Η μη αιτιολογημένη απόφαση για την παρακολούθηση τηλεφωνικών συνομιλιών παραβίασε το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας

ΑΠΟΦΑΣΗ

Liblik κ.α. κατά Εσθονίας της 28.05.2019 (αριθ. προσφ. 173/15, 181/15, 374/15, 383/15, 386/15 και 388/15)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Παρακολούθηση τηλεφωνικών συνομιλιών. Οι προσφεύγοντες κατηγορήθηκαν για διαφθορά υψηλού επιπέδου. Στο  προανακριτικό στάδιο είχε δοθεί εντολή από την Υπηρεσία Εσωτερικής Ασφάλειας για παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνομιλιών των τριών προσφευγόντων. Η παρέμβαση στην ιδιωτική τους ζωή και αλληλογραφία δεν είχε συμμορφωθεί με το εσωτερικό δίκαιο,  που απαιτούσε η μυστική παρακολούθηση να είναι δεόντως αιτιολογημένη. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η μυστική παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων δεν ήταν σύννομη και παραβιάστηκε το  δικαίωμα σεβασμού της προσωπικής ζωής και αλληλογραφίας.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες στην παρούσα υπόθεση είναι τέσσερις Εσθονοί υπήκοοι, Tullio Liblik, Kalev Kangur, Toomas Annus και Villu Reiljan, που γεννήθηκαν το 1964, 1968, 1960 και 1953 αντίστοιχα και ζουν στην Εσθονία, και δύο εταιρείες, E.L.L. Kinnisvara AS και AS Järvevana , οι οποίες διέπονται από το δίκαιο της Εσθονίας και εδρεύουν στο Ταλίν.

Από τον Αύγουστο του 2005 έως τον Οκτώβριο του 2006 η Υπηρεσία Εσωτερικής Ασφάλειας (Kaitsepolitsei) πραγματοποίησε  παρακολούθηση του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου προσφεύγοντος. Ο τρίτος προσφεύγων ενεργούσε επίσης ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου των δύο προσφυγουσών εταιρειών. Η επιχείρηση είχε ως αποτέλεσμα οι επικοινωνίες μεταξύ του τέταρτου προσφεύγοντος και των υπό παρακολούθηση προσώπων να παρακολουθούνται και να υποκλέπτονται. Οι ποινικές κατηγορίες αφορούσαν υποψίες για διαφθορά υψηλού επιπέδου που αφορούσαν αδικήματα ανταλλαγής οικόπεδων σε προστατευόμενες περιοχές για οικόπεδα σε περιοχές όπου επιτρέπεται η ανάπτυξη.

Το Σεπτέμβριο του 2005, κατά τη διάρκεια της προδικαστικής διαδικασίας, ο δεύτερος προσφεύγων ανακάλυψε την παρακολούθηση συσκευής στο γραφείο του. Έρευνες στα γραφεία του πρώτου και τρίτου προσφεύγοντος και στη δεύτερη προσφεύγουσα εταιρεία έλαβαν χώρα τον Οκτώβριο του 2006 και μια άλλη πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις της πρώτης προσφεύγουσας εταιρεία τον Σεπτέμβριο του 2007. Τον Οκτώβριο του 2007 ο τέταρτος προσφεύγων ανακρίθηκε ως ύποπτος. Συνολικά, η προδικασία διήρκεσε τρία χρόνια και έξι μήνες.

Το Περιφερειακό Δικαστήριο του Harju εξέτασε την υπόθεση από τον Μάιο του 2009, καλώντας πολλούς μάρτυρες. Περιστασιακά, οι ακροάσεις έπρεπε να επαναπροσδιοριστούν λόγω ασθένειας ή άλλων προσωπικών περιστάσεων επηρεάζοντας είτε τους κατηγορούμενους είτε τους δικηγόρους  τους. Τον Ιούνιο του 2012, το δικαστήριο απάλλαξε τους προσφεύγοντες.

Διαπιστώθηκε ότι οι δραστηριότητες παρακολούθησης ήταν παράνομες και ότι όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που συλλέχθηκαν ήταν απαράδεκτα.

Ο Γενικός Εισαγγελέας άσκησε έφεση και το Εφετείο καταδίκασε τους προσφεύγοντες τον Ιούνιο του 2013. Διαπίστωσε ότι οι δραστηριότητες παρακολούθησης ήταν νόμιμες και τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν συλλεχθεί ήταν παραδεκτά. Όλοι οι προσφεύγοντες άσκησαν ένδικα μέσα ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά οι καταδίκες επικυρώθηκαν τον Ιούνιο του 2014, αφού κρίθηκε ότι η ρύθμιση της μυστικής παρακολούθησης ήταν συνταγματική.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 8

Το Δικαστήριο θεώρησε ότι τα μέτρα μυστικής παρακολούθησης αποτελούσαν παρέμβαση στο δικαίωμα των προσφευγόντων να σεβαστούν την «προσωπική τους ζωή» και την «αλληλογραφία», που εγγυάται το άρθρο 8.

Σύμφωνα με το εσθονικό δίκαιο η απόφαση που διατάσσει την παρακολούθηση πρέπει να περιέχει και τους λόγους της παρακολούθησης. Όμως οι αποφάσεις που εξέδωσαν οι ανακριτικές αρχές στην προκαταρκτική έρευνα περιλάμβαναν μόνον ελλειπείς αιτιολογίες  ενώ οι εντολές των αρμόδιων εισαγγελέων δεν περιείχαν καμία αιτιολογία.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπόθεση είχε μεγάλη ομοιότητα με τις περιστάσεις της απόφασης  Dragojević κατά Κροατίας. Εκεί, τα εθνικά δικαστήρια είχαν αποδεχθεί την πρακτική της αποζημίωσης για ανεπαρκή αιτιολογία των εντολών χορήγησης άδειας παρακολούθησης παρέχοντας αναδρομική αιτιολόγηση.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η αποτελεσματικότητα της διασφάλισης του προηγούμενου ελέγχου και η υποχρέωση αιτιολόγησης μπορεί να μην είναι η ίδια όταν η υποχρέωση αυτή αντικαθίστανται με τη δυνατότητα παροχής αιτιολογίας σε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης, όταν τα δικαστήρια είχαν αναπόφευκτα περισσότερες πληροφορίες για το πώς τα εικαζόμενα αδικήματα είχαν διαπραχθεί.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι – καθώς η παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή των προσφευγόντων και στην αλληλογραφία δεν είχε συμμορφωθεί με την απαίτηση που προβλέπει το εσωτερικό δίκαιο – ούτε η μυστική παρακολούθηση δεν ήταν δεόντως αιτιολογημένη, ούτε η παρέμβαση ήταν «σύμφωνη με το νόμο». Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Εσθονία έπρεπε να καταβάλει 2.000 ευρώ  στον δεύτερο και στον τρίτο προσφεύγοντα και στην πρώτη και δεύτερη προσφεύγουσα εταιρεία για την ηθική βλάβη και 1.500 ευρώ στην δεύτερη προσφεύγουσα και το ίδιο ποσό στον τρίτο προσφεύγοντα και στις προσφεύγουσες εταιρίες από κοινού όσον αφορά τα έξοδα και τις δαπάνες,  (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες