Η αστυνομική διάλυση διαμαρτυρίας πανεπιστημιακών καθηγητών στο γραφείο του Πρύτανη, ήταν απαραίτητη για πρόληψη δημόσιας αναταραχής.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Tuskia κ.α. κατά Γεωργίας της 11.10.2018 (αριθ. προσφ. 14237/07)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Διαμαρτυρία καθηγητών στο γραφείο Πρύτανη Πανεπιστημίου και παρέμβαση της αστυνομίας. Διάλυση της διαμαρτυρίας, διοικητικές διώξεις και επιβολή προστίμων στους καθηγητές. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απομάκρυνση των προσφευγόντων από το γραφείο του Πρύτανη δεν ήταν δυσανάλογη, δεδομένου ότι η διαμαρτυρία θα μπορούσε να λάβει χώρα σε άλλη αίθουσα του πανεπιστημίου, ενώ οι αστυνομικοί δεν είχε χρησιμοποιήσει βία για να τους απομακρύνουν. Επιβολή προστίμων μικρού ύψους, χωρίς να λάβει χώρα καμία σύλληψη ή κράτηση. Η παρέμβαση στο δικαίωμα ειρηνικής συνάθροισης των πανεπιστημιακών καθηγητών ήταν ανάλογη υπό το πρίσμα της ελευθερίας έκφρασης και δεν διαπιστώθηκε παραβίαση της ΕΣΔΑ.

 ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 10 (ελευθερία έκφρασης)

Άρθρο 11 (ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι)

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η υπόθεση αφορά διαδήλωση διαμαρτυρίας καθηγητών στο πανεπιστήμιο στο οποίο δίδασκαν, η οποία διαλύθηκε από την αστυνομία.

Οι προσφεύγοντες είναι Γεωργιανοί υπήκοοι. Για πολλούς μήνες το 2006 οι προσφεύγοντες, που ήταν καθηγητές στο κρατικό πανεπιστήμιο της Τιφλίδας, πραγματοποίησαν συναντήσεις σε πανεπιστημιακούς χώρους για να διαμαρτυρηθούν για τις τρέχουσες μεταρρυθμίσεις.  Οι διαδηλώσεις κορυφώθηκαν στις 3 Ιουλίου 2006 με τους προσφεύγοντες και 400 άλλους διαδηλωτές να ζητούν την παραίτηση του πρύτανη.  Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι πήγαν στο γραφείο του, αλλά αποχώρησαν χωρίς να προβάλλουν αντίσταση όταν παρενέβη η αστυνομία.

Στη συνέχεια ασκήθηκαν διοικητικές διώξεις εναντίον τους για παραβίαση της δημόσιας τάξης στο πανεπιστήμιο, εξαιτίας της μετάβασης των καθηγητών στο γραφείο του πρύτανη και της προσβολής του τελευταίου. Τους επιβλήθηκαν πρόστιμα. Τα εγχώρια δικαστήρια διαπίστωσαν ειδικότερα ότι η απόφαση της αστυνομίας να απομακρύνει τους προσφεύγοντες από το γραφείο είχε ως στόχο να αποφευχθεί περαιτέρω διαπληκτισμός και, ως εκ τούτου, ήταν δικαιολογημένη. Στηρίχθηκαν σε καταθέσεις δέκα αυτοπτών μαρτύρων, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού της αστυνομίας και του πανεπιστημίου. Επιπλέον, όλοι οι προσφεύγοντες, εκτός από δύο, δεν υπάκουσαν στην εντολή της αστυνομίας διότι χρειάστηκε η αστυνομία μια περίπου ώρα να διαπραγματευτεί μαζί τους ώστε να τους πείσει να αποχωρήσουν από το γραφείο και να συμφωνήσουν να συνεχίσουν τη διαμαρτυρία τους σε αίθουσα διαλέξεων.

Βασιζόμενοι ιδίως στο άρθρο 10 (ελευθερία έκφρασης) και στο άρθρο 11 (ελευθερία του συνέρχεσθαι), οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η αστυνομική διάλυση της διαμαρτυρίας τους στις 3 Ιουλίου 2006 και οι σχετικές διοικητικές διαδικασίες ήταν παράνομες και δυσανάλογες. Ισχυρίζονται επίσης βάσει του Άρθρου 6 §§ 1 και 3 (δ) (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη / δικαίωμα εξέτασης και παράστασης μαρτύρων) ότι οι διοικητικές διαδικασίες εναντίον τους ήταν καταχρηστικές, διότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων ήταν αυθαίρετες και ελήφθησαν χωρίς να εξεταστούν και να ερωτηθούν είτε ο πρύτανης είτε ο αναπληρωτής του.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ….

Άρθρο 11 υπό το φως του άρθρου 10

α) Πρώτο ζήτημα είναι αν υπήρξε ανάμειξη στην άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας της ειρηνικής συνάθροισης.

Τα γεγονότα που είχαν γίνει μετά την παράνομη είσοδο των προσφευγόντων στο γραφείο του αναπληρωτή πρύτανη δεν αποτελούσαν συνήθη κατάσταση μιας «ειρηνικής διαδήλωσης». Ενώ τα επίδικα γεγονότα είχαν λάβει χώρα σε κατάσταση εντάσεως, η συμπεριφορά των προσφευγόντων δεν είχε αποδειχθεί κατά τη διάρκεια της εσωτερικής διαδικασίας ως βίαιη. Η διαμαρτυρία των προσφευγόντων στο σύνολό της, δεν είχε τέτοιο χαρακτήρα και βαθμό ώστε να τους αποκλείσει από το πεδίο προστασίας που προβλέπει το άρθρο 11 υπό το πρίσμα του άρθρου 10 και η απομάκρυνση και η διοικητική τους ευθύνη συνιστούσαν παρέμβαση στο δικαίωμά τους στην ελευθερία του συνέρχεσθαι.

(β) Δεύτερο ζήτημα που προκύπτει είναι κατά πόσον η παρέμβαση προβλεπόταν από το νόμο, επιδίωκε νόμιμο σκοπό και ήταν απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία

  1. i) Απομάκρυνση από το γραφείο: Η εν λόγω παρέμβαση είχε βάση στο εσωτερικό δίκαιο και είχε επιδιώξει τους νόμιμους στόχους της πρόληψης της δημόσιας αναταραχής και της προστασίας των δικαιωμάτων των άλλων. Η συμπεριφορά των προσφευγόντων είχε εκφοβίσει τους υπαλλήλους και τους μαθητές και είχε διαταράξει την κανονική λειτουργία του εκπαιδευτικού ιδρύματος. Η διαμαρτυρία των προσφευγόντων εμπόδισε τουλάχιστον το έργο του Πρύτανη και των άμεσων συνεργατών του για περίπου δύο ώρες.

Οι προσφεύγοντες είχαν τη δυνατότητα να προχωρήσουν, χωρίς καμία ενόχληση και διακοπή, με μια προκαθορισμένη συγκέντρωση στην Μεγάλη Αίθουσα του κύριου κτιρίου του Πανεπιστημίου για αρκετές ώρες. Στη συνέχεια, είχαν διαμαρτυρηθεί για περίπου δύο ώρες στο γραφείο του Πρύτανη. Η διοίκηση του Πανεπιστημίου (συμπεριλαμβανομένου του Πρύτανη) – και στη συνέχεια η αστυνομία – είχαν δείξει την απαραίτητη ανοχή. Η αστυνομία δεν είχε χρησιμοποιήσει καμία βία ενάντια στους προσφεύγοντες. Αντ’ αυτού, όπως διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια της εσωτερικής διαδικασίας, οι αστυνομικοί είχαν διαπραγματευτεί με αυτούς για περισσότερο από μία ώρα για την ειρηνική τους απομάκρυνση. Επιπλέον, μετά την απομάκρυνσή τους από το γραφείο είχαν τη δυνατότητα να παραμείνουν στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου και να συνεχίσουν τη διαμαρτυρία τους.

Λαμβάνοντας υπόψη τις σκέψεις αυτές, και δεδομένου του περιθωρίου εκτιμήσεως που ισχύει στις περιπτώσεις αυτές, η απομάκρυνση των προσφευγόντων δεν ήταν δυσανάλογη.

  1. ii) Διοικητική ευθύνη των προσφευγόντων: Οι προσφεύγοντες κρίθηκαν ένοχοι για διοικητικά αδικήματα παραβίασης της δημόσιας τάξης και αντίσταση στην αστυνομία. Η συμπεριφορά τους είχε διαταράξει τη δημόσια τάξη στις εγκαταστάσεις του πανεπιστημίου. Παρόλο που η αστυνομία δεν αντιμετώπισε καμία φυσική αντίσταση, η άρνηση των προσφευγόντων (για περίπου μία ώρα) να υπακούσουν στα επανειλημμένα αιτήματα των αστυνομικών θεωρήθηκε από το εγχώριο δικαστήριο ότι αποτελούσε αντίσταση σε νόμιμη εντολή της αστυνομίας, παρά το γεγονός ότι στο τέλος αυτών των διαπραγματεύσεων οι προσφεύγοντες είχαν εγκαταλείψει το γραφείο εθελοντικά.

Η διοικητική διαδικασία εναντίον των προσφευγόντων είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή προστίμων ύψους περίπου 45 ευρώ. Κανένας από τους προσφεύγοντες δεν είχε συλληφθεί ή κρατηθεί. Λαμβανομένου υπόψη του γενικού πλαισίου των γεγονότων, και συγκεκριμένα του γεγονότος ότι οι προσφεύγοντες είχαν τη δυνατότητα να διαμαρτυρηθούν για μήνες εναντίον της τρέχουσας μεταρρύθμισης του Πανεπιστημίου, μεταξύ άλλων διενεργώντας συναντήσεις στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου και ενόψει της διαμαρτυρίας τον Ιούλιο του 2006 που κορυφώθηκε με την έντονη παρουσία των προσφευγόντων στο γραφείο του Πρύτανη, τη διακοπή του έργου της διοίκησης του Πανεπιστημίου και την άρνηση να υπακούσουν στα ρητά και επανειλημμένα αιτήματα της αστυνομίας να φύγουν από το γραφείο, ήταν αρκετό για το Δικαστήριο του Στρασβούργου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η παρέμβαση στα δικαιώματα των προσφευγόντων που απορρέουν από το άρθρο 11, υπό το πρίσμα του άρθρου 10, ήταν ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό και αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Έτσι το ΕΔΔΑ έκρινε:

Μη παραβίαση του άρθρου 11 υπό το πρίσμα του άρθρου 10.

Μη παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (δ)(επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες