Δημοσιοποίηση στο διαδίκτυο ερωτικού βίντεο δημοσιογράφου από κρυφή κάμερα. Η αναποτελεσματική έρευνα για ανακάλυψη των υπαιτίων παραβιάζει το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής

ΑΠΟΦΑΣΗ

Khadija Ismayilova κατά Αζερμπαϊτζάν της 10.01.2018  (αρ. 65286/13 και 57270/14)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικαίωμα στην προστασία της ιδιωτικής ζωής δημοσιογράφου και της ελευθερίας έκφρασής  της. Η προσφεύγουσα είναι γνωστή δημοσιογράφος του Αζερμπαϊτζάν που εργάζεται σε γνωστό ραδιοφωνικό σταθμό ασκώντας συχνά κριτική στη κυβέρνηση. Ενώ η ίδια  ερευνούσε σκάνδαλα της οικογενείας του Προέδρου της χώρας έλαβε απειλητική επιστολή να σταματήσει τις έρευνές της και στη συνέχεια δημοσιοποιήθηκαν στο διαδίκτυο βίντεο ερωτικού περιεχομένου μεταξύ αυτής και του συντρόφου της που ελήφθη από κρυφή κάμερα. Το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι δεν ερευνήθηκε η υπόθεση από τις ανακριτικές αρχές προσδιορίζοντας τους τομείς που δεν ερευνήθηκαν (μη εντοπισμός των ιδιοκτητών των ιστότοπων που αναρτήθηκαν τα βίντεο στο διαδίκτυο, μη  προσδιορισμός της πηγής των βίντεο και της ταυτότητας τους, υπερβολική και περιττή δημόσια  αποκάλυψη ευαίσθητων δεδομένων κλπ.) ώστε να διαλευκανθεί η υπόθεση. Υπήρξε αναποτελεσματική και περιττή έρευνα που παραβίασε την ιδιωτική ζωή της προσφεύγουσας. Το ΕΔΔΑ έκρινε επίσης ότι το κράτος είχε επίσης καθήκον να προστατεύσει την ελευθερία έκφρασης της προσφεύγουσας και διαπίστωσε επίσης παραβίαση και του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

ΣΧΟΛΙΟ-ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

Ιδιαίτερα χρήσιμη απόφαση για την προστασία της ατομικής ζωής των πολιτών και της υποχρέωσης του κράτους να την προστατεύει. Το ΕΔΔΑ εδώ δημιουργεί ένα προστατευτικό πλαίσιο για τους προσφεύγοντες μέσω των θετικών υποχρεώσεων του κράτους επισημαίνοντας τους τρόπους αποτελεσματικής και άμεσης έρευνας για τις περιπτώσεις προσβολής της ιδιωτικής ζωής, πράγμα που δεν έκαναν οι αρμόδιες αρχές. Σημαντική και η καταδίκη και για περιττή και υπερβολική έκθεση της προσφεύγουσας μέσω δημοσιοποιημένων ευαίσθητων προσωπικών στοιχείων της.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Αρθρο 8

Αρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η υπόθεση αφορά αναφερομένη δυσφημιστική εκστρατεία κατά γνωστής δημοσιογράφου.

Η προσφεύγουσα, Khadija Rovshan qizi Ismayilova, είναι υπήκοος του Αζερμπαϊτζάν που γεννήθηκε το 1976 και ζει στο Μπακού. Εργάζεται ως ερευνητική  δημοσιογράφος από το 2005, δουλεύοντας ιδιαίτερα για την Azadliq Radio (Ραδιοφωνική Ελεύθερη Ευρώπη). Ασκούσε συχνά κριτική στο έργο της κυβέρνησης. Ειδικότερα, μεταξύ του 2010 και του 2012, διεξήγαγε έρευνα σχετικά με ισχυρισμούς διαφθοράς από την οικογένεια του Προέδρου του Αζερμπαϊτζάν.

Τον Μάρτιο του 2012 η προσφεύγουσα έλαβε μια απειλητική επιστολή με φωτογραφίες που λήφθηκαν από ένα βίντεο δικό της και του τότε φίλου της κατά τη διάρκεια σεξουαλικής επαφής. Το βίντεο είχε γυριστεί στο υπνοδωμάτιο του σπιτιού της με μια κρυφή κάμερα. Η επιστολή, που ταχυδρομήθηκε από τη Μόσχα, ανέφερε «Πουτάνα, σταμάτα να ασχολείσαι με αυτό που κάνεις, αλλιώς θα ντροπιαστείς!».

Λίγο αργότερα, το βίντεο δημοσιεύτηκε στο Διαδίκτυο. Άλλα δύο τέτοια βίντεο διαδόθηκαν το 2013. Περίπου την ίδια χρονική στιγμή με την δημοσίευση του πρώτου βίντεο, τρεις εφημερίδες ελεγχόμενες από το κράτος δημοσίευσαν κείμενα κατηγορώντας την για έλλειψη επαγγελματισμού, αντικυβερνητική προκατάληψη και ανήθικη συμπεριφορά.

Η κα Ismayilova ανακάλυψε πολλές κρυφές κάμερες στο διαμέρισμά της, νέα τηλεφωνική γραμμή που εγκαταστάθηκε πρόσφατα και τα καλώδια δεδομένων που χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση λήψεων από τις κάμερες. Οι εισαγγελικές αρχές ξεκίνησαν ποινικές διαδικασίες σχετικά με την απειλητική επιστολή και το βίντεο που λήφθηκε κρυφά. Πραγματοποιήθηκαν διάφορα διαδικαστικά βήματα, μεταξύ των οποίων η εξέταση της προσφεύγουσας και την αποδοχή του αιτήματος της να λάβει επίσημη δήλωση από τον τηλεπικοινωνιακό μηχανικό (υπάλληλο του κρατικού γραφείου Baktelekom), ο οποίος παραδέχθηκε ότι είχε διαταχθεί να εγκαταστήσει μια δεύτερη τηλεφωνική γραμμή στο διαμέρισμα της και να εγκαταστήσει και τα αντίστοιχα καλώδια. Μεταξύ Απριλίου 2012 και Αυγούστου 2013, οι αρχές διέταξαν επίσης μια εξειδικευμένη εξέταση της ταχυδρομικής συσκευασίας της απειλητικής επιστολής, των εικόνων που περιείχε και των καλωδίων που βρέθηκαν στο διαμέρισμα.

Ως απάντηση στις δημόσιες καταγγελίες της προσφεύγουσας σχετικά με τη φερόμενη αναποτελεσματικότητα της έρευνας, οι εισαγγελικές αρχές δημοσίευσαν έκθεση σχετικά με την κατάσταση τον Απρίλιο του 2012, σημειώνοντας ότι είχαν εξετάσει ορισμένους μάρτυρες, μεταξύ των οποίων τους φίλους της, συναδέλφους και μέλη της οικογένειάς της.

Η προσφεύγουσα άσκησε αμέσως αγωγή, υποστηρίζοντας ότι η έκθεση είχε αποκαλύψει πληροφορίες σχετικά με την ιδιωτική της ζωή, δηλαδή τα πλήρη ονόματα και επαγγέλματα των φίλων της, των συναδέλφων και της οικογένειάς της καθώς και τη διεύθυνση κατοικίας της και την ταυτότητα του φίλου που είχε εμφανιστεί στο βίντεο.

Η αγωγή της απορρίφθηκε, όπως και όλες οι μεταγενέστερες. Τα δικαστήρια διαπίστωσαν ειδικότερα ότι ο σκοπός της έκθεσης ήταν να αντιμετωπιστεί η πιθανότητα το κοινό να σχηματίσει αρνητική γνώμη σχετικά με τις εισαγγελικές αρχές εξαιτίας των καταγγελιών της κας Ismayilova αναφορικά με την αναποτελεσματικότητα της έρευνας για την περίπτωσή της.

Μεταξύ του 2013 και του 2014, η κα Ismayilova κατέθεσε ορισμένες καταγγελίες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ισχυριζόμενη ότι οι εισαγγελικές αρχές καθυστερούσαν στην έρευνα και, ως απάντηση στα ερωτήματά της, είχαν μόνο αόριστα υποδείξει ότι η έρευνα ήταν ακόμη σε εξέλιξη.

Η κα Ismayilova έχει υποβάλλει και δεύτερη προσφυγή (αριθ. προσφ.30778/15) ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σχετικά με σύλληψή της και την κράτησή της το 2014 για μαζική κατάχρηση και φοροδιαφυγή καθώς και κατάχρηση εξουσίας κατά τη διάρκεια εργασίας της για το ραδιόφωνο Azadliq. Αθωώθηκε εν μέρει το 2016 και απελευθερώθηκε.

Με βάση το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας), η κ. Ismayilova ισχυρίζεται ότι το κράτος ήταν είτε άμεσα υπεύθυνο για τις πολύ σοβαρές εισβολές στην ιδιωτική της ζωή, δηλαδή την απειλητική επιστολή, τις κρυμμένες κάμερες στην κρεβατοκάμαρά της και τη δημοσίευση των εν λόγω ιδιωτικών βίντεο ή, εν πάση περιπτώσει, δεν συμμορφώθηκε με το καθήκον του να λάβει μέτρα για την προστασία της ιδιωτικής της ζωής, διότι δεν διεξήγαγε αποτελεσματική έρευνα και τον εντοπισμό των υπευθύνων. Υποστηρίζει επίσης, ότι η έκθεση για την υπόθεσή της αποκάλυψε σημαντικό αριθμό ευαίσθητων προσωπικών πληροφοριών που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, προκαλώντας της μεγαλύτερο άγχος και φόβο. Τέλος, με βάση το άρθρο 10 (ελευθερία έκφρασης), υποστηρίζει ότι το κράτος είτε συμμετείχε άμεσα είτε παρέλειψε να λάβει μέτρα για την αποφυγή της συστηματικής επίθεσης εναντίον της. Υποστηρίζει ειδικότερα ότι η παρενόχληση της είναι μέρος ενός σχεδίου πολιτικού εκφοβισμού κατά των δημοσιογράφων στο Αζερμπαϊτζάν.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Α) Όσον αφορά την παραβίαση του άρθρου 8:

α) σχετικά με την απειλητική επιστολή, τη μυστική βιντεοσκόπηση και τη δημοσίευση ιδιωτικών βίντεο.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε, αφενός, ότι δεν ήταν δυνατό να αποδειχθεί «πέρα από εύλογη αμφιβολία» ότι το ίδιο το κράτος ήταν υπεύθυνο για την πολύ σοβαρή επίθεση στην ιδιωτική ζωή της προσφεύγουσας. Τα επιχειρήματά της βασίστηκαν σε περιστασιακά στοιχεία ή σε υποθέσεις που απαιτούσαν επιβεβαίωση και περαιτέρω έρευνα.

Από την άλλη πλευρά, το κράτος είχε καθήκον βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης να διερευνά πράξεις οι οποίες προσέβαλαν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η παραλαβή της απειλητικής επιστολής, η μη εξουσιοδοτημένη είσοδος στο διαμέρισμά της για την εγκατάσταση καλωδίων και βιντεοκαμερών, η μυστική βιντεοσκόπηση των προσωπικών πτυχών της ιδιωτικής ζωής και η επακόλουθη δημόσια ταπείνωση μέσω της διάδοσης του βίντεο, αποτελούσε σοβαρή, αυθαίρετη και εξαιρετικά έντονη εισβολή στην ιδιωτική ζωή της.

Ωστόσο, υπήρξαν σημαντικές αδυναμίες και καθυστερήσεις στον τρόπο με τον οποίο είχαν οι αρχές εξετάσει και ερευνήσει την υπόθεση. Αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι τα αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά της προσφεύγουσας ήταν αποτέλεσμα μιας φαινομενικά προσεκτικά προγραμματισμένης και εκτελεσθείσας επιχείρησης που περιελάμβανε μια  συντονισμένη προσπάθεια πολλών ατόμων.

Πρώτον, η κυβέρνηση είχε υποβάλει μόνο αντίγραφα των αποφάσεων που διέτασσαν διαδικαστικά βήματα, χωρίς να αποδεικνύει εάν τα βήματα αυτά είχαν πράγματι πραγματοποιηθεί. Ούτε υπέβαλε κανένα επίσημο αντίγραφο της εξέτασης του πολύ σημαντικού μάρτυρα, του μηχανικού Baktelekom, ο οποίος θα μπορούσε να ρίξει φως σχετικά με το ποιος του έδωσε εντολές. Πράγματι, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, ο ανακριτικός υπάλληλος, ο οποίος παραβρίσκονταν  σε μια συνάντηση που είχε κανονίσει με τον μηχανικό στο διαμέρισμά της αμέσως μετά την ανακάλυψη των κρυμμένων καμερών, απέφυγε να καταγράψει τις δηλώσεις του.

Επιπλέον, δεν υπήρχε υλικό στο αρχείο της υπόθεσης για να δείξει ότι η απειλητική επιστολή με τις φωτογραφίες, η οποία προφανώς είχε αποσταλεί από τη Μόσχα, είχαν ερευνηθεί. Θα μπορούσε για παράδειγμα να σταλεί επίσημο αίτημα στις ρωσικές αρχές.

Ένα άλλο άμεσο στάδιο έρευνας θα μπορούσε επίσης να ήταν ο εντοπισμός των ιδιοκτητών ή / και των φορέων εκμετάλλευσης των  δύο ιστότοπων που χρησιμοποιούνται για την ανάρτηση των βίντεο στο διαδίκτυο και για τον προσδιορισμό της πηγής των βίντεο και της ταυτότητας αυτών που τα ανάρτησαν.

Το πιο σημαντικό είναι ότι δεν υπήρξε καμία έρευνα για να διαπιστωθεί αν υπήρχε σχέση μεταξύ του γεγονότος ότι η προσφεύγουσα ήταν γνωστή δημοσιογράφος εξαιρετικά επικριτική με την κυβέρνηση. Παρά τις καταγγελίες της κυρίας Ismayilova, δεν σημειώθηκε πρόοδος στην έρευνα μετά τον Αύγουστο του 2013.

Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι αρχές του Αζερμπαϊτζάν δεν είχαν συμμορφωθεί με τις θετικές τους υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 8 να προστατεύσουν την ιδιωτική ζωή της προσφεύγουσας λόγω των σημαντικών ελλείψεων στην έρευνα και τη συνολική διάρκεια της διαδικασίας στην υπόθεση της.

β) σχετικά με τη δημοσίευση των προσωπικών πληροφοριών στην έκθεση έρευνας

Η κ. Ismayilova διαμαρτυρήθηκε για την υπερβολική και περιττή αποκάλυψη ευαίσθητων ιδιωτικών λεπτομερειών στην αναφορά. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η δημοσιοποίηση τέτοιων πληροφοριών αποτελούσε παρέμβαση στα δικαιώματα της ιδιωτικής ζωής και δεν ήταν δικαιολογημένη.

Εκτός από το επιχείρημα ότι ο σκοπός της έκθεσης σχετικά με την κατάσταση ήταν «να ενημερώσει το κοινό σχετικά με τη πρόοδο της έρευνας», η κυβέρνηση δεν είχε εξηγήσει ποιος ήταν ο νόμιμος σκοπός που εξυπηρετούσε η δημοσίευση της διεύθυνσης και της ταυτότητας του συντρόφου κάποιου που τον είχαν βιντεοσκοπήσει κρυφά παραβιάζοντας την ιδιωτικότητα του σπιτιού του κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής.

Πράγματι, δεδομένου ότι η ίδια η έρευνα αφορούσε μια αδικαιολόγητη και καταφανή εισβολή στην  ιδιωτική ζωή, οι αρχές θα πρέπει να έχουν ασκήσει μεγαλύτερη προσοχή ώστε να μην συνεχιστεί η παράβαση των δικαιωμάτων της.

Β) Όσον αφορά την παραβίαση του άρθρου 10 (σχετικά με την αποτυχία προστασίας της ελευθερίας έκφρασης)

Το Δικαστήριο σημείωσε το γεγονός ότι η απειλητική επιστολή που έλαβε η προσφεύγουσα  σχετίζονταν με την επαγγελματική δημοσιογραφική της δραστηριότητα. Έλαβε επίσης υπόψη τις εκθέσεις με τη γενική κατάσταση στο Αζερμπαϊτζάν σχετικά με τους δημοσιογράφους, και ιδίως το φερόμενο διωγμό τους, συμπεριλαμβανομένης των πραγματικών σωματικών επιθέσεων και το εμφανές κλίμα ατιμωρησίας για τους υπεύθυνους. Η ίδια η κυρία Ismayilova είχε εκφράσει τον φόβο ότι είχε πέσει θύμα λόγω του δημοσιογραφικού της έργου.

Σε μια τέτοια κατάσταση, το κράτος δεν ήταν απλώς υποχρεωμένο να λάβει μέτρα για την προστασία στην εισβολή στην ιδιωτική της ζωή, αλλά είχε επίσης καθήκον δυνάμει του άρθρου 10 της Σύμβασης να προστατεύσει την ελευθερία έκφρασης της προσφεύγουσας. Ωστόσο, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο, η ποινική έρευνα ήταν εσφαλμένη και είχε καθυστερήσει, και η κατάσταση είχε επιδεινωθεί από τα άρθρα που δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες και από τη δημόσια αποκάλυψη  πληροφοριών σχετικά με την ιδιωτική ζωή χωρίς προφανή λόγο. Αυτό ήταν αντίθετο με το πνεύμα ενός περιβάλλοντος που προασπίζει και προστατεύει τη δημοσιογραφία.

Έτσι, οι αρχές δεν τήρησαν επίσης τη θετική υποχρέωσή τους να προστατεύσουν την ελευθερία έκφρασης της προσφεύγουσας , παραβιάζοντας το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι το Αζερμπαϊτζάν έπρεπε να καταβάλει στην προσφεύγουσα το ποσό των 15.000 ευρώ για ηθική της βλάβη και 1.750 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες