Η έλλειψη κατάλληλης εξέτασης του ισχυρισμού περί δυσφήμισης του προσφεύγοντος από περιοδικό που χαρακτήρισε τους επιζήσαντες ναζιστικού στρατοπέδου ως «μαζικούς δολοφόνους», «εγκληματίες» και «πανούκλα» παραβίασε την ιδιωτική του ζωή παρότι οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί δεν αναφέρθηκαν ονομαστικά.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Lewit κατά Αυστρίας της 10.10.2019 (αριθ. 4782/18)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Καταγγελία επιζώντος του ολοκαυτώματος των εβραίων, ο οποίος ήταν πλέον 96 ετών, ότι υπέστη δυσφήμηση από ένα δεξιό περιοδικό και ότι τα δικαστήρια δεν είχαν προστατεύσει το δικαίωμά του στην τιμή και υπόληψη.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα αυστριακά δικαστήρια παρέλειψαν να προστατεύσουν τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, επειδή ποτέ δεν είχαν ασχοληθεί με το κεντρικό θέμα της αξίωσής του, δηλαδή ότι είχε υποστεί δυσφήμηση από ένα άρθρο που είχε χρησιμοποιήσει για να περιγράψει ανθρώπους σαν αυτόν που απελευθερώθηκαν από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαουντχάουζεν το 1945 με χαρακτηρισμούς όπως «μαζικοί δολοφόνοι», «εγκληματίες» και «πανούκλα».

Αντ’ αυτού, τα δικαστήρια είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν είχε νομική υπόσταση η αξίωσή του, καθώς ο αριθμός των επιζησάντων ήταν τόσο μεγάλος, που δεν μπορούσε να επηρεαστεί ο ίδιος προσωπικά από δηλώσεις στις οποίες δεν είχε κατονομαστεί. Ωστόσο, τα δικαστήρια δεν είχαν εξετάσει το γεγονός ότι κατά το χρόνο του άρθρου υπήρχαν πολύ λιγότεροι ζωντανοί από τους επιζήσαντες του στρατοπέδου συγκέντρωσης .

Τα δικαστήρια κατέληξαν επίσης στο συμπέρασμα ότι το άρθρο απλώς επαναλάμβανε δηλώσεις που έγιναν σε ένα προηγούμενο άρθρο για το ίδιο θέμα και έτσι οι φράσεις δεν είχαν ξεχωριστή δυσφημιστική σημασία. Το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε καμία εξήγηση για τη διαπίστωση αυτή και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα το πλαίσιο και ο σκοπός των δύο άρθρων ήταν πολύ διαφορετικά.

Συνολικά, η έλλειψη κατάλληλης εξέτασης από τα δικαστήρια του ισχυρισμού περί δυσφήμισης του προσφεύγοντος είχε οδηγήσει σε παραβίαση του δικαιώματός του για προστασία της ιδιωτικής του ζωής. Παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Aba Lewit είναι Αυστριακός υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1923 και ζει στη Βιέννη.

Είναι ένας από τους τελευταίους επιζώντες του Ολοκαυτώματος.

Το καλοκαίρι του 2015 το περιοδικό Aula δημοσίευσε ένα άρθρο όπου οι άνθρωποι που απελευθερώθηκαν από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαουντχάουζεν , χαρακτηρίστηκαν ως «μαζικοί δολοφόνοι», «εγκληματίες» και «πανούκλα».

Οι αρχές κίνησαν ποινικές έρευνες κατά του συντάκτη του άρθρου, αλλά τελικώς  σταμάτησαν.

Στο τεύχος Φεβρουαρίου 2016 του Aula ο ίδιος συγγραφέας αναφέρθηκε σχετικά με τη διακοπή των ποινικών ερευνών και επανέλαβε κατά γράμμα τις προηγούμενες δηλώσεις. Ο κ. Lewit, μαζί με εννέα άλλους επιζώντες, που είχαν φυλακιστεί όλοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και απελευθερώθηκαν το 1945, άσκησαν αγωγή σύμφωνα με τον νόμο περί μέσων μαζικής ενημέρωσης (Mediengesetz) κατά του περιοδικού Aula και του συγγραφέα.

Ο προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι είχαν συκοφαντηθεί και προσβληθεί από το άρθρο του 2016, ακόμη και αν δεν είχαν κατονομαστεί προσωπικά. Επανέλαβαν ότι όλοι ήταν θύματα του εθνικιστικού σοσιαλιστικού καθεστώτος και ότι φυλακίστηκαν στο Μαουντχάουζεν λόγω της καταγωγής τους, των πεποιθήσεων ή της πίστης τους και απελευθερώθηκαν μετά τον πόλεμο. Ποτέ δεν είχαν διαπράξει εγκληματικές πράξεις.

Το Περιφερειακό Ποινικό Δικαστήριο του Graz  απέρριψε το αίτημά τους, διαπιστώνοντας ότι ο αριθμός των ατόμων που απελευθερώθηκαν από το Μαουντχάουζεν, περίπου 20.000 το 1945, ήταν τόσο μεγάλος ώστε να σημαίνει ότι οι ενάγοντες δεν θα μπορούσαν να ανησυχούν ατομικά για τις δηλώσεις του άρθρου. Έκρινε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν δικαίωμα να ασκήσουν την αξίωσή τους. Διαπίστωσε επίσης ότι το άρθρο δεν περιείχε ξεχωριστές δυσφημιστικές δηλώσεις σε σύγκριση με αυτές που δημοσιεύθηκαν το 2015.

Σε έφεση οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι ήταν πράγματι αναγνωρίσιμοι, πρώτον, επειδή μόνο μερικοί πρώην αιχμάλωτοι του Μαουντχάουζεν ήταν ακόμα ζωντανοί και, δεύτερον, επειδή ήταν γνωστοί ως επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος.

Το Εφετείο του Graz απέρριψε την έφεση, χωρίς να ασχοληθεί με το ζήτημα  του μεγέθους της ομάδας και του νομικού καθεστώτος των προσφευγόντων. Επικύρωσε το πρώτο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω δηλώσεις δεν είχαν ξεχωριστή σημασία από αυτές που δημοσιεύθηκαν στο άρθρο του 2015.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Παραδεκτό

Το Δικαστήριο έκρινε αρχικά ότι ο προσφεύγων και οι άλλοι πρώην κρατούμενοι του στρατοπέδου, ως επιζώντες του Ολοκαυτώματος, αποτελούσαν κοινωνική ομάδα, επαναλαμβάνοντας τη νομολογία του ότι η ιδιωτική ζωή κάθε μέλους μιας ομάδας μπορεί να επηρεαστεί από αρνητικά στερεότυπα ή δυσφημιστικές δηλώσεις.

Κατά συνέπεια, έκρινε ότι, μολονότι ο κ. Lewit δεν είχε προσδιοριστεί ονομαστικά στο άρθρο, η υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο της ιδιωτικής του ζωής και ότι εφαρμόζεται το άρθρο 8 της Σύμβασης.

Το Δικαστήριο έλαβε υπόψιν του το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι θα έπρεπε να έχει εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα προτού προσφύγει  στο Στρασβούργο, ιδίως καταθέτοντας αγωγή βάσει του άρθρου 1330 του Αστικού Κώδικα σχετικά με το αρχικό άρθρο του 2015 ή την ακόλουθη δημοσίευση του 2016.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι σε υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου που αφορούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ένα ένδικο βοήθημα σε εθνικό επίπεδο έπρεπε να προσφέρει τουλάχιστον τη δυνατότητα αποζημίωσης για τυχόν ηθική βλάβη που προκλήθηκε. Ωστόσο, με βάση τη νομολογία του Αυστριακού Ανώτατου Δικαστηρίου, το άρθρο 1330 του Αυστριακού Αστικού Κώδικα δεν παρέχει αυτήν την δυνατότητα. Επομένως, δεδομένου ότι ένας από τους δεδηλωμένους στόχους του προσφεύγοντος, ήταν να επιτύχει αποζημίωση για ηθική βλάβη, προκύπτει ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει τη νομική αυτή επιλογή. Το Δικαστήριο απέρριψε επίσης άλλα ένδικα μέσα που πρότεινε η κυβέρνηση ως αναποτελεσματικά για τους σκοπούς του.

Επί της ουσίας

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι σύμφωνα με το άρθρο 8 πρέπει να επιτευχθεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ των ανταγωνιστικών συμφερόντων, των συμφερόντων του ατόμου και του συνόλου της κοινότητας. Εντούτοις, τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν ποτέ φθάσει στο στάδιο της άσκησης μιας τέτοιας εξισορρόπησης στην περίπτωση του προσφεύγοντος.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, βασιζόμενο στο συμπέρασμά του σε προηγούμενη εθνική νομολογία, διαπίστωσε ότι το εύρος της ομάδας των απελευθερωμένων κρατουμένων ήταν υπερβολικά μεγάλο για να επιτρέψει τον προσδιορισμό του προσφεύγοντος, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είχε νομική υπόσταση να ασκήσει αξίωση. Αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι τα δικαστήρια δεν είχαν ασχοληθεί προηγουμένως με το πολύ ιδιαίτερο ζήτημα του αντίκτυπου μιας δήλωσης σε μια ομάδα ανθρώπων που το μέγεθος τους είχε μειωθεί σημαντικά με την πάροδο του χρόνου, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Το Εφετείο δεν είχε λάβει καθόλου υπόψη το ζήτημα της νομικής παράστασης, παρά το γεγονός ότι ο προσφεύγων διατύπωσε πολύ λεπτομερή επιχειρήματα. Αυτό σήμαινε ότι τα δικαστήρια δεν είχαν εξετάσει ποτέ τον πυρήνα της αξίωσής του, ότι δηλ. είχε επηρεαστεί και συκοφαντηθεί προσωπικά από τις δηλώσεις, επειδή πολύ λίγα μέλη της ομάδας ήταν ακόμα ζωντανά. Τα δικαστήρια δεν είχαν παράσχει σχετικά και επαρκή επιχειρήματα για να υποστηρίξουν την άποψή τους.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε επίσης διαπιστώσει ότι το άρθρο του 2016 ήταν απλώς μια επανάληψη του άρθρου που δημοσιεύθηκε το 2015 και ότι οι δηλώσεις στο δεύτερο άρθρο δεν είχαν ξεχωριστή δυσφημιστική σημασία. Δεν έδωσε καμία απάντηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, μολονότι ήταν ένα σημείο το οποίο έπρεπε να εξεταστεί λεπτομερώς.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τη σειρά του είχε σαφώς διαπιστώσει την έλλειψη αιτιολογίας από το πρωτοβάθμιο όργανο, αλλά συνέχισε να συμφωνεί με το συμπέρασμά του.

Από την πλευρά του, το Δικαστήριο δεν είχε πεισθεί από τα συμπεράσματα ότι ο προσφεύγων και οι λοιποί ενάγοντες δεν μπορούσαν να επηρεαστούν προσωπικά από το δεύτερο άρθρο, δεδομένου ότι το πλαίσιο των δύο άρθρων ήταν πολύ διαφορετικό. Το πρώτο άρθρο είχε επικεντρωθεί στο ιστορικό γεγονός της απελευθέρωσης του Μαουντχάουζεν, ενώ το δεύτερο αφορούσε την ποινική έρευνα κατά του συντάκτη. Συνεπώς, τα εθνικά δικαστήρια θα ήταν υποχρεωμένα να παράσχουν πλήρη επεξήγηση των λόγων για την ερμηνεία τους.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν εξετάσει ποτέ τον πυρήνα της απαίτησης του προσφεύγοντος για δυσφήμιση, διότι δεν προέβησαν σε διεξοδική εξέταση των ζητημάτων νομικής παράστασης και αν οι εν λόγω δηλώσεις είχαν την ίδια ή χωριστή έννοια στο πλαίσιο του άρθρου 2016.

Επομένως, τα δικαστήρια δεν προέβησαν σε πλήρη εκτίμηση ενός ζητήματος που επηρέασε τα δικαιώματα ιδιωτικής ζωής του προσφεύγοντος, οδηγώντας σε διαδικαστική παραβίαση του άρθρου 8.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Αυστρία οφείλει να καταβάλει στον προσφεύγοντα  648,48 ευρώ ως αποζημίωση, 5.000 ευρώ χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και 6.832,85 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες