Ο υπερβολικός φορμαλισμός δικαστηρίου σε ερμηνεία προθεσμίας παρεμπόδισε τον κατηγορούμενο σε πρόσβαση σε δικαστήριο

ΑΠΟΦΑΣΗ

Witkowski κατά Πολωνίας της 13.12.2018  (αρ. 21497/14)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αίτημα για σύνταξη αιτιολογίας σε δικαστική ποινική απόφαση. Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας προέβλεπε ότι για να συνταχθεί αιτιολογία στην ποινική δικαστική απόφαση πρέπει ο διάδικος να υποβάλει σχετικό αίτημα εντός 7 ημερών από την έκδοσή της. Ο προσφεύγων υπέβαλε το αίτημα αυτό μια ώρα πριν από την έκδοση  της απόφασης με αποτέλεσμα να του απορριφθεί. Το ΕΔΔΑ έκρινε ως φορμαλιστική/τυπολατρική την ερμηνεία του εθνικού δικαστηρίου ως προς την προθεσμία που είχε ως επακόλουθο την απώλεια της δυνατότητας προσφυγής σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6 παρ.1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Mariusz Witkowski, είναι Πολωνός υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1974 και ζει στη Wadowice (Πολωνία).

Στην προσφυγή του, ο κ. Witkowski παραπονέθηκε για παραβίαση του δικαιώματός του πρόσβασης σε δικαστήριο. Υποστήριξε ότι ήταν αδύνατο να ασκήσει έφεση κατά αποφάσεως που εκδόθηκε εναντίον του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά την οποία είχε κατηγορηθεί για παράνομη αποκάλυψη πληροφοριών κατά την άσκηση των επαγγελματικών καθηκόντων του.

Αναφερόμενος στο άρθρο 422 § 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας – που προβλέπει ότι το αίτημα σύνταξης αιτιολογίας  σχετικά με την έκδοση δικαστικής απόφασης πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο εντός επτά ημερών από την έκδοση της απόφασης – το δικαστήριο αρνήθηκε να εξετάσει το αίτημα του κ. Witkowski με το σκεπτικό ότι είχε καταθέσει το αίτημα πριν από την έκδοση της απόφασης. Ο κ. Witkowski είχε καταθέσει το αίτημά του στις 19 Μαρτίου 2013 στις 9.40. π.μ., ενώ η απόφαση εκδόθηκε στις 10.45 π.μ. την ίδια ημέρα.

Ο Witkowski επικαλέστηκε το άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο).

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ

Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει την πάγια νομολογία του σύμφωνα με την οποία δεν έχει ως καθήκον να υποκαθιστά τον εαυτό του στα εθνικά δικαστήρια. Η ερμηνεία της νομοθεσίας που καθορίζει τη χρήση των συνθηκών του παραδεκτού στηρίζεται πρωτίστως με τις εθνικές αρχές. Ωστόσο, δεν πρέπει να εμποδίζει τους διαδίκους να επωφεληθούν από μια διαθέσιμη θεραπεία. Το Δικαστήριο καλείται να ελέγξει τη συμβατότητα με τις επιπτώσεις της σύμβασης της εν λόγω ερμηνείας, ειδικά όταν αποδεικνύεται ότι, ως αποτέλεσμα αυτών, ο προσφεύγων μπορεί να έχει παρεμποδιστεί στη πρόσβαση σε δικαστήριο. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την ερμηνεία των διαδικαστικών κανόνων από τα δικαστήρια, όπως είναι οι προθεσμίες για την κατάθεση δικογράφων ή την άσκηση ενδίκων μέσων.

Δεδομένου ότι το δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια δεν είναι απόλυτο, μπορεί να θεσπιστούν περιορισμοί, διότι από την ίδια τη φύση του υπόκειται σε κρατική ρύθμιση, η οποία μπορεί να ποικίλλει διαχρονικά ανάλογα με τις δικονομικές ανάγκες. Κατά την θέσπιση τέτοιων περιορισμών, τα συμβαλλόμενα κράτη απολαμβάνουν ένα ορισμένο περιθώριο εκτίμησης. Αν και εναπόκειται στο Δικαστήριο να λάβει απόφαση σχετικά με την τήρηση των απαιτήσεων της ΕΣΔΑ, δεν έχει την εξουσία να υποκαταστήσει την εκτίμηση των εθνικών αρχών στο θέμα αυτό. Παρ’ όλα αυτά, οι περιορισμοί που επιβάλλονται δεν μπορούν να περιορίσουν την πρόσβαση στο δικαστήριο με τρόπο ή σε τέτοιο σημείο ώστε ο νόμος να έχει ακυρωθεί στον πυρήνα  του. Επιπλέον, οι περιορισμοί είναι συμβατοί με το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης μόνο αν επιδιώκουν θεμιτό σκοπό και αν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού.

Πλέον αυτών, η ΕΣΔΑ αποσκοπεί στην προστασία δικαιωμάτων που δεν είναι θεωρητικά ή φανταστικά, αλλά συγκεκριμένα και αποτελεσματικά. Η παρατήρηση ισχύει ιδιαίτερα για το δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια, με δεδομένη την εξέχουσα θέση που κατέχει το δικαίωμα αυτό στη δίκαιη δίκη σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι οι κανόνες σχετικά με τις διατυπώσεις για την άσκηση ενδίκου μέσου αποσκοπούν στη διασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και, ειδικότερα, στην τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να μπορούν να αναμένουν την εφαρμογή των κανόνων. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα κρίνει ότι, μολονότι το δικαίωμα πρόσβασης υπόκειται σε νομικές προϋποθέσεις, τα δικαστήρια οφείλουν, εφαρμόζοντας διαδικαστικούς κανόνες, να αποφεύγουν τόσο τον υπερβολικό φορμαλισμό που θίγει το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας, όσο και την υπερβολική ανοχή που θα είχε ως αποτέλεσμα την άρση των διαδικαστικών απαιτήσεων που καθορίζονται από το νόμο.

Όσον αφορά τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, το ΕΔΔΑ επισημαίνει ότι το εθνικό Δικαστήριο αρνήθηκε να εξετάσει το αίτημα του προσφεύγοντος να συντάξει αιτιολογία για την απόφαση όπου εξέδωσε  και να κοινοποιήσει την απόφαση αυτή, με την αιτιολογία ότι είχε εισαχθεί περίπου μία ώρα πριν από την έκδοση της απόφασης. Το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι ένα τέτοιο αίτημα ήταν αναποτελεσματικό, δεδομένου ότι αφορούσε ανύπαρκτη απόφαση κατά την κατάθεση του.

Κατά το ΕΔΔΑ ο προσφεύγων δήλωσε ρητά στην αίτησή του που κατατέθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο στις 19 Μαρτίου 2013 ότι του ζήτησε να αιτιολογήσει την απόφαση της 12ης Μαρτίου 2013. Σημείωσε ότι, το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε ότι η αίτηση αυτή αφορούσε την απόφαση που εκδόθηκε στις 19 Μαρτίου 2013.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η υποχρέωση του προσφεύγοντος να υποβάλει στο δικαστήριο την αίτηση για σύνταξη αιτιολογίας της απόφασης εντός επτά ημερών από την ημερομηνία της έκδοσής της προβλεπόταν ρητά στο άρθρο 422 § 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Δεν βλέπει κανένα λόγο να αμφισβητεί το βάσιμο του ισχυρισμού της κυβέρνησης ότι η διάταξη αυτή επιδιώκει τον θεμιτό σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, δηλαδή την εισαγωγή της εν λόγω αίτησης από τον προσφεύγοντα περίπου μία ώρα πριν από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, το ΕΔΔΑ εξετάζει το ζήτημα του κατά πόσον ο τρόπος των οποίων οι διαδικαστικοί κανόνες που έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση εφαρμόστηκαν από τα εθνικά δικαστήρια, είχαν ως αποτέλεσμα να στερηθεί ο προσφεύγων τη πρόσβαση στην δευτεροβάθμια διαδικασία.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι το άρθρο 422 § 3 του ΚΠΔ αναφέρει ρητά μόνο δύο περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να εξετάσει την αίτηση για τη σύνταξη αιτιολογίας στην απόφασή του: εκείνη κατά την οποία η αίτηση κατατίθεται από πρόσωπο που δεν έχει σχετική εξουσιοδότηση και από εκείνο στο οποίο η αίτηση υποβάλλεται μετά τη λήξη της επταήμερης περιόδου από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Η διάταξη δεν αναφέρει τη δυνατότητα ενός δικαστηρίου να αρνηθεί να εξετάσει μια αίτηση που κατατέθηκε πριν από την έκδοση της απόφασης. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το δικαστήριο αρνήθηκε να εξετάσει την αίτηση που κατατέθηκε πριν από την έκδοση της απόφασης.

Το Δικαστήριο σημειώνει εν προκειμένω ότι το εθνικό δικαστήριο διαπίστωσε ότι το αίτημα του προσφεύγοντος της 19ης Μαρτίου 2013 ήταν αναποτελεσματικό όταν, κατά τον χρόνο καταθέσεως, η σχετική απόφαση δεν είχε ακόμη εκδοθεί και δεν υπήρχε. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η απόφαση εκδόθηκε την ίδια ημέρα που κατατέθηκε το αίτημα για την αιτιολογία και ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν καμία αμφιβολία για την ύπαρξη της δικαστικής απόφασης.

Κατά το ΕΔΔΑ η ανωτέρω ερμηνεία από τα εθνικά δικαστήρια των σχετικών διαδικαστικών κανόνων στην περίπτωση αυτή είχε σημαντικές συνέπειες για τον προσφεύγοντα, δεδομένου ότι στερήθηκε της δυνατότητας να ασκήσει έφεση εντός 14 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η αιτιολογία της κοινοποιήθηκαν στον διάδικο.

Το Δικαστήριο επισημαίνει, επίσης, ότι το εθνικό δικαστήριο αρνήθηκε να εξετάσει το αίτημα για τη σύνταξη της αιτιολογίας  και η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε σ’ αυτόν μετά τη λήξη της περιόδου επτά ημερών από την ημερομηνία της δημοσιεύσεως της αποφάσεως με την οποία ένας διάδικος μπορεί να ασκήσει έφεση.

Το ΕΔΔΑ κρίνει ότι, εν προκειμένω, ο προσφεύγων συμμορφώθηκε προς την απαιτούμενη επιμέλεια του διαδίκου, δεδομένου ότι είχε υποβάλει την αίτησή του αιτιολογήσεως την ίδια ημέρα κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση (μία ώρα πριν την έκδοσή της) σύμφωνα με το άρθρο 422 § 1 του ΚΠΔ.

Έτσι το  ΕΔΔΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην προκειμένη περίπτωση, το δικαίωμα του προσφεύγοντος για πρόσβαση σε δικαστήριο παραβιάστηκε από την ερμηνεία της διάταξης του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας   σχετικά με το χρόνο που απαιτείται για την υποβολή της αίτησης για σύνταξη αιτιολογίας της απόφασης και έτσι δημιούργησε ένα είδος εμποδίου  σ΄αυτόν  ώστε να εξεταστεί η υπόθεσή του από δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Κατά συνέπεια υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 1.537 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες(επιμέλεια echrcaselaw.com). 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες