Η εκ νέου κατάσχεση αντικειμένων επιχειρηματικού περιεχομένου, τα οποία παραδόθηκαν στον δικηγόρο του προσφεύγοντος, πριν ο τελευταίος προλάβει να επικοινωνήσει μαζί του, δεν παρείχε επαρκείς εγγυήσεις κατά της αυθαιρεσίας.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Visy κατά Σλοβακίας 16.10.2018 (αρ. προσφ. 70288/13)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Έρευνα και κατάσχεση αντικειμένων χωρίς νόμιμο ένταλμα. Τα αντικείμενα επιστράφηκαν στον δικηγόρο του προσφεύγοντος και στη συνέχεια κατασχέθηκαν εκ νέου με νέο ένταλμα. Η εκ νέου κατάσχεση αντικειμένων επιχειρηματικού περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένων και εγγράφων νομικού περιεχομένου που προστατεύονται από τη σχέση απορρήτου δικηγόρου-πελάτη, που είχαν επιστραφεί στον δικηγόρο και όχι στον προσφεύγοντα, παραβίασε το δικαίωμα στην ιδιωτική του ζωή, της κατοικίας και της αλληλογραφίας. Οι εθνικές αρχές δεν κατάφεραν να παράσχουν σχετικούς και επαρκείς λόγους για την απόρριψη των καταγγελιών του προσφεύγοντος. Μη επαρκείς εγγυήσεις κατά της αυθαιρεσίας και της κατάχρησης και παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Stephan Visy, είναι Αυστριακός υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1964 και ζει στη Βιέννη. Είναι επιχειρηματίας και συνδέεται με έναν σημαντικό αυστριακό οικονομικό και βιομηχανικό όμιλο.

Η υπόθεση αφορά ηλεκτρονικά μέσα αποθήκευσης που κατασχέθηκαν από το γραφείο του κ. Visy στη Μπρατισλάβα, τα οποία επιστράφηκαν στον δικηγόρο του τρία χρόνια αργότερα και έπειτα κατασχέθηκαν αμέσως εκ νέου.

Οι σλοβακικές εισαγγελικές αρχές κατάσχεσαν αρχικά το υλικό το 2009, κατόπιν αιτήματος των αυστριακών αρχών οι οποίες υποψιάζονταν ότι ο κ. Visy είχε εμπλακεί σε πράξεις απάτης, παραβίασης απορρήτου και διακίνησης εμπιστευτικών πληροφοριών. Το 2010 το Σλοβακικό Συνταγματικό Δικαστήριο διαπίστωσε ωστόσο ότι το ένταλμα για την έρευνα και την κατάσχεση δεν κάλυπτε το γραφείο του κ. Visy. Επομένως, η κατάσχεση οποιωνδήποτε αντικειμένων ήταν παράνομη και έπρεπε τα εν λόγω αντικείμενα να επιστραφούν. Το 2012, τα αντικείμενα επιστράφηκαν στον δικηγόρο του κ. Visy, αλλά κατασχέθηκαν εκ νέου αμέσως μετά από νέο αίτημα του αυστριακού εισαγγελέα.

Ο κ. Visy υπέβαλε σειρά αιτημάτων και καταγγελιών ενώπιον των σλοβακικών εισαγγελικών αρχών χωρίς επιτυχία. Απέρριψαν ειδικότερα το επιχείρημά του ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του επειδή τα αντικείμενα είχαν επιστραφεί και ανακτηθεί σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, θεωρώντας ότι ήταν η επιλογή του να μην συμμετάσχει αυτοπροσώπως στη μεταβίβαση των αντικειμένων.

Το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε νέα καταγγελία το 2013, διαπιστώνοντας ότι η επανεξέταση του μέτρου περιοριζόταν σε ζητήματα συνταγματικότητας και όχι νομιμότητας.

Ο κ. Visy ισχυρίζεται, ειδικότερα, ότι η εκ νέου κατάσχεση, το 2012, των αντικειμένων επιχειρηματικού περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένων και εγγράφων νομικού περιεχομένου/συμβουλών που προστατεύονται από τη σχέση απορρήτου δικηγόρου-πελάτη, παραβιάζει τα δικαιώματά του βάσει του άρθρου 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας) και το άρθρο 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής).

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ….

Παραβίαση του άρθρου 8

Άρθρο 8: Κανείς δεν αμφισβήτησε ότι τα εκ νέου κατασχεθέντα στοιχεία περιείχαν επιχειρηματικές πληροφορίες και περιλάμβαναν νομικές συμβουλές/έγγραφα οι οποίες προστατεύονταν από τη σχέση απορρήτου δικηγόρου-πελάτη. Η εκ νέου κατάσχεση βασιζόταν σε ένα έγγραφο που εκδόθηκε από την αυστριακή εισαγγελική υπηρεσία. Δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι σε οποιοδήποτε στάδιο στην Αυστρία ή στη Σλοβακία η κατάσχεση είχε διαταχθεί, εγκριθεί, επιτηρηθεί ή αναθεωρηθεί από δικαστήριο. Στο βαθμό που η αξιολόγηση της υπόθεσης του προσφεύγοντος από την PPS εξετάστηκε αργότερα από το Συνταγματικό Δικαστήριο, το πεδίο της επανεξέτασής του ήταν περιορισμένο από δύο απόψεις. Πρώτον, το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν επανεξέτασε την εκ νέου κατάσχεση ως τέτοια. Αντίθετα, είχε επανεξετάσει την αξιολόγηση της επαναληπτικής κατάσχεσης από την PPS. Δεύτερον, όπως αναφέρθηκε ειδικά από το Συνταγματικό Δικαστήριο, η επανεξέταση του μέτρου περιοριζόταν στα ζητήματα συνταγματικότητας και όχι νομιμότητας.

Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι, δεδομένου ότι η κατάσχεση είχε πραγματοποιηθεί αμέσως μετά την επιστροφή των εν λόγω αντικειμένων στον δικηγόρο του, είχε στερηθεί της δυνατότητας να συνεννοηθεί μαζί του και, κατ ‘επέκταση, τη δυνατότητα να ασκήσει σωστά τα δικαιώματά του. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η κλήτευση για την παραλαβή του υλικού που έπρεπε να επιστραφεί στον προσφεύγοντα είχε σχέση μόνο με την επιστροφή των αντικειμένων σε αυτόν και δεν αναφέρει τίποτα σχετικά με την εκ νέου κατάσχεση που έμελλε στην πραγματικότητα να ακολουθήσει. Έτσι, η συλλογιστική των αρχών ότι ήταν η ελεύθερη επιλογή του προσφεύγοντος να μην συμμετέχει αυτοπροσώπως στην παράδοση των αντικειμένων και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να διαμαρτυρηθεί ότι δεν θα μπορούσε να ασκήσει τα δικαιώματα του με τον δέοντα τρόπο δεν θα γινόταν δεκτή ως προς τα πραγματικά περιστατικά, δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν γνώριζε ότι τα περιουσιακά στοιχεία θα κατάσχονταν εκ νέου και επομένως δεν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε επιλογή ως προς το αν θα συμμετάσχει αυτοπροσώπως ή όχι. Συνεπώς, η συλλογιστική που παρείχαν οι οικείες αρχές σχετικά με το θέμα αυτό δεν μπορούσε να θεωρηθεί σχετική και επαρκής. Επιπλέον, το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι οι πληροφορίες που είχαν κατασχεθεί περιείχαν και πάλι νομικές πληροφορίες που προστατεύονταν από το απόρρητο της σχέσης δικηγόρου-πελάτη δεν φαίνεται να εξετάστηκε καθόλου από το PPS ή το Συνταγματικό Δικαστήριο.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εκ νέου κατάσχεση αποτελούσε απλώς ένα προκαταρκτικό μέτρο για την αξιοποίηση των εκ νέου κατασχεθέντων στοιχείων της κυρίας δίκης στην Αυστρία και ότι, αν τα στοιχεία αυτά είχαν πράγματι διαβιβαστεί στις αυστριακές αρχές, θα μπορούσε να ήταν δυνατόν στον προσφεύγοντα να διεκδικήσει τα δικαιώματά του και τα συμφέροντά του ενώπιον τους, ανάλογα με την περίπτωση. Ωστόσο, η Σύμβαση είχε ως σκοπό την εγγύηση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τα οποία ήταν πρακτικά και αποτελεσματικά σε αντίθεση με εκείνά που ήταν θεωρητικά ή απατηλά. Ως εκ τούτου, σε σχέση με την εκ νέου κατάσχεση, η Σλοβακία παρέμεινε δεσμευμένη από το άρθρο 1 της Σύμβασης να εξασφαλίσει στον προσφεύγοντα τα δικαιώματά του βάσει των δικαιωμάτων και ελευθεριών που ορίζονται στη Σύμβαση και στα Πρωτόκολλά της.

Δεδομένου ότι οι εθνικές αρχές δεν κατάφεραν να παράσχουν σχετικούς και επαρκείς λόγους για την απόρριψη των καταγγελιών του προσφεύγοντος σε σχέση με την εκ νέου κατάσχεση και για το λόγο αυτό δεν είχε επωφεληθεί από αποτελεσματικές διασφαλίσεις και εγγυήσεις κατά της αυθαιρεσίας και της κατάχρησης, η εκ νέου κατάσχεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ανάλογη προς τον θεμιτό σκοπό που επιδιώκει και επομένως ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Άρθρο 41

Δίκαιη ικανοποίηση: 2.000 ευρώ (ηθική βλάβη)(επιμέλεια echrcaselaw.com). 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες