Τα διμελή δικαστήρια, η αμεροληψία των δικαστών, οι υψηλές επιδικασθείσες δικαστικές δαπάνες και το Στρασβούργο

ΑΠΟΦΑΣΗ

Pasquini κατά Σαν Μαρίνο της 02.05.2019 (αριθ. 50956/16)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σύνθεση δικαστηρίου δύο δικαστών. Αμεροληψία δικαστών. Επιδίκαση υψηλών  δικαστικών δαπανών. Διαδικασίες για διευθέτηση οφειλής χρηματοπιστωτικής εταιρείας προς τρίτο. Καταγγελίες για μη νομιμότητα σύστασης δικαστηρίου, έλλειψη αμεροληψίας δικαστή και αδυναμία πρόσβασης σε δικαστήριο λόγω του μεγάλου ύψους δικαστικών εξόδων. Το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι η διμελής έδρα που είχε εξετάσει την υπόθεσή του στο Δικαστήριο Καταπιστευμάτων, συστάθηκε σύμφωνα με το νόμο, δεδομένου ότι έδρες με δύο μέλη δεν απαγορεύονταν ρητά. Μη επαρκής σχέση μεταξύ των ουσιαστικών ζητημάτων που είχαν κριθεί στην ποινική διαδικασία και της έφεσης επί αστικής δίκης, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει αντικειμενική δικαιολογία για έλλειψη αμεροληψίας του Δικαστή που έκρινε σε δεύτερο βαθμό την άρνηση άσκησης έφεσης. Το ύψος των δικαστικών εξόδων δεν είχε ως συνέπεια την αποδυνάμωση της ίδιας της ουσίας του δικαιώματος πρόσβασης, δεδομένης της μεγάλης αξίας της υπό κρίση απαίτησης. Μη παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Enrico Maria Pasquini, είναι Ιταλός υπήκοος που γεννήθηκε το 1948 και ζει στο San Marino.

Ο προσφεύγων ήταν ιδιοκτήτης και διευθυντής μιας χρηματοπιστωτικής εταιρείας με την επωνυμία S.M.I. Το 1990, ενεργώντας υπό την εντολή ενός ατόμου, του Β., η S.M.I. αγόρασε μετοχές σε μια εταιρεία, τις οποίες πώλησε αργότερα. Ο Β. διαμαρτυρήθηκε ότι δεν είχε λάβει όλα τα έσοδα από την πώληση των μετοχών, οι οποίες του ανήκαν και ότι εξακολουθούσε να του οφείλουν πάνω από 9,04 δισεκατομμύρια ιταλικές λίρες (ITL).

Το 2001 ο Β. άσκησε αγωγή κατά της S.M.I. και ενός άλλου προσώπου που είχε ενεργήσει για λογαριασμό του, ζητώντας τα οφειλόμενα  ποσά. Σύμφωνα με μια μη οριστική απόφαση που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2007, ο Β. κλήθηκε να ορκιστεί για να υποστηρίξει τα αποδεικτικά στοιχεία του σχετικά με το υποτιθέμενο χρέος. Τα ένδικα μέσα του προσφεύγοντος κατά της μη οριστικής απόφασης απορρίφθηκαν και τα δικαστήρια επικύρωσαν το αίτημα οφειλής του Β.

Ο προσφεύγων υπέβαλε μήνυση εναντίον του Β., υποστηρίζοντας ότι διέπραξε ψευδορκία. Τον Μάιο του 2015, ο Εισαγγελέας έθεσε την υπόθεση στο αρχείο λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων και τον Ιούλιο ένας άλλος δικαστής, ο δικαστής L.F., απέρριψε την έφεση του προσφεύγοντος κατά της Διάταξης αυτής.

Τον Οκτώβριο του 2014, ο προσφεύγων, υπέβαλε αίτηση επανέναρξης της αστικής διαδικασίας του 2001, συμπεριλαμβανομένης της αγωγής αποζημίωσης για αδικοπραξία, ζητώντας από τον δικαστής να αποφανθεί ότι ο Β. έχει δώσει ψευδή όρκο. Η υπόθεση παραπέμφθηκε σε ειδικό Δικαστήριο Καταπιστευμάτων, του οποίου ο Πρόεδρος συγκρότησε μια σύνθεση αποτελούμενη από τον ίδιο και έναν άλλο δικαστή.

Τον Σεπτέμβριο του 2015, το δικαστήριο αποφάσισε ότι μόνο το πρώτο μέρος του όρκου του Β. ήταν ψευδές. Το δεύτερο μέρος, αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό, ήταν αληθές. Απέρριψε το αίτημα του προσφεύγοντος να μειωθεί το ποσό που έχει οριστεί σε δικαστικά έξοδα ύψους 29.500 ευρώ και έξοδα δικηγόρου ύψους 37.887 ευρώ. Τα δικαστικά έξοδα βασίστηκαν σε  ποσό περίπου 4,7 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο αντανακλούσε το χρέος που ο προσφεύγων θέλησε να διαγράψει.

Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Καταπιστευμάτων απέρριψε την αίτηση άσκησης έφεσης, γεγονός το οποίο επικύρωσε ο Εφέτης δικαστής L.F τον Φεβρουάριο του 2016. Διαπίστωσε ότι η έφεση δεν θα εγείρει νομικά ζητήματα. Ειδικότερα, θεωρούσε ότι ο όρκος, ο οποίος απαρτίζονταν από δύο μέρη δεν αφορούσε την εφαρμογή ή την ερμηνεία του νόμου ή κάποια νομική αρχή, αλλά αφορούσε την έννοια των λέξεων «συμπληρωματικός όρκος».

Σύμφωνα με το άρθρο 6 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη), ο προσφεύγων υποστήριξε ότι ο «συμπληρωματικός όρκος» είχε παραβίασε το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, ότι η έδρα του Δικαστηρίου Καταπιστευμάτων δεν είχε συσταθεί σύμφωνα με το νόμο, ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αρνήθηκε να ασκήσει έφεση και ότι ο  Εφέτης που είχε επικυρώσει την απόφαση αυτή δεν ήταν αμερόληπτος.

Επίσης, παραπονέθηκε για παραβίαση του δικαιώματός του πρόσβασης σε δικαστήριο λόγω της αδυναμίας άσκησης αναίρεσης και για το ύψος των δικαστικών εξόδων.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία της ιδιοκτησίας), ισχυρίστηκε ότι είχε στερηθεί την ιδιοκτησία του με δυσανάλογο τρόπο χωρίς επαρκείς λόγους.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6

Διαδικασίες σχετικά με τον συμπληρωματικό όρκο

Το Δικαστήριο εξέτασε το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Καταπιστευμάτων ουσιαστικά ισοδυναμούσε με «επανέναρξη» της αστικής υπόθεσης του 2001. Ωστόσο, έκρινε ότι η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Καταπιστευμάτων ήταν ανεξάρτητη και αυτόνομη από την αστική διαδικασία, η οποία είχε εξετάσει ένα διαφορετικό βασικό ζήτημα. Επιπλέον, η τελευταία αυτή δίκη ήταν κατά της εταιρείας S.M.I., ενώ οι διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου Καταπιστευμάτων είχαν ασκηθεί από τον προσφεύγοντα στο όνομά του.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε, έτσι, ότι η αμετάκλητη απόφαση σχετικά με τον «συμπληρωματικό όρκο» ήταν εκείνη του Ιουνίου 2011. Καθώς ο προσφεύγων δεν είχε καταθέσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου μέχρι το 2016, η καταγγελία αυτή ασκήθηκε εκτός της εξάμηνης προθεσμίας που όφειλε να τηρήσει ο προσφεύγων και έπρεπε να απορριφθεί.

Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Καταπιστευμάτων

Το Δικαστήριο έκρινε κατ’ αρχάς ότι το αστικό μέρος του άρθρου 6 εφαρμόζονταν στις διαδικασίες  ενώπιον του Δικαστηρίου Καταπιστευμάτων.

Ο προσφεύγων κατήγγειλε ότι η έδρα του Δικαστηρίου δεν είχε συσταθεί σύμφωνα με το νόμο. Ειδικότερα, οι αποφάσεις στο δικαστήριο αυτό έπρεπε να λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, αλλά στην περίπτωση του η σύνθεση του δικαστηρίου αποτελούνταν από μόνο δύο δικαστές και έτσι καθίστατο η λήψη απόφασης με πλειοψηφία αδύνατη. Η κυβέρνηση ισχυρίστηκε , μεταξύ άλλων, ότι δικαστικές «έδρες» αποτελούμενες από δύο δικαστές λειτουργούσαν και σε διεθνές επίπεδο.

Το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε παραβίαση της εγχώριας νομοθεσίας για τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε το δικαστήριο, καθώς συνθέσεις με δύο μέλη δεν απαγορεύονταν ρητά. Ήταν σαφές ότι το βασικό ζήτημα ήταν η  πολυπλοκότητα μιας υπόθεσης, με τρεις πιθανές παραλλαγές: ένας μόνο δικαστής, σχηματισμός ή δικαστήριο με πλήρη σύνθεση.

Το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να εντοπίσει τυχόν αυθαιρεσία με τον τρόπο που ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου είχε προβεί στον ορισμό της σύνθεσης και έπρεπε επομένως να θεωρηθεί ως δικαστήριο που θεσπίστηκε με νόμο και δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6.

Εικαζόμενη έλλειψη αμεροληψίας του Προέδρου για την άρνηση της άσκησης έφεσης

Ο προσφεύγων διαμαρτυρήθηκε ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Καταπιστευμάτων ήταν μέλος της έδρας που είχε εξετάσει την αγωγή του σε πρωτοβάθμιο βαθμό του και, στη συνέχεια, αρνήθηκε να ασκήσει έφεση.

Εντούτοις, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το αίτημα εξαίρεσης ή αποκλεισμού βάσει του άρθρου 10 παρ. 1 του Νόμου αριθ. 145 του 2003, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 9 του Κ.Ν. 2 του 2011, μπορούσε να παράσχει κατάλληλη νομική οδό για να  υποβάλλει την καταγγελία του. Δεν είχε επιδιώξει μια τέτοια δίοδο και η εν λόγω καταγγελία έπρεπε να απορριφθεί για τη μη εξάντληση των εγχώριων ενδίκων μέσων.

Η φερόμενη έλλειψη αμεροληψίας του δικαστή L.F

Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι ο δικαστής L.F. δεν ήταν αμερόληπτος, όταν επικύρωσε την απόφαση του Προέδρου περί άρνησης της άσκησης έφεσης, καθώς είχε ήδη λάβει απόφαση σχετικά με το ίδιο σύνολο πραγματικών περιστατικών στη προηγούμενη ποινική διαδικασία.

Το Δικαστήριο επανέλαβε τη νομολογία του σχετικά με την υποκειμενική και αντικειμενική αμεροληψία. Σε πρώτη όψη παρατηρεί ότι δεν υπήρχαν επιχειρήματα ή συμπεράσματα που να αποδεικνύουν ότι ο δικαστής L.F. εξέφρασε οποιεσδήποτε προσωπικές πεποιθήσεις που είχαν αμφισβητήσει την υποκειμενική αμεροληψία του.

Όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι ο δικαστής L.F. συμμετείχε σε διάφορες αστικές και ποινικές διαδικασίες, έστω και σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά. Δεν διέβλεπε επαρκή σχέση μεταξύ των ουσιαστικών ζητημάτων που είχαν κριθεί σε μια σειρά διαδικασιών και δεν υπήρχε αντικειμενική δικαιολογία για υποψία έλλειψης αμεροληψίας. Επομένως, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6.

Εικαζόμενη παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο λόγω μη δυνατότητας άσκησης αναίρεσης

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο δεν ήταν απόλυτο και ότι η άσκηση αναίρεσης ή έφεσης σε ανώτερα δικαστήρια θα μπορούσε να έχει αυστηρότερες απαιτήσεις από τα συνήθη ένδικα μέσα.

Διαπίστωσε ότι οι περιορισμοί στην άσκηση αναίρεσης από το Δικαστήριο Καταπιστευμάτων σε αστικές υποθέσεις, δικαιολογείται από την άποψη της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και έχει καθοριστεί από το νόμο με τρόπο που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του κράτους («περιθώριο εκτίμησης»).

Λαμβάνοντας υπόψη την προηγούμενη διαδικασία στην οποία είχε πρόσβαση ο προσφεύγων το Δικαστήριο, δεν μπορούσε να διαπιστώσει ότι ο περιορισμός στην άσκηση αναίρεσης ήταν δυσανάλογος ή είχε διαταράξει την ουσία του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο. Επομένως, η καταγγελία ήταν απαράδεκτη ως προδήλως αβάσιμη.

Εικαζόμενη παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο λόγω των δικαστικών εξόδων

Ο υπολογισμός των εξόδων από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου Καταπιστευμάτων ήταν προβλέψιμος για τον προσφεύγοντα, καθώς επιδικάστηκαν σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία.

Το ύψος των εξόδων ήταν σημαντικό, 17.750 ευρώ εκ των προτέρων με συνολικό ποσό 29.500 ευρώ, αλλά δεν ήταν παράλογο, δεδομένης της αξίας της απαίτησης, σχεδόν 5 εκατομμύρια ευρώ.

Πράγματι, ο προσφεύγων δεν είχε ισχυριστεί ότι δεν μπόρεσε να τα πληρώσει.

Το ύψος των δικαστικών εξόδων δεν είχε ως συνέπεια την αποδυνάμωση της ίδιας της ουσίας του δικαιώματος πρόσβασης του  σε δικαστήριο, ούτε ήταν δυσανάλογο και, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1.

Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Το τμήμα αυτό της προσφυγής  έπρεπε να απορριφθεί ως εκπρόθεσμο – η σχετική αμετάκλητη απόφαση εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2011, ενώ η προσφυγή του δεν είχε κατατεθεί μέχρι το 2016.

Μειοψηφούσες απόψεις

Οι δικαστές Wojtyczek, Eicke και Ilievski εξέφρασαν μια κοινή μερικώς αντίθετη γνώμη και εν μέρει σύμφωνη γνώμη, η οποία επισυνάπτεται στην απόφαση(επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες