Η κατάσχεση ηλεκτρονικών δεδομένων από δικηγορικό γραφείο, που προστατεύονται από το δικηγορικό απόρρητο, παραβιάζει την ιδιωτική ζωή

ΑΠΟΦΑΣΗ

Kırdök κ.α. κατά Τουρκίας της 03.12.2019  (αριθ. 14704/12)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κατάσχεση ηλεκτρονικών δεδομένων και επαγγελματικό απόρρητο δικηγόρου-πελάτη. Στην προκειμένη περίπτωση, οι προσφεύγοντες, οι οποίοι είναι δικηγόροι, διαμαρτυρήθηκαν για την κατάσχεση των ηλεκτρονικών τους δεδομένων από τις δικαστικές αρχές για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά άλλου δικηγόρου, ο οποίος μοιραζόταν το γραφείο τους.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε, ειδικότερα, ότι η κατάσχεση των ηλεκτρονικών δεδομένων των προσφευγόντων, τα οποία προστατεύονται από επαγγελματικό απόρρητο δικηγόρου-πελάτη και η άρνηση επιστροφής ή καταστροφής τους, δεν αντιστοιχούσε σε μια πιεστική κοινωνική ανάγκη και δεν ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Το Δικαστήριο επίσης σημείωσε την έλλειψη επαρκών διαδικαστικών εγγυήσεων στο νόμο, όπως ερμηνεύονται και εφαρμόζονται από τις δικαστικές αρχές. Παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, του σπιτιού και της ιδιωτικής αλληλογραφίας (άρθρο 8 της ΕΣΔΑ).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Mehmet Ali Kırdök, Mihriban Kırdök και Meral Hanbayat, είναι Τούρκοι υπήκοοι οι οποίοι γεννήθηκαν το 1954, 1958 και 1980 αντίστοιχα και ζουν στην Κωνσταντινούπολη.

Οι προσφεύγοντες, είναι όλοι δικηγόροι, διαμαρτύρονται για την κατάσχεση των ηλεκτρονικών τους δεδομένων από τις  δικαστικές αρχές για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά άλλου δικηγόρου (Ü.S.), ο οποίος μοιράζονταν το γραφείο τους.

Το 2011 το γραφείο του Εισαγγελέα της Κωνσταντινούπολης ξεκίνησε έρευνα για τον εντοπισμό και την έκθεση των κρυφών διαύλων επικοινωνίας που δημιουργήθηκαν μεταξύ του Abdullah Öcalan και της πρώην οργάνωσής του (το PKK – το Κόμμα των Εργαζομένων του Κουρδιστάν, – και το KCK). Δικαστής στο Κακουργιοδικείο της Κωνσταντινούπολης εξέδωσε ένταλμα για τις δραστηριότητες του Ü.S., ο οποίος συνελήφθη την επόμενη μέρα στο σπίτι του. Η αστυνομία διεξήγαγε έρευνες στο γραφείο που μοιράζονταν με τους προσφεύγοντες. Όλα τα δεδομένα που ήταν αποθηκευμένα στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή που χρησιμοποιούνταν από κοινού από τους δικηγόρους αντιγράφηκαν σε ένα κλειδί USB το οποίο ανήκει στην κα Hanbayat.

Στη συνέχεια, οι προσφεύγοντες άσκησαν αναίρεση κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, τόσο εξ ονόματός τους όσο και ως εκπρόσωποι του Ü.S. Ειδικότερα, ζήτησαν την επιστροφή ή την καταστροφή των ψηφιακών τους δεδομένων, υποστηρίζοντας ότι δεν ανήκαν στον Ü.S., προστατεύονταν από το επαγγελματικό απόρρητο και είχαν καταληφθεί χωρίς σχετική εντολή. Το γραφείο του εισαγγελέα παρουσίασε τις δικές του παρατηρήσεις, δηλώνοντας ότι δεδομένου ότι τα εν λόγω δεδομένα δεν είχαν ακόμη μεταγραφεί, ήταν αδύνατο να αναγνωριστεί ο κάτοχος των εν λόγω δεδομένων. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων, εξετάζοντας ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε σύμφωνα με τον νόμο και τη νόμιμη διαδικασία.

Βασιζόμενοι στο άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας) και άρθρο 13 (δικαίωμα για αποτελεσματική προσφυγή), οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι το επαγγελματικό απόρρητο τω δικηγόρων, βασιζόμενο στην ύπαρξη εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας μεταξύ των σχέσεων τους με τους πελάτες τους, παραβιάστηκε λόγω του ότι τα εν λόγω ψηφιακά αρχεία αναφορικά με τις υποθέσεις αυτών των πελατών αντιγράφηκαν από τις δικαστικές αρχές κατά τη διάρκεια μιας έρευνας και ότι τα εν λόγω αντίγραφα κατασχέθηκαν παρά το γεγονός ότι ήταν άσχετα με τη διεξαγωγή της έρευνας σε σχέση με άλλο δικηγόρο.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, καθώς και της οικίας και της ιδιωτικής αλληλογραφίας)

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι προσφεύγοντες, οι οποίοι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της ποινικής έρευνας, υποστήριξαν ενώπιον των δικαστικών αρχών ότι τα κατασχεθέντα ηλεκτρονικά δεδομένα ανήκαν σε αυτούς και καλύπτονταν από επαγγελματικό απόρρητο δικηγόρου-πελάτη. Σημείωσε επίσης ότι στην διάταξή του ο δικαστής του Κακουργιοδικείου   επεσήμανε το εύρος της έρευνας των χώρων, δηλώνοντας ότι ο στόχος της επιχείρησης ήταν να «συγκεντρωθούν αποδεικτικά στοιχεία και να κατασχεθούν αντικείμενα», αποδεικνύοντας ότι ο ύποπτος (Ü.S.) είχε εμπλακεί σε δραστηριότητες της τρομοκρατικής οργάνωσης KCK / PKK. Η Διάταξη δεν διευκρίνισε ποιο συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα στοιχεία ή έγγραφα έπρεπε να κατασχεθούν στις συγκεκριμένες διευθύνσεις, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων της δικηγορικής εταιρείας των προσφευγόντων ή του τρόπου με τον οποίο τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία έχουν σχέση με την ποινική έρευνα.

Έτσι, σύμφωνα με τη Διάταξη, οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την έρευνα είχαν γενικά τη δυνατότητα να εξετάσουν όλα τα ψηφιακά δεδομένα που είναι αποθηκευμένα στα γραφεία των προσφευγόντων, χωρίς να ανησυχούν υπερβολικά για το γεγονός ότι ερευνούσαν τις εγκαταστάσεις μιας δικηγορικής εταιρείας που θα μπορούσε να φιλοξενήσει τα έγγραφα που παρέδιδαν  οι πελάτες στους νόμιμους εκπροσώπους τους.

Επιπλέον, το ευρύ πεδίο εφαρμογής της Διάταξης αντανακλάται στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε. Παρόλο που υπήρξε εκπρόσωπος του δικηγορικού συλλόγου της Κωνσταντινούπολης και ο ένας προσφεύγων ήταν παρών κατά τη διάρκεια της έρευνας και τα κατασχεθέντα δεδομένα είχαν τοποθετηθεί σε σφραγισμένη τσάντα, χωρίς να έχουν ληφθεί ιδιαίτερα μέτρα για την προστασία τους, ώστε να μην λάβει χώρα παρέμβαση στο επαγγελματικό απόρρητο. Πράγματι, δεν υπήρχε μηχανισμός φιλτραρίσματος ηλεκτρονικών εγγράφων ή δεδομένων που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο ή οποιαδήποτε ρητή απαγόρευση της κατάσχεσης των δεδομένων που καλύπτονται από την εμπιστευτικότητα αυτή κατά τη διάρκεια της έρευνας. Αντιθέτως, όλα τα δεδομένα στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή που χρησιμοποιούνται από κοινού από όλους τους δικηγόρους που εργάζονταν στις εγκαταστάσεις και είχαν συλλεχθεί σε ένα stick USB είχαν κατασχεθεί.

Μόλις οι προσφεύγοντες ζήτησαν την επιστροφή των ψηφιακών δεδομένων, βασιζόμενοι στο επαγγελματικό απόρρητο της σχέσης μεταξύ δικηγόρου-πελάτη, οι δικαστικές αρχές βρίσκονταν σε νόμιμη υποχρέωση έγκαιρης αξιολόγησης των κατασχεθέντων δεδομένων και επιστροφής των δεδομένων που προστατεύονται από το απόρρητο ή την καταστροφή των δεδομένων, ανάλογα με την περίπτωση. Ωστόσο, η εθνική νομοθεσία και πρακτική ήταν ασαφείς ως προς τις συνέπειες οποιασδήποτε αδυναμίας των δικαστικών αρχών να τηρήσουν την υποχρέωση αυτή.

Το Κακουργιοδικείο είχε οριστικά αρνηθεί να επιστρέψει ή να καταστρέψει τα κατασχεθέντα αντίγραφα των δεδομένων, βασιζόμενο σε αιτιολογία, η οποία απλώς ανέφερε τη νομιμότητα των ερευνών που διενεργήθηκαν στα δικηγορικά  γραφεία και δεν αντέδρασε στον συγκεκριμένο ισχυρισμό περί παραβίασης της εμπιστευτικότητας της σχέσης δικηγόρου-πελάτη. Φαίνεται ότι το Κακουργιοδικείο είχε σιωπηρά δεχτεί τους λόγους που πρόβαλε η εισαγγελία για να δικαιολογήσει την άρνηση επιστροφής των κατασχεθέντων δεδομένων, σύμφωνα με τους οποίους, αφού τα εν λόγω δεδομένα δεν είχαν ακόμη διερευνηθεί, ήταν αδύνατο να εξακριβωθούν οι ακριβείς ιδιοκτήτες τους. Το Δικαστήριο έκρινε όχι μόνο  ότι ένας τέτοιος λόγος άρνησης δεν προβλέπεται σαφώς από το νόμο, αλλά ήταν επίσης ασυμβίβαστος με την ουσία του επαγγελματικού απορρήτου που προστατεύει τις σχέσεις μεταξύ των δικηγόρων και των πελατών τους. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εξέταση του αιτήματος των προσφευγόντων από τις δικαστικές αρχές ότι είχαν συμμορφωθεί με την υποχρέωση να προβλέπουν ιδιαίτερα αυστηρή επαλήθευση των μέτρων σχετικά με τα δεδομένα που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο.

Τέλος, το αντισταθμιστικό ένδικο βοήθημα (άρθρο 141 του κώδικα ποινικής δικονομίας) στο οποίο αναφέρθηκε η κυβέρνηση ήταν πολύ διαφορετικό από την αίτηση για κήρυξη ακυρότητας μιας αμφισβητούμενης κατάσχεσης και δεν θα είχε οδηγήσει στην επιστροφή ή την καταστροφή των αντιγράφων που προστατεύονται από την επαγγελματική εχεμύθεια.

Συνεπώς, τα μέτρα που επιβλήθηκαν στους προσφεύγοντες (κατάσχεση των ψηφιακών τους δεδομένων και η άρνησή τους να τα επιστρέψουν ή να τα καταστρέψουν) δεν είχαν ανταποκριθεί σε μια πιεστική κοινωνική ανάγκη, δεν ήταν αναλογικά προς τους επιδιωκόμενους νόμιμους σκοπούς (πρόληψη αναταραχών, πρόληψη εγκληματικών αδικημάτων και προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων) και δεν ήταν απαραίτητα σε μια δημοκρατική κοινωνία. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης.

Ελλείψει επαρκών διαδικαστικών εγγυήσεων στη σχετική νομοθεσία όπως ερμηνεύεται και που εφαρμόστηκαν από τις δικαστικές αρχές στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι καταγγελίες σύμφωνα με το άρθρο 13 της Σύμβασης, καλύπτονται από τον ίδιο λόγο με την καταγγελία βάσει του άρθρου 8.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Τουρκία πρέπει να καταβάλει σε κάθε προσφεύγοντα 3.500 ευρώ για ηθική βλάβη και 3.000 ευρώ από κοινού για τα έξοδα και τις δαπάνες.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες