχισε να εργάζεται ως απλός δικαστής και παρέμεινε στο ίδιο δικαστήριο μαζί με τους συναδέλφους του. Ακόμη και αν οι δυνατότητες του προσφεύγοντος να δημιουργήσει και να διατηρήσει κοινωνικές σχέσεις, περιλαμβανομένων και εκείνων επαγγελματικού χαρακτήρα, θα μπορούσαν να έχουν επηρεαστεί, δεν υπήρχαν πραγματικοί λόγοι για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τέτοια αποτελέσματα ήταν σημαντικά.

Η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του προσφεύγοντος ήταν η ιδιότητα του δικαστή. Το επάγγελμα του δικαστή απαιτούσε να κατέχει συγκεκριμένες γνώσεις, εκπαιδευτικά προσόντα, δεξιότητες και εμπειρία. Η επιτυχής άσκηση προεδρικής ή διοικητικής λειτουργίας σε δικαστήριο δεν ήταν, αυστηρά, χαρακτηριστικό του δικαστικού επαγγέλματος. Ως εκ τούτου, με αντικειμενικούς όρους, η δικαστική λειτουργία συνιστούσε τον θεμελιώδη επαγγελματικό ρόλο του προσφεύγοντος. Η θέση του ως Προέδρου ενός δικαστηρίου, όσο σημαντική και αναγνωρισμένη μπορούσε να είναι στον δικαστικό τομέα, δεν αφορούσε την κύρια σφαίρα της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Σε καμία περίπτωση οι εγχώριες αρχές δεν εξέτασαν την απόδοση του προσφεύγοντος ως δικαστή ή δεν εξέφρασαν καμία γνώμη ως προς τη δικαιοδοσία και τον επαγγελματισμό του.

Σε αντίθεση με την υπόθεση Oleksandr Volkov κατά Ουκρανίας, οι αποφάσεις αφορούσαν μόνο τις διαχειριστικές δεξιότητές του. Αν και η θέση του ως Πρόεδρος ίσως ήταν η κορυφή της νομικής του σταδιοδρομίας, δεν είχε διευκρινιστεί πώς η φερόμενη απώλεια της εκτίμησης μεταξύ των συναδέλφων του είχε προκαλέσει σοβαρή προκατάληψη στο επαγγελματικό του περιβάλλον ή πώς η παύση του είχε επηρεάσει τη μελλοντική του σταδιοδρομία ως δικαστή.

Όσον αφορά την κοινωνική φήμη εν γένει, οι επικρίσεις των αρχών δεν είχαν επηρεάσει μια ευρύτερη ηθική πλευρά της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του προσφεύγοντος. Παρόλο που η παύση του βασίστηκε στα πορίσματα παραβίασης των επίσημων καθηκόντων στην απονομή δικαιοσύνης, δεν υπήρξε καμιά κατηγορία για εσκεμμένη παράβαση ή εγκληματική συμπεριφορά. Οι ηθικές αξίες του προσφεύγοντος δεν είχαν τεθεί υπό αμφισβήτηση και δεν μπορούσαν να εντοπιστούν ενστάσεις αυτού του είδους στις επίδικες αποφάσεις.

Επομένως, η εκτίμηση και εξέταση των ενστάσεων του προσφεύγοντος σε σχέση με το αντικειμενικό υπόβαθρο και την εκτίμηση του ουσιαστικού και ηθικού αντίκτυπου της παύσης βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είχε ως συμπέρασμα ότι η παύση είχε περιορισμένες αρνητικές συνέπειες για τον προσφεύγοντα αναφορικά με τη σφαίρα του ιδιωτικού του βίου και δεν ξεπέρασαν το κατώτατο όριο σοβαρότητας για να τεθεί ένα ζήτημα βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης.

Το Δικαστήριο απέρριψε επίσης τις καταγγελίες του βάσει του άρθρου 18 (όρια στην χρήση των περιορισμών σε δικαιώματα) και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της σύμβασης (προστασία της ιδιοκτησίας).

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ουκρανία έπρεπε να καταβάλει στον προσφεύγοντα 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 3.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες(επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες