Παραγραφή αδικήματος συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση δασκάλου. Το εθνικό δικαστήριο παραβίασε το τεκμήριο αθωότητάς του αναφέροντας σε μεταγενέστερη δίκη ότι ήταν μέλος της τρομοκρατικής οργάνωσης. Η περιπέτεια ενός βιογραφικού.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Urat κατά Τουρκίας της 27.11.2018 (αρ. 53561/09 και 13952/11)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τεκμήριο αθωότητας και πειθαρχική διαδικασία. Πειθαρχική απόφαση απόλυσης δασκάλων για συμμετοχή στην τρομοκρατική οργάνωση Χεζμπολάχ, παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν καταδικάστηκαν λόγω παραγραφής του αδικήματος. Η λεκτική διατύπωση που χρησιμοποιείται από τα δικαστήρια, δεν πρέπει να προσδιορίζει ποινική ευθύνη του κρινόμενου για το παράπτωμα που του προσάπτεται κατά την πειθαρχική διαδικασία όταν μάλιστα δεν υπάρχει αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση.

Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, η αναφορά του Διοικητικού Δικαστηρίου ότι ο πρώτος προσφεύγων δάσκαλος απέστειλε το βιογραφικό του σημείωμα στην οργάνωση και παρακολούθησε μαθήματα, δεν είχε παραβιάσει το τεκμήριο αθωότητας.

Παραβιάστηκε  όμως το τεκμήριο της αθωότητας για την αναφορά  της δικαστικής απόφασης ότι ο δεύτερος προσφεύγων ήταν μέλος της τρομοκρατικής οργάνωσης Χεζμπολάχ και ως εκ τούτου ένοχος ποινικού αδικήματος.

Ταύτιση της παραγραφής του αδικήματος  με την αθώωση για την εφαρμογή του τεκμηρίου της αθωότητας.

Μη παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 αναφορικά με την αιτιολογία της απόφασης, δεδομένου ότι δεν ήταν προδήλως αυθαίρετη ή παράλογη, ούτε ισοδυναμούσε με αρνησιδικία.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6 παρ. 1

Άρθρο 6 παρ. 2

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Cemal και Ahmet Urat, είναι αδέλφια. Πρόκειται για Τούρκους υπηκόους οι οποίοι γεννήθηκαν το  1964 και 1962 αντίστοιχα. Ζουν στο Mardin (Τουρκία).

Η υπόθεση αφορά την απόλυσή τους  από τη θέση του δασκάλου δημοτικών σχολείων. Το 2000, ασκήθηκαν ποινικές διώξεις εναντίον των δύο αδελφών με την με την κατηγορία της συμμετοχής τους στη Χεζμπολάχ, μια παράνομη οργάνωση, όταν τα βιογραφικά τους ανακαλύφθηκαν στο κρησφύγετο της οργάνωσης στην Κωνσταντινούπολη. Η κατηγορία προσδιορίστηκε στη συνέχεια ως συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Η  ποινική δίωξη έπαυσε το 2007 σε βάρος τους  λόγω πενταετούς παραγραφής.

Εν τω μεταξύ, ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη εναντίον τους και τέθηκαν σε διαθεσιμότητα. Μετά από έρευνα, το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο τους απέλυσε το 2001.

Οι προσφεύγοντες αμφισβήτησαν τις απολύσεις τους ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, χωρίς επιτυχία. Και οι δύο ισχυρίστηκαν ειδικότερα ότι η απόλυσή τους χωρίς αμετάκλητη καταδίκη παραβίαζε το τεκμήριο της αθωότητας. Όσον αφορά τον Cemal Urat, το 2005 τα δικαστήρια έκριναν ότι είχε διαπράξει πειθαρχικό αδίκημα δίνοντας το βιογραφικό του στη Χεζμπολάχ και παρακολουθώντας μαθήματα και  συναντήσεις της οργάνωσης. Όσον  αφορά τον Ahmet Urat, το 2008 τα δικαστήρια δήλωσαν ότι ορισμένα στοιχεία του ποινικού του μητρώου  αποδείκνυαν ότι ήταν μέλος της Χεζμπολάχ.

Βασιζόμενοι στο άρθρο 6 § 2 (τεκμήριο αθωότητας), και οι δύο προσφεύγοντες διαμαρτυρήθηκαν ότι είχαν απολυθεί παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν καταδικάστηκαν. Ο πρώτος προσφεύγων επίσης ισχυρίστηκε ότι  σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 οι διοικητικές διαδικασίες παραβίασαν το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, ισχυριζόμενος ιδίως ότι η απόφαση του 2005 δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ….

Γενικές Αρχές

Τεκμήριο της αθωότητας (Άρθρο 6 § 2)

α) Εφαρμογή

Υπάρχουν δύο πτυχές προστασίας που παρέχει το τεκμήριο αθωότητας: μια διαδικαστική πτυχή που σχετίζεται με τη διεξαγωγή της ποινικής δίκης και μια δεύτερη πτυχή, η οποία αποσκοπεί στην εξασφάλιση του σεβασμού του τεκμηρίου της αθωότητας στο πλαίσιο μεταγενέστερων διαδικασιών. Η κρίση θα εξαρτηθεί από τη φύση και το πλαίσιο της διαδικασίας κατά την οποία είχε εκδοθεί η αμφισβητούμενη απόφαση. Ωστόσο, σε όλες τις περιπτώσεις, η λεκτική διατύπωση που χρησιμοποιείται από τον δικαστή έχει κρίσιμη σημασία για την εκτίμηση της συμβατότητας της απόφασης και της αιτιολογίας της με το άρθρο 6 § 2.

Η πειθαρχική και ποινική διαδικασία κινήθηκε ταυτόχρονα κατά των προσφευγόντων και οι πειθαρχικές αποφάσεις για την απόλυσή τους είχαν ληφθεί, ενώ η ποινική διαδικασία εκκρεμούσε ακόμη. Μολονότι και οι δύο πτυχές του άρθρου 6 § 2 παρέμεναν συναφείς για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διεξήχθη παράλληλα η πειθαρχική και ποινική διαδικασία, δεδομένου ότι οι αποφάσεις του διοικητικού δικαστηρίου αντικαταστάθηκαν από τις αποφάσεις της ποινικής διαδικασίας κατά των προσφευγόντων, τα χαρακτηριστικά της δεύτερης πτυχής κυριαρχούσαν στις υποθέσεις τους.

Η χρονική αλληλοκάλυψη μεταξύ των διαδικασιών δεν οδηγεί σε αυτόματη εφαρμογή του άρθρου 6 § 2 στις επακόλουθες διαδικασίες.  Πρέπει επίσης να υπάρχει σχέση μεταξύ δύο τέτοιων διαδικασιών, ώστε να δικαιολογείται η επέκταση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες διαδικασίες.

Οι διάδικοι δεν αμφισβήτησαν το γεγονός ότι η απόλυση των προσφευγόντων από τη δημόσια διοίκηση έχει άμεση σχέση με τα γεγονότα που οδήγησαν στην ποινική διαδικασία. Το γεγονός ότι οι πειθαρχικές αρχές και τα Διοικητικά Δικαστήρια εξέτασαν τη δικογραφία και στηρίχτηκαν σε μεγάλο βαθμό στο περιεχόμενό της, επαρκούσε ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε ισχυρός σύνδεσμος μεταξύ της ποινικής και της πειθαρχικής διαδικασίας.

Ως εκ τούτου στην προκειμένη υπόθεση εφαρμόζεται το τεκμήριο της αθωότητας (άρθρο 6 § 2 της ΕΣΔΑ)

β) Επί της ουσίας

Σε περιπτώσεις πειθαρχικών διαδικασιών, δεν υπάρχει αυτόματη παράβαση του άρθρου 6 § 2, όταν ένας προσφεύγων κρίνεται ένοχος για πειθαρχικό αδίκημα που προκύπτει από τα ίδια πραγματικά περιστατικά με προηγούμενη ποινική δίωξη που δεν οδήγησε σε καταδίκη.

Τα πειθαρχικά όργανα ήταν εξουσιοδοτημένα και ικανά να καθορίζουν ανεξάρτητα τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων που υποβάλλονταν ενώπιόν τους και τα συστατικά στοιχεία των ποινικών και πειθαρχικών αδικημάτων δεν ήταν πανομοιότυπα. Συναφώς, δεν είναι ούτε ο σκοπός ούτε το αποτέλεσμα των διατάξεων του άρθρου 6 § 2 να εμποδίσουν τις πειθαρχικές αρχές να επιβάλλουν κυρώσεις σε δημόσιο υπάλληλο για πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκε σε ποινική διαδικασία, στην οποία η εν λόγω  παραβίαση είχε δεόντως αποδειχθεί. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση δεν αποκλείει μια πράξη να οδηγήσει σε ποινική και πειθαρχική διαδικασία ή την παράλληλη άσκηση δύο διαδικασιών. Ακόμη και η απαλλαγή από την ποινική ευθύνη δεν αποκλείει, ως τέτοια, την καθιέρωση αστικής ή άλλης μορφής ευθύνης που προκύπτει από τα ίδια πραγματικά περιστατικά βάσει λιγότερο αυστηρού βάρους απόδειξης. Ωστόσο, ελλείψει αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής απόφασης, αν η πειθαρχική απόφαση περιλαμβάνει κρίση με την οποία προσδιορίζει ποινική ευθύνη του προσφεύγοντος για το παράπτωμα που του προσάπτεται κατά την πειθαρχική διαδικασία, θέτει ζήτημα βάσει του άρθρου 6 § 2.

Στην προκειμένη περίπτωση

  1. i) Όσον αφορά τον πρώτο προσφεύγοντα. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Διοικητικό Δικαστήριο συνόψισε αρχικά το πραγματικό και νομικό πλαίσιο που οδήγησε στην απόλυση του πρώτου προσφεύγοντος. Στη συνέχεια, επισήμανε ότι είχε προταθεί η απόλυση του από τη Δημόσια Υπηρεσία επειδή είχε θεωρηθεί μέλος της τρομοκρατικής οργάνωσης της Χεζμπολάχ. Στο πλαίσιο της συλλογιστικής του, το Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο πρώτος προσφεύγων διέπραξε πειθαρχικό αδίκημα παραδίδοντας το βιογραφικό του και τα προσωπικά του στοιχεία στη Χεζμπολάχ και παρακολουθώντας μαθήματα και συνεδριάσεις της οργάνωσης, υποδεικνύοντας συνεπώς ότι τα συμπεράσματα αυτά εμπίπτουν στο πεδίο της «διατάραξης της ειρήνης, της ηρεμίας και τις καθεστηκυίας τάξης για ιδεολογικούς και πολιτικούς σκοπούς».

Το πρώτο μέρος της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου περιελάβανε μόνο ανακεφαλαίωση του πραγματικού και νομικού πλαισίου της υπόθεσης και δεν αντικατόπτριζε γνώμη, ούτε περιείχε κρίση σύμφωνα με την οποία ο πρώτος προσφεύγων ήταν ένοχος ποινικού αδικήματος, και πιο συγκεκριμένα μέλος της οργάνωσης. Το δεύτερο σκέλος της απόφασης, που επαναλάμβανε την αρχή ότι η απαλλαγή από την ποινική ευθύνη δεν εμπόδιζε τη διαπίστωση πειθαρχικού αδικήματος, δεν είναι αντίθετη με το άρθρο 6 παρ. 2. Το Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε ότι η πειθαρχική ευθύνη του πρώτου προσφεύγοντος διαπιστώθηκε με βάση τα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή ότι ο πρώτος προσφεύγων είχε παραδώσει στη Χεζμπολάχ τα στοιχεία του και ότι παρακολούθησε τα μαθήματα και τις συνεδριάσεις. Το ερώτημα που τίθεται από το ΕΔΔΑ είναι εάν αυτή η διαπίστωση  μπορεί να θεωρηθεί ότι καταλογίζει ποινική ενοχή στον πρώτο προσφεύγοντα. Το Στρασβούργο έκρινε ότι η λεκτική διατύπωση που χρησιμοποιείται στον ισχυρισμό δεν μπορεί να εξομοιωθεί με διαπίστωση ποινικής ευθύνης για τα αδικήματα με τα οποία είχε κατηγορηθεί ο πρώτος προσφεύγων κατά την ποινική διαδικασία. Το νόημα που προέκυπτε από την επίμαχη αναφορά δεν ήταν ότι ο πρώτος προσφεύγων ήταν μέλος της τρομοκρατικής οργάνωσης – κατηγορία η οποία εξετάστηκε στην ποινική διαδικασία – αλλά απλώς ότι απέστειλε το βιογραφικό του σημείωμα στην οργάνωση και παρακολούθησε τα μαθήματα και τις συναντήσεις , το οποίο κρίθηκε επαρκές από το Διοικητικό Δικαστήριο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξής του. Για το λόγο αυτό, η λεκτική διατύπωση που χρησιμοποίησε το Διοικητικό Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατά του πρώτου προσφεύγοντος στην επίδικη πειθαρχική διαδικασία δεν είχε παραβιάσει το τεκμήριο αθωότητας.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα ότι δεν υπήρξε  παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας σε σχέση με τον πρώτο προσφεύγοντα Cemal Urat.

  1. ii) Όσον αφορά τον δεύτερο προσφεύγοντα. Στην αιτιολογία του, το εθνικό δικαστήριο είχε αναφέρει ότι ορισμένα στοιχεία της ποινική δικογραφίας, απέδειξαν ότι ο δεύτερος προσφεύγων ήταν μέλος της τρομοκρατικής οργάνωσης της Χεζμπολάχ. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, από την αναφορά αυτή στο κείμενο της δικαστικής απόφασης συνάγεται σαφώς ότι υπάρχει ανακοίνωση ποινικής ευθύνης του δεύτερου προσφεύγοντος και έρχεται σε αντίθεση με το δικαίωμά του να μην τεθεί υπό αμφισβήτηση η αθωότητά του σε σχέση με την ποινική δίωξη, η οποία είχε παύσει λόγω παραγραφής.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα ότι υπήρξε παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας του δευτέρου προσφεύγοντα Ahmet Urat .

iii) Όσον αφορά το άρθρο 6 § 1

Το Δικαστήριο έκρινε με έξι ψήφους έναντι μίας ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1, δεδομένου ότι η αιτιολογία του εθνικού δικαστηρίου στην υπόθεση δεν είχε φτάσει στο όριο της αυθαιρεσίας ή του έκδηλου και αδικαιολόγητου παραλογισμού, ούτε ισοδυναμούσε με αρνησιδικία.

Επομένως δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου  6 § 1  σχετικά με την αιτιολογία στης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου.

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 6.000 ευρώ στον δεύτερο προσφεύγοντα για την ηθική του βλάβη, απέρριψε δε το αίτημά του για αποζημίωση(επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες