Η κράτηση ανώτατου Δικαστή στην Τουρκία, ήταν παράνομη και παραβίασε το δικαίωμα στην ελευθερία και στην ασφάλεια. Κρίση επί της ουσίας.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Alparslan Altan κατά Τουρκίας της 16-04-2019 (αρ. προσφ. 12778/17)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κράτηση δικαστή του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Τουρκίας μετά την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016. Ο προσφεύγων στερήθηκε της ελευθερίας του λόγω υποψίας συμμετοχής σε ένοπλη τρομοκρατική  οργάνωση, FETÖ / PDY. Με απόφαση που εκδόθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2017, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι αυτόφωρο έγκλημα προέκυψε κατά τη διάρκεια της σύλληψης του δικαστή λόγω υποψίας συμμετοχής του σε ένοπλη οργάνωση. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επέκταση από το δικαστήριο του πεδίου εφαρμογής της έννοιας του αυτόφωρου αδικήματος σήμαινε ότι ο προσφεύγων δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι επειδή ήταν ύποπτος για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, και ότι αυτό μπορούσε να είναι αρκετό για να στερηθεί των διαδικαστικών εγγυήσεων που παρέχονται στα μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Όσον αφορά τη διάταξη για την προσωρινή κράτηση του κ. Altan στις 20 Ιουλίου 2016, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία δεν υποστηρίζουν το συμπέρασμα ότι υπήρξε εύλογη υποψία για την αρχική κράτηση. Υπό τις συνθήκες αυτές, η υποψία εναντίον του εκείνη την εποχή δεν είχε φτάσει στο ελάχιστο επίπεδο «λογικής» που απαιτείται από το άρθρο 5 § 1 (γ). Αν και είχε επιβληθεί λόγω δικαστικής εποπτείας, η διαταγή κράτησης βασίστηκε σε απλή υποψία συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, ανεξάρτητα από κάθε εκκρεμούσα ποινική διαδικασία. Ένας τέτοιος βαθμός υποψίας δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την κράτηση δικαστή που υπηρετεί σε δικαστήριο υψηλού επιπέδου, εν προκειμένω το Συνταγματικό Δικαστήριο.

Το Στρασβούργο παρατήρησε, επίσης, ότι τα μέτρα που ελήφθησαν κατά του προσφεύγοντος δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ότι απαιτούνταν για τους σκοπούς του άρθρου 15 (παρέκκλιση σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης) της Σύμβασης. Παραβίαση του Άρθρου 5 § 1 (δικαίωμα στην ελευθερία και ασφάλεια) της ΕΣΔΑ λόγω του παράνομου χαρακτήρα της αρχικής προσωρινής κράτησης του προσφεύγοντος και παραβίαση του άρθρου 5 § 1 λόγω της απουσίας εύλογης υποψίας ότι είχε διαπράξει το αδίκημα, κατά τη στιγμή της προσωρινής κράτησης.

ΣΧΟΛΙΟ-ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ:

Η παρούσα απόφαση αποτελεί συνέχεια μίας σειράς αποφάσεων του Στρασβούργου, με τις οποίες το Δικαστήριο υπεισέρχεται στην ουσία των υποθέσεων (βλ. Rustamzade κατά Αζερμπαϊτζάν της 07-03-2019 με αρ. προσφ. 38239/16 και lgar Mammadov κατά Αζερμπαϊτζάν (αριθ. 2) της 16.11.2017 με αριθ. 919/15)

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 5

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Alparslan Altan, είναι Τούρκος υπήκοος που γεννήθηκε το 1968 και ζει στην Άγκυρα. Είναι πρώην μέλος του τουρκικού Συνταγματικού Δικαστηρίου και βρίσκεται σήμερα υπό κράτηση. Η υπόθεση αφορά την κράτησή του μετά την απόπειρα πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου 2016.

Κατά τη διάρκεια της νύχτας στις 15 Ιουλίου 2016, μια ομάδα ατόμων που ανήκουν στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις που αυτό ονομάζονται το «Συμβούλιο Εσωτερικής Ειρήνης», διοργάνωσαν απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος. Οι εθνικές αρχές κατηγόρησαν το δίκτυο που συνδέεται με τον Fetullah Gülen, έναν Τούρκο πολίτη που ζει στην Πενσυλβάνια (Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής) και θεωρείται ηγέτης μιας οργάνωσης γνωστής ως FETÖ / PDY (“Οργανισμός Τρομοκρατίας Gülenist / Παράλληλη Κρατική Διάρθρωση”). Στις 20 Ιουλίου 2016 η κυβέρνηση κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Την επομένη, οι τουρκικές αρχές ενημέρωσαν τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης για παρέκκλιση από τη Σύμβαση βάσει του άρθρου 15.

Η κυβέρνηση δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια και μετά την απόπειρα πραξικοπήματος οι εισαγγελικές αρχές είχαν ξεκινήσει ποινικές έρευνες σε σχέση με τα πρόσωπα που εμπλέκονται και άλλα που συνδέονται με τη FETÖ / PDY, συμπεριλαμβανομένων μελών του δικαστικού σώματος. Στις 16 Ιουλίου 2016 περίπου 3.000 δικαστές, συμπεριλαμβανομένων δύο μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου και πάνω από 160 δικαστές του Ακυρωτικού Δικαστηρίου και το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, τέθηκαν υπό προσωρινή κράτηση και στη συνέχεια κρατήθηκαν.

Επιπλέον, εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης για τριάντα δικαστές των ανώτατων δικαστηρίων που θεωρείται ότι έχουν διαφύγει. Στις 16 Ιουλίου 2016, στο πλαίσιο της ποινικής έρευνας που κίνησε η εισαγγελία της Άγκυρας, ο κ. Altan συνελήφθη και τέθηκε υπό αστυνομική κράτηση μετά τις οδηγίες του εισαγγελέα.

Στις 20 Ιουλίου 2016 ο κ. Altan εμφανίστηκε ενώπιον δικαστή μαζί με άλλα δεκατρία άτομα ύποπτα για την απόπειρα ανατροπής της συνταγματικής τάξης και της ιδιότητας μέλους του FETÖ / PDY. Ο κ.  Altan αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες εναντίον του. Την ίδια ημέρα ο δικαστής διέταξε τον κ. Altan και τους λοιπούς ύποπτους να τεθούν υπό προσωρινή κράτηση.

Στις 4 Αυγούστου 2016, το Συνταγματικό Δικαστήριο, που συνεδρίασε ως πενταμελές δικαστήριο, διέγραψε τον κ. Altan από το αξίωμά του. Διαπίστωσε, βάσει του άρθρου 3 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 667, ότι ήταν προφανές από “πληροφορίες που αποκτήθηκαν μέσω κοινωνικών επαφών “και από” την συναίνεση που είχε αναπτυχθεί με την πάροδο του χρόνου “μεταξύ των μελών  του Συνταγματικού Δικαστηρίου ότι ο προσφεύγων είχε συνδέσμους με τον εν λόγω οργανισμό και ότι δεν ήταν πλέον κατάλληλος για τη θέση.

Στις 9 Αυγούστου 2016 ένας δικαστής απέρριψε την έφεση του κ. Altan κατά της Διάταξης κράτησης. Ο προσφεύγων υπέβαλε πολλές αιτήσεις προσωρινής ελευθέρωσης οι οποίες απορρίφθηκαν από την αρμόδια αρχή του δικαστηρίου.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 2016 ο κ. Altan υπέβαλε ατομική προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο.

Στις 11 Ιανουαρίου 2018 το Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση κρίνοντας ότι οι κατηγορίες βασίστηκαν σε καταθέσεις ανώνυμων μαρτύρων και ύποπτων, μηνύματα που ανταλλάσσονταν μέσω της υπηρεσίας μηνυμάτων ByLock και σήματα κινητής τηλεφωνίας. Εξετάζοντας τη καταγγελία σχετικά με τη νομιμότητα της αρχικής κράτησης του κ. Altan έκρινε ότι το ζήτημα αυτό πρέπει να εξεταστεί σύμφωνα με το άρθρο 15 του Συντάγματος, με το οποίο, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών θα μπορούσε να ανασταλεί εν μέρει ή πλήρως ή να ληφθούν μέτρα παρέκκλισης από τις εγγυήσεις που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα. Όσον αφορά το βάσιμο της καταγγελίας, σημείωσε ότι το φερόμενο αδίκημα – συμμετοχή σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση – ήταν ένα συνηθισμένο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με βαριά ποινή και υπάγεται στη δικαιοδοσία των Κακουργιοδικείων.

Το Συνταγματικό Δικαστήριο παρατήρησε επίσης ότι, λαμβανομένων υπόψη των πολύ συγκεκριμένων περιστάσεων που περιβάλλουν την απόπειρα πραξικοπήματος και το βαθμό στον οποίο η FETÖ / PDY είχε διεισδύσει στις διοικητικές και δικαστικές  αρχές, η διαταγή προσωρινής κράτησης του κ. Altan θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ήταν ανάλογη και βασίζεται σε δικαιολογημένους λόγους.

Στις 15 Ιανουαρίου 2018 η Εισαγγελία του Ανώτατου Δικαστηρίου υπέβαλε κατηγορητήριο όσον αφορά τον κ. Altan, κατηγορώντας τον ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 314 του Ποινικού Κώδικα, ότι είναι μέλος μιας ένοπλης τρομοκρατικής οργάνωσης, δηλαδή της FETÖ / PDY.

Σε συνοπτική απόφαση της 6ης Μαρτίου 2019, η 9η Ποινική Διεύθυνση του Ακυρωτικού Δικαστηρίου καταδίκασε τον κ. Altan σε κάθειρξη 11 ετών και τρεις μήνες για την συμμετοχή του σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση. Δύο επιπλέον ατομικές προσφυγές που κατέθεσε ο κ. Altan ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου εκκρεμούν ακόμη.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 5 §§ 1 και 3

Νομιμότητα της προσωρινή κράτηση του προσφεύγοντος

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι δεν υποστηρίχθηκε ότι ο κ. Altan συνελήφθη και τοποθετήθηκε υπό προσωρινή κράτηση κατά τη διάπραξη αδικήματος που συνδέεται με την απόπειρα πραξικοπήματος της 15 Ιουλίου 2016, αν και η εισαγγελία της Άγκυρας, στις οδηγίες της 16ης Ιουλίου 2016, είχε επίσης αναφέρει το αδίκημα της απόπειρας ανατροπής της συνταγματικής τάξης. Το τελευταίο αδίκημα δεν είχε ληφθεί υπόψη από τον δικαστή ο οποίος στη συνέχεια εξέτασε τον κ. Altan και διέταξε την προσωρινή κράτησή του.

Επομένως, ο προσφεύγων στερήθηκε της ελευθερίας του κυρίως λόγω υποψίας ότι ήταν μέλος της FETÖ / PDY, που θεωρούνται από τις ελεγκτικές αρχές και τα τουρκικά δικαστήρια ως ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση που είχε προγραμματίσει την απόπειρα πραξικοπήματος.

Το Συνταγματικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι αυτό αποτελούσε την πραγματική και νομική βάση της διαπίστωσης από τις ερευνητικές αρχές ότι υπήρξε περίπτωση αυτόφωρου αδικήματος(flagrante delicto).

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι με την κύρια απόφαση που εκδόθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2017, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι μια κατάσταση flagrante delicto προέκυψε όταν συνελήφθη ένας δικαστής με την υποψία διάπραξης του αδικήματος της συμμετοχής σε ένοπλη οργάνωση. Η κύρια απόφαση έδειξε ότι σε υποθέσεις που αφορούσαν το φερόμενο αδίκημα προσχώρησης σε εγκληματική οργάνωση, αρκούσε να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 100 του κώδικα ποινικής δικονομίας (CCP) ώστε να διαταχθεί ο ύποπτος που ήταν μέλος του δικαστικού σώματος να τεθεί υπό προσωρινή κράτηση με τη δικαιολογία  ότι υπήρξε περίπτωση flagrante delicto/αυτόφωρου αδικήματος.

Το Δικαστήριο παρατήρησε, ωστόσο, ότι το άρθρο 2 του CCP προέβλεπε έναν συμβατικό ορισμό της έννοιας του flagrante delicto, που συνδέεται με την ανακάλυψη ενός αδικήματος κατά τη διάρκεια διάπραξης του ή αμέσως μετά. Ωστόσο, σύμφωνα με το προαναφερθέν προηγούμενο του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, μια υποψία συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση θα μπορούσε να αρκεί για να χαρακτηρίσει μια υπόθεση flagrante delicto χωρίς την ανάγκη να καθιερωθεί οποιοδήποτε σημερινό πραγματικό στοιχείο ή οποιοδήποτε άλλη ένδειξη μιας συνεχιζόμενης εγκληματικής πράξης. Επιπλέον, από την ανάγνωση της απόφασης του Ακυρωτικού Δικαστηρίου της 10ης Οκτωβρίου 2017, δεν ήταν σαφές με ποιο τρόπο η πάγια νομολογία του δικαστηρίου σχετικά με την έννοια της συνεχιζόμενης παράβασης θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της έννοιας της flagrante delicto, το οποίο σχετίζεται με την ύπαρξη μιας τρέχουσας εγκληματικής πράξης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 του CCP. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, η επέκταση του πεδίου εφαρμογής της έννοιας αυτής από τα εθνικά δικαστήρια και η εκ μέρους τους εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν μόνο προβληματική από την άποψη της αρχής της ασφάλειας δικαίου, αλλά φαίνεται προφανώς παράλογη.

Κατά συνέπεια, η κράτηση του προσφεύγοντος, που διατάχθηκε βάσει του άρθρου 100 του CCP, στερούμενος των διαδικαστικών εγγυήσεων που παρέχονται στα μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου, δεν είχε διεξαχθεί σύμφωνα με διαδικασία που προβλέπεται από το νόμο, όπως απαιτείται από το άρθρο 5 § 1.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι μια εκτεταμένη ερμηνεία της έννοιας του flagrante delicto δεν μπορούσε σαφώς να θεωρηθεί ως κατάλληλη απάντηση στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Μια τέτοια ερμηνεία, η οποία, εξάλλου, δεν είχε υιοθετηθεί ως απάντηση στις ανάγκες της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, δεν ήταν μόνο προβληματική από την άποψη της αρχής της ασφάλειας δικαίου, αλλά αναιρέθηκαν οι διαδικαστικές διασφαλίσεις που παρέχονται στα μέλη του δικαστικού σώματος για την προστασία στη παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας. Είχε νομικές συνέπειες που ξεπερνούσαν πολύ το πλαίσιο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και ουδόλως αιτιολογήθηκε από τις ιδιαίτερες περιστάσεις που ανέκυψαν στο πλαίσιο αυτό.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση να τεθεί ο προσφεύγων σε προσωρινή κράτηση η οποία δεν είχε ληφθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος “, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απαιτούνταν αυστηρά από τις απαιτήσεις της κατάστασης.

Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 λόγω του παράνομου χαρακτήρα της προσωρινής κράτησης του προσφεύγοντος.

Υποτιθέμενη έλλειψη εύλογης υποψίας ότι ο προσφεύγων διέπραξε αδίκημα

Το Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις προκειμένου να προσδιορίσει αν υπήρχαν αντικειμενικές πληροφορίες από τις οποίες προέκυπτε ότι υπήρχε εύλογη υποψία εναντίον του προσφεύγοντος κατά την αρχική κράτησή του.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο της υπόθεσης απαιτούσε υψηλό επίπεδο ελέγχου των γεγονότων. Έλαβε υπόψη τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Τουρκία μετά την απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος και δέχτηκε ότι η απόπειρα πραξικοπήματος αποτελούσε σοβαρή απειλή για τη δημοκρατία στην Τουρκία.

Η κυβέρνηση είχε υπογραμμίσει την άτυπη φύση της εν λόγω οργάνωσης – τα τουρκικά δικαστήρια ισχυρίστηκαν ότι η οργάνωση είχε προετοιμάσει την απόπειρα πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου 2016 – και υποστήριξαν ότι είχε εκτενώς διεισδύσει σε κρατικούς θεσμούς και στο δικαστικό σύστημα. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, τέτοιες φερόμενες περιστάσεις θα μπορούσαν να σημαίνουν ότι η “εύλογη” υποψία δικαιολογεί την κράτηση δεν μπορούσε να κριθεί σύμφωνα με τα ίδια πρότυπα όπως  εφαρμόζεται κατά την αντιμετώπιση συμβατικών αδικημάτων.

Ωστόσο, οι ανάγκες της αντιμετώπισης του οργανωμένου εγκλήματος δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την επέκταση της έννοιας του “εύλογου” σε σημείο που η ουσία της διασφαλίσεως που διασφαλίζεται από το άρθρο 5 § 1, στοιχείο γ) της  σύμβασης να έχει υποστεί βλάβη. Το καθήκον του Δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση ήταν να εξακριβωθεί αν υπάρχουν επαρκή αντικειμενικά στοιχεία κατά την αρχική κράτηση του κ. Altan για να ικανοποιήσει έναν αντικειμενικό παρατηρητή ότι θα μπορούσε να διαπράξει το αδίκημα του οποίου είχε κατηγορηθεί από τις εισαγγελικές αρχές. Κατ ‘αυτόν τον τρόπο, έπρεπε να εκτιμήσει κατά πόσον το εν λόγω μέτρο δικαιολογείται βάσει των γεγονότων και των πληροφοριών που ήταν διαθέσιμα  κατά τον κρίσιμο χρόνο και υποβάλλονται στον έλεγχο των δικαστικών αρχών που διατάσσουν το μέτρο.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι μετά την περιγραφή των χαρακτηριστικών της οργάνωσης FETÖ / PDY και της μυστικότητας της δομής του δικαστικού σώματος, το Συνταγματικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στις δύο καταθέσεις των ανώνυμων μαρτύρων, καταθέσεις του  πρώην εισηγητή του Συνταγματικού Δικαστηρίου που ανήκουν στο FETÖ / PDY, μηνύματα που ανταλλάσσονταν μέσω του ByLock μεταξύ άλλων ατόμων,  πληροφορίες σχετικά με τις τηλεφωνικές γραμμές και αρχεία ταξιδιών στο εξωτερικό. Αυτά τα στοιχεία των αποδεικτικών στοιχείων είχαν συγκεντρωθεί πολύ μετά την αρχική κράτηση του προσφεύγοντος. Το πρώτο στοιχείο που έπρεπε να ληφθεί είχε καταγραφεί στις 4 Αυγούστου 2016, περισσότερες από δύο εβδομάδες μετά την προσωρινή κράτηση του προσφεύγοντος.  Οι άλλες καταθέσεις και αποδεικτικά στοιχεία είχαν αποκτηθεί αρκετό καιρό μετά. Ο προσφεύγων είχε επανειλημμένως επιστήσει την προσοχή των εθνικών δικαστηρίων στο γεγονός αυτό, υποστηρίζοντας ιδίως ότι δεν υπήρχαν συγκεκριμένα στοιχεία που να δικαιολογούσαν την κράτηση του. Ωστόσο, στην απόφαση που οδήγησε στην απόρριψη της αίτησης του κ. Altan, το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν εξέτασε  το εν λόγω ζήτημα. Ομοίως, η κυβέρνηση παρέμεινε σιωπηλή ως προς το θέμα.

Επομένως, αντίθετα με το Συνταγματικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να εξετάσει αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία είχαν ληφθεί πολύ μετά την αρχική κράτηση του προσφεύγοντος, για να διαπιστώσει εάν η υποψία που βασίζεται στην διαταγή κράτησης ήταν «εύλογη». Έπρεπε να ληφθεί υπόψη ότι το καθήκον του Δικαστηρίου ήταν να εξετάσει κατά πόσον η αρχική κράτηση του κ. Altan στις 20 Ιουλίου 2016 είχε στηριχθεί σε εύλογη υποψία και όχι κατά πόσον αυτή η υποψία παρέμενε  κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης κράτησής του.

Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μετέπειτα συλλογή αποδεικτικών στοιχείων δεν εξαίρεσε τις εθνικές αρχές από την υποχρέωσή τους να παράσχουν επαρκή πραγματικά στοιχεία που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη κράτηση του προσφεύγοντος. Ένα διαφορετικό πόρισμα , θα αντέκρουε τον σκοπό του άρθρου 5 της Σύμβασης, δηλαδή την αποτροπή της αυθαίρετης ή αδικαιολόγητης στέρησης της ελευθερίας.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο κ. Altan δεν ήταν προφανώς ύποπτος ότι συμμετείχε στα

γεγονότα της 15ης Ιουλίου 2016. Στις 16 Ιουλίου 2016 η εισαγγελία της Άγκυρας είχε εκδώσει οδηγίες περιγράφοντάς τον ως μέλος της τρομοκρατικής οργάνωσης FETÖ / PDY και ζητώντας την προσωρινή κράτησή του.  Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν είχε προσκομίσει κανένα γεγονός ή πληροφορία ικανή να αποτελέσει πραγματική βάση για τις οδηγίες του εισαγγελέα.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν προέκυψε από τη διαταγή του δικαστή για την κράτηση του προσφεύγοντος ότι το μέτρο αυτό βασίστηκε σε πραγματικά αποδεικτικά στοιχεία που υποδεικνύουν την ύπαρξη ισχυρής υποψίας, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή οποιουδήποτε άλλου γεγονότος ή πληροφόρησης που να υποδεικνύουν ότι ο προσφεύγων διέπραξε το εν λόγω αδίκημα. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, οι ασαφείς και γενικές αναφορές του δικαστή στη διατύπωση του άρθρου 100 του CCP και τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου δεν μπορούσαν να θεωρηθούν επαρκή για να δικαιολογήσουν την “εύλογη” υποψία επί της οποίας υποτίθεται ότι βασίστηκε η απόφαση κράτησης, ελλείψει συγκεκριμένης εκτίμησης των μεμονωμένων στοιχείων του φακέλου ή οποιασδήποτε πληροφορίας που θα μπορούσε να έχει δικαιολογήσει την υποψία εναντίον του προσφεύγοντος ή οποιουδήποτε άλλου είδους επαληθεύσιμου υλικού ή γεγονότων.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι κανένα συγκεκριμένο γεγονός ή πληροφορία που να δημιουργεί υποψίες που να δικαιολογούν την κράτηση του κ. Altan αναφέρθηκε ή προσκομίστηκε κατά τη διάρκεια της αρχικής διαδικασίας, η οποία είχε ωστόσο καταλήξει στην απόφαση προσωρινής κράτησης.

Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν επαρκούσαν για να υποστηρίζουν το συμπέρασμα ότι υπήρξε εύλογη υπόνοια εναντίον του προσφεύγοντος την εποχή εκείνη της αρχικής κράτησής του. Διαπίστωσε ότι οι εξηγήσεις της κυβέρνησης δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις του άρθρου 5 § 1 (γ) σχετικά με την εύλογη υποψία που δικαιολογεί την κράτηση ενός ατόμου.

Όσον αφορά την έννοια του “εύλογου” χαρακτήρα της υποψίας για την οποία έπρεπε να βασιστεί η σύλληψη ή κράτηση κατά τη διάρκεια της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Τουρκία μετά την απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016 ήταν αναμφισβήτητα ένας σημαντικός παράγοντας ο οποίος έπρεπε να ληφθεί πλήρως υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 5 της σύμβασης στην παρούσα υπόθεση. Αυτό δεν σήμαινε, ωστόσο, ότι οι αρχές είχαν την άδεια βάσει του άρθρου 5 να διατάξουν  την κράτηση ενός ατόμου κατά τη διάρκεια της κατάστασης έκτακτης ανάγκης χωρίς επαληθεύσιμα αποδεικτικά στοιχεία ή πληροφορίες ή χωρίς επαρκή πραγματική βάση που να ικανοποιεί τις ελάχιστες απαιτήσεις του άρθρου 5 § 1 γ) όσον αφορά την εύλογη υποψία. Μετά από όλα, η εύλογη υποψία στην οποία πρέπει να βασίζεται η στέρηση της ελευθερίας, αποτελούσε ουσιώδες μέρος της διασφαλίσεως που θεσπίστηκε στην απόφαση

Άρθρο 5 § 1 (γ)

Όσον αφορά τη διάταξη για την προσωρινή κράτηση του προσφεύγοντος στις 20 Ιουλίου 2016, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι είχε βασιστεί σε μια απλή υποψία συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, αν και βρίσκονταν υπό δικαστική εποπτεία. Αυτός ο βαθμός υποψίας δεν θα μπορούσε να αρκεί για να δικαιολογήσει την διαταγή κράτησης προσώπου. Υπό τις συνθήκες αυτές, το επίμαχο μέτρο δεν μπορεί να λεχθεί ότι έπρεπε να επιβληθεί λόγω των συνθηκών. Διαφορετικό πόρισμα θα παράβλεπε τις ελάχιστες απαιτήσεις του άρθρου 5 § 1 (γ) σχετικά με το εύλογο της υποψίας που δικαιολογεί τη στέρηση της ελευθερίας και θα έβλαπτε τον σκοπό του άρθρου 5 της Σύμβασης. Επιπλέον, το Δικαστήριο θεώρησε ότι οι σκέψεις αυτές είναι ιδιαίτερα σημαντικές στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι αφορούσαν την κράτηση δικαστή που υπηρετούσε σε δικαστήριο υψηλού επιπέδου, δηλαδή το Συνταγματικό Δικαστήριο.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 λόγω της έλλειψης εύλογης υποψίας, κατά τον χρόνο της αρχικής προφυλάκισης του προσφεύγοντος, που είχε διαπράξει το εν λόγω αδίκημα. Λαμβανομένης υπόψη της διαπιστώσεως αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι  δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί κατά πόσον οι αρχές είχαν ικανοποιήσει την απαίτηση να δώσουν σχετικούς και επαρκείς λόγους για να στερηθεί ο προσφεύγων την ελευθερία του.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Τουρκία έπρεπε να καταβάλει στον προσφεύγοντα 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη.

Ξεχωριστή γνώμη

Ο δικαστής Mert εξέφρασε μια μερικώς αντίθετη άποψη. Η γνώμη αυτή επισυνάπτεται στην απόφαση(επιμέλεια echrcaselaw.com)

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες