Η ποινική καταδίκη επισκόπου για ρητορική μίσους (άρνηση του ολοκαυτώματος των Εβραίων) δεν παραβιάζει την ελευθερία της έκφρασης

ΑΠΟΦΑΣΗ

Williamson κατά Γερμανίας της 31.01.2019 (αρ. 64496/17)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ποινική καταδίκη επισκόπου για ρητορική μίσους μέσω τηλεοπτικής συνέντευξης που έλαβε χώρα στη Γερμανία, αλλά προβλήθηκε από τη Σουηδία. Ο επίσκοπος αρνήθηκε στη συνέντευξη το ολοκαύτωμα των Εβραίων στους θαλάμους αερίων στη Γερμανία. Προσφυγή του επισκόπου στο ΕΔΔΑ με βάση το δικαίωμα του στην ελευθερία έκφρασης. Κατά το Στρασβούργο o προσφεύγων είχε συμφωνήσει να παραχωρήσει τη συνέντευξη και στη συνέχεια δεν αποστασιοποιήθηκε από το περιεχόμενο των δηλώσεων του, ούτε επικαλέστηκε παράνομη εκτίμηση τους από τα γερμανικά δικαστήρια. Παρά τον βασικό ισχυρισμό του επισκόπου ότι το αδίκημα δεν είχε διαπραχθεί στην Γερμανία αλλά στη Σουηδία, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι εκείνος είχε ενεργήσει με πρόθεση, δεδομένου ότι ήξερε πως οι δηλώσεις του θα μπορούσαν να προσελκύσουν ενδιαφέρον σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στη Γερμανία λόγω της ιστορίας της χώρας και του γεγονότος ότι η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στη Γερμανία. Επίσης, ο προσφεύγων δεν είχε καταλήξει σε καμία συγκεκριμένη συμφωνία για την απαγόρευση ή τον περιορισμό της προβολής της συνέντευξης στην Γερμανία, και επομένως ανέμενε ότι θα μπορούσε να προβληθεί εκεί. Μη παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Richard Williamson, είναι Βρετανός υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1940 και ζει στο Κεντ του Ηνωμένου Βασιλείου. Είναι επίσκοπος και πρώην μέλος της αδελφότητας του Αγίου Πίου Χ. Τον Νοέμβριο του 2008 ένας δημοσιογράφος που εργαζόταν για το σουηδικό τηλεοπτικό κανάλι SVT-1 ζήτησε συνέντευξη από τον κ. Williamson στο σεμινάριο της Αδελφότητας του Αγίου Πίου Χ στο Zaitzkofen στην Γερμανία. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε πως δεν κατοικούσε στη Γερμανία εκείνη την εποχή. Αφού μίλησε για θρησκευτικά θέματα, ο δημοσιογράφος άλλαξε το θέμα και ακολούθησε διάλογος στον οποίο ο κ. Williamson δήλωσε πως δεν υπήρχαν θάλαμοι αερίων κατά τη διάρκεια του ναζιστικού καθεστώτος. Τον Ιανουάριο του 2009, η SVT-1 παρουσίασε τη συνέντευξη σε ένα σουηδικό τηλεοπτικό πρόγραμμα.

Τον Οκτώβριο του 2009 το Περιφερειακό Δικαστήριο του Regensburg άσκησε ποινική δίωξη κατά του προσφεύγοντος, τον έκρινε ένοχο για ρητορική μίσους και τον καταδίκασε του σε πρόστιμο 12.000 ευρώ. Μετά από διάφορες προσφυγές, το Φεβρουάριο του 2012 το Εφετείο της Νυρεμβέργης έπαυσε την ποινική δίωξη και διαπίστωσε ότι το κλητήριο θέσπισμα δεν πληρούσε τις απαραίτητες προϋποθέσεις του νόμου, καθώς δεν περιείχε περιγραφή των σχετικών γεγονότων που καθορίζουν το αδίκημα.

Τον Οκτώβριο του 2012 το Περιφερειακό Δικαστήριο του Regensburg, κατόπιν αιτήματος του Εισαγγελέα, άσκησε δεύτερη ποινική δίωξη κατά του κ. Williamson για ρητορική μίσους και τον καταδίκασε σε πρόστιμο 6.500 ευρώ. Μετά από έφεση του προσφεύγοντος, το Περιφερειακό Δικαστήριο τον καταδίκασε για  ρητορική μίσους καταδικάζοντας τον σε πρόστιμο 1.800 ευρώ. Η καταδίκη του κ. Williamson επικυρώθηκε κατόπιν περαιτέρω προσφυγής. Το αρμόδιο Περιφερειακό Δικαστήριο έκρινε ότι η δήλωση περί άρνησης της ύπαρξης θαλάμων αερίων κατά τη διάρκεια του ναζιστικού καθεστώτος και η άρνηση της δολοφονίας Εβραίων σε αυτούς, αποτελούσαν ουσιαστικά άρνηση των πράξεων γενοκτονίας που διαπράχθηκαν υπό την κυριαρχία του εθνικού σοσιαλισμού. Στο Περιφερειακό Δικαστήριο ο κ. Williamson, τη στιγμή της συνέντευξης, είχε συνειδητοποιήσει και αποδεχθεί ότι θα μπορούσε να έχει απήχηση σε ευρύτερη ομάδα ατόμων, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, μέσω δορυφορικής τηλεόρασης ή μέσω Διαδικτύου. Ήταν σαφές σε αυτόν ότι οι δηλώσεις του θα μπορούσαν να προσελκύσουν ενδιαφέρον σε όλο τον κόσμο, ιδιαίτερα δε στη Γερμανία λόγω της ιστορίας της, του γεγονότος ότι αποτέλεσε την τοποθεσία λήψης της συνέντευξης, αλλά και λόγω του ότι ο τότε Πάπας, ο Πάπας Βενέδικτος XVI, ήταν Γερμανός.

Η αίτηση αναιρέσεως του Williamson απορρίφθηκε, καθώς και η αίτηση ακροάσεως του κατά της αποφάσεως αυτής. Το Μάρτιο του 2017 το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο αρνήθηκε να αποδεχθεί συνταγματική του προσφυγή προς εκδίκαση.  Η προσφυγή κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις 28 Αυγούστου 2017.

Βασιζόμενος στο άρθρο 10 (ελευθερία έκφρασης), ο προσφεύγων παραπονέθηκε για την ποινική καταδίκη του, δεδομένου ότι σύμφωνα με τον ίδιο του είχε παραβιάσει το δικαίωμά του στην ελευθερία έκφρασης. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι ο γερμανικός νόμος δεν έπρεπε να εφαρμοστεί για τις δηλώσεις του, διότι το αδίκημα δεν είχε διαπραχθεί στην Γερμανία αλλά στη Σουηδία – όπου η συνέντευξη αυτή δεν δημιουργεί ποινική ευθύνη. Επιπλέον, ο ίδιος δεν είχε ποτέ την πρόθεση να μεταδοθεί η συνέντευξη του στη Γερμανία και είχε κάνει τα πάντα για να εμποδίσει τη μετάδοσή της εκεί.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 10

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το καθήκον του βάσει του άρθρου 10 ήταν να βεβαιωθεί ότι οι εθνικές αρχές βάσιζαν τις αποφάσεις τους σε μια αποδεκτή εκτίμηση των σχετικών γεγονότων. Το Περιφερειακό Δικαστήριο είχε διαπιστώσει ότι η άρνηση του κ. Williamson για τη γενοκτονία που διαπράχθηκε εναντίον των Εβραίων, είχε υπονομεύσει την αξιοπρέπεια των Εβραίων θυμάτων και μπορούσε να διαταράξει σοβαρά την δημόσια ειρήνη στη Γερμανία. Το Δικαστήριο δεν βρήκε κανένα λόγο να διαφωνήσει με την εκτίμηση αυτή και θεώρησε αξιοσημείωτο ότι ο προσφεύγων δεν είχε αποστασιοποιηθεί από το περιεχόμενο των δηλώσεων, ούτε είχε επικαλεστεί παράνομη εκτίμηση του περιεχομένου αυτού από τα γερμανικά δικαστήρια. Αυτό οδήγησε το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος προσφεύγων είχε επιδιώξει να χρησιμοποιήσει το δικαίωμά του στην ελευθερία έκφρασης με σκοπό την προώθηση ιδεών αντίθετων προς το κείμενο και το πνεύμα της Σύμβασης.

Το Περιφερειακό Δικαστήριο είχε επίσης διαπιστώσει ότι ήταν σαφές στον προσφεύγοντα ότι οι δηλώσεις του θα μπορούσαν να προσελκύσουν ενδιαφέρον σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στη Γερμανία λόγω της ιστορίας της χώρας, του γεγονότος ότι η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στη Γερμανία και λόγω του ότι ο τότε Πάπας, ο Πάπας Βενέδικτος XVI, ήταν Γερμανός. Ως εκ τούτου είχε ενεργήσει με πρόθεση, παρόλο που γνώριζε ότι  οι δηλώσεις του υπόκειντο σε ποινική ευθύνη στη Γερμανία. Δεν είχε καταλήξει, επίσης, σε καμία συγκεκριμένη συμφωνία για την απαγόρευση ή τον περιορισμό της προβολής της συνέντευξης, και επομένως ανέμενε ότι θα μπορούσε να προβληθεί και στη Γερμανία. Το Δικαστήριο δεν έλαβε κανένα λόγο που να παρεκκλίνει  από την εκτίμηση των εθνικών δικαστηρίων και επανέλαβε ότι τα κράτη που είχαν βιώσει τη ναζιστική φρίκη θα μπορούσαν, υπό το πρίσμα του ιστορικού τους ρόλου και της εμπειρίας τους, να θεωρηθούν ως έχοντα ειδική ηθική ευθύνη για να διαφοροποιούνται ρητά από τις μαζικές αγριότητες που διαπράχθηκαν από τους Ναζί.

Τέλος το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η ποινή που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα ήταν ιδιαιτέρως επιεικής. Διαπίστωσε συγκεκριμένα ότι οι εγχώριες αρχές, οι οποίες προσκόμισαν σχετικούς και επαρκείς λόγους, δεν είχαν υπερβεί το περιθώριο εκτίμησής τους. Επομένως, η παρέμβαση ήταν ανάλογη προς τον θεμιτό σκοπό που επιδιωκόταν και ήταν «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία». Επομένως, η προσφυγή απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμη (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες