Μειοψηφία: Η κατεδάφιση κτιρίου και το δικαίωμα πρόσβασης των πολιτών στη δικαιοσύνη

ΑΠΟΦΑΣΗ

Παρούτσας κ.α. κατά Ελλάδας της 2-3-2017 (αρ. προσφ. 34639/09)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η υπόθεση αφορούσε ένα πρόβλημα με την υπηρεσία των διοικητικών αποφάσεων που αφορούσαν την κατεδάφιση ενός κτιρίου που είχε κριθεί επικίνδυνο. Το Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων διέταξε την κατεδάφιση του πρώτου ορόφου ενός κτηρίου, ο οποίος ανήκε στους προσφεύγοντες, με το αιτιολογικό ότι ήταν άδειο, σε κακή κατάσταση και ακατάλληλο για κατοίκηση. Οι προσφεύγοντες ξεκίνησαν τις εργασίες, αλλά μία ακόμα απόφαση του Τμήματος Πολεοδομίας κοινοποιήθηκε σε εκείνους  ένα χρόνο μετά την έκδοσή της , με αποτέλεσμα να την πληροφορηθούν με την επιβολή του διοικητικού προστίμου. Οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν για την μη επίδοση δια θυροκολλήσεως σε αυτούς  αφού είχε κατεδαφιστεί το κτίριο και δεν υπήρχαν τοίχοι για θυροκόλληση. Τα δικαστήρια δεν δέχθηκαν τον ισχυρισμό και θεώρησαν την αίτηση αναθεώρησής του ως εκπρόθεσμη. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 (πρόσβαση στη δικαιοσύνη) καθώς και παραβίαση του άρθρου 6 § 1 (διάρκεια της διαδικασίας) .

ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΑΠΟΚΛΙΝΟΥΣΑ ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ EICKE

  1. Στην υπό κρίση υπόθεση, συντάχθηκα με δισταγμό με τη γνώμη της πλειοψηφίας, η οποία διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος «πρόσβασης σε δικαστήριο», το οποίο κατοχυρώνεται από το αστικό σκέλος του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης. Θα ήταν ίσως σκόπιμο να εκθέσω εν συντομία τον λόγο του δισταγμού μου, καθώς αυτός είναι ο λόγος που βρίσκεται στον πυρήνα της διαφωνίας μου σχετικά με το ποσό που επιδικάσθηκε για δίκαιη ικανοποίηση.
  2. Θα πρέπει καταρχήν να διευκρινίσω ότι συντάσσομαι πλήρως με τις αρχές στις οποίες βασίζεται το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η πλειοψηφία, όπως αυτές εκτίθενται στις σκέψεις 25 έως 27 της απόφασης, καθώς και με τη δήλωση που διατυπώνεται στη σκέψη 35 της απόφασης, σύμφωνα με την οποία μια υπερβολικά ανελαστική εφαρμογή του «αμάχητου τεκμηρίου» της κοινοποίησης/παραλαβής η οποία εμποδίζει τα εθνικά δικαστήρια να λαμβάνουν υπόψη τις περιστάσεις κάθε περίπτωσης μπορεί να συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό του δικαιώματος «πρόσβασης σε δικαστήριο» το οποίο κατοχυρώνεται από το αστικό σκέλος του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
  3. Με βάση τα ανωτέρω, η εφαρμογή των αρχών αυτών στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης (και, ειδικότερα, η χρονική σειρά των γεγονότων) και η συγκεκριμένη δήλωση με οδήγησαν να διστάσω και να αναρωτηθώ αν όντως συνέτρεχε λόγος να διαπιστωθεί επί της ουσίας η παραβίαση του δικαιώματος «πρόσβασης σε δικαστήριο», το οποίο κατοχυρώνεται από το αστικό σκέλος του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης, στοιχεία τα οποία βρίσκονται στον πυρήνα της διαφωνίας μου σχετικά με την επιδίκαση δίκαιης ικανοποίησης στη βάση του άρθρου 41.
  4. Θα εκθέσω ακολούθως εν συντομία την εν λόγω χρονολογική σειρά: στις 31 Μαΐου 2002, υπάλληλοι της πολεοδομικής υπηρεσίας επισκέφθηκαν τον χώρο της κατεδάφισης, συνέταξαν έκθεση αυτοψίας, έδωσαν διαταγή να σταματήσουν οι εργασίες κατεδάφισης και επέβαλαν πρόστιμο 4.200 ευρώ, αλλά προέβησαν σε κοινοποίηση, με τοιχοκόλληση στο κτίριο (σύμφωνα με τις δηλώσεις των εθνικών αρχών, τις οποίες έκαναν δεκτές τα εθνικά δικαστήρια), μόλις στις 21 Ιουνίου 2002, ήτοι λίγο περισσότερο από δύο εβδομάδες μετά την ημερομηνία κατά την οποία ο προσφεύγων θεωρείται ότι εκτέλεσε την από 8 Μαΐου 2002 διαταγή κατεδάφισης. Ωστόσο, ο προσφεύγων βεβαιώνει ότι δεν παρέλαβε την εν λόγω έκθεση κατά την κοινοποίησή της, ούτε σε άλλη χρονική στιγμή πριν από τις 19 Ιουνίου 2003, ήτοι σχεδόν ένα έτος αργότερα.
  5. Αφού παρέλαβε τελικά την έκθεση, ο προσφεύγων προσέφυγε στο διοικητικό εφετείο στις 4 Σεπτεμβρίου 2003 προκειμένου να αμφισβητήσει την έκθεση, καθώς και τη διαταγή/το πρόστιμο που του είχαν επιβληθεί. Η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε από τα εθνικά δικαστήρια για τον μόνο λόγο ότι είχε παρέλθει η προθεσμία των 30 ημερών που ορίζεται στο άρθρο 4 § 2 του υπ’ αριθ. 267/1998 προεδρικού διατάγματος. Για να καταλήξουν στο συμπέρασμα αυτό, τόσο το εφετείο όσο και το Συμβούλιο της Επικρατείας αρκέστηκαν στο να διερευνήσουν αν ο προσφεύγων είχε κινήσει τη διαδικασία εντός προθεσμίας 30 ημερών από την 21η Ιουνίου 2002, στηριζόμενα στο αμάχητο τεκμήριο της κοινοποίησης της έκθεσης στον προσφεύγοντα την εν λόγω ημερομηνία.
  6. Λαμβανομένης υπόψη της υπερβολικής ανελαστικότητας με την οποία τα εθνικά δικαστήρια εφάρμοσαν εν προκειμένω το συγκεκριμένο αμάχητο τεκμήριο, στην απόφαση του Δικαστηρίου ορθώς επισημαίνεται (στις σκέψεις 32- 33) η άποψη που διατυπώθηκε σε αποκλίνουσα γνώμη η οποία επισυναπτόταν στην υπ’ αριθ. 1244/2008 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της 9ης Απριλίου 2008 (σκέψη 19 της απόφασης), σύμφωνα με την οποία η σχετική προθεσμία των 30 ημερών έπρεπε να εφαρμοστεί με μεγαλύτερη ελαστικότητα προκειμένου να μπορέσουν τα εθνικά δικαστήρια να λάβουν υπόψη περιστάσεις όπως περιπτώσεις ανωτέρας βίας, καθώς και περιπτώσεις στις οποίες ο ενδιαφερόμενος δεν είχε λάβει γνώση, για αντικειμενικούς λόγους, της επίδικης έκθεσης ή απόφασης.
  7. Μέχρι εδώ δεν έχω καμία αντίρρηση. Αντιθέτως, αυτό που με προβληματίζει είναι ότι, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που έχουμε στη διάθεσή μας, φαίνεται σαφές ότι αν εφαρμοστεί η πιο ελαστική προσέγγιση η οποία προτείνεται στην αποκλίνουσα γνώμη που επισυνάπτεται στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο προσφεύγων (δικηγόρος στο επάγγελμα) δεν ενήργησε, σε κάθε περίπτωση, με την αναγκαία επιμέλεια ώστε να τηρήσει την ταχθείσα προθεσμία, όποια και αν ήταν αυτή. Εξάλλου, ο ίδιος δηλώνει ότι έλαβε γνώση της ύπαρξης της έκθεσης στις 19 Ιουνίου 2003, αλλά δεν κίνησε τη διαδικασία πριν από τις 4 Σεπτεμβρίου 2003. Ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις που μπορεί να είχαν οι δικαστικές διακοπές του Αυγούστου στον υπολογισμό των προθεσμιών που επιβάλλονται από τη νομοθεσία στο ελληνικό δίκαιο, παραμένει σημαντική η υπέρβαση της προθεσμίας των 30 ημερών η οποία ορίζεται στο άρθρο 4 § 2 του υπ’ αριθ. 267/1998 προεδρικού διατάγματος (σκέψη 17 της απόφασης).
  8. Θεωρώ επομένως σημαντικό να αναρωτηθώ αν, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, υφίστατο αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερβολικής ανελαστικότητας με την οποία τα εθνικά δικαστήρια εφάρμοσαν τη διάταξη αυτή και της επικαλούμενης από τον προσφεύγοντα προσβολής του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο. Η πτυχή αυτή είναι ασφαλώς ιδιαιτέρως σημαντική διότι, όπως παγίως έχει κρίνει το Δικαστήριο, αποστολή του δεν είναι να εξετάζει με ασαφή τρόπο την οικεία νομοθεσία και πρακτική, αλλά να αναζητεί αν ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκαν στην περίπτωση του προσφεύγοντος ή τον επηρέασαν συνιστά παραβίαση της Σύμβασης (βλέπε, για παράδειγμα, Zavodnik κατά Σλοβενίας, αριθ. 53723/13, § 74, 21 Μαΐου 2015 και Urbšienė και Urbšys κατά Λιθουανίας, αριθ. 16580/09, § 47, 8 Νοεμβρίου 2016).
  9. Εντέλει, δύο παράγοντες με έπεισαν ότι, λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων, ήταν ορθό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, εν προκειμένω, υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος «πρόσβασης σε δικαστήριο» το οποίο κατοχυρώνεται από το αστικό σκέλος του άρθρου 6 § 1:

α) καταρχήν, όσον αφορά το ασυμβίβαστο με το άρθρο 6 § 1 το οποίο απορρέει από έναν κανόνα εσωτερικής διαδικασίας, το Δικαστήριο έχει επίσης επιβεβαιώσει πολυάριθμες φορές ότι τα συμβαλλόμενα Κράτη διαθέτουν σχετική διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον καθορισμό των δικονομικών τους κανόνων και ότι, παρότι εναπόκειται σε αυτό να αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό σχετικά με την τήρηση των απαιτήσεων της Σύμβασης, δεν είναι αρμόδιο να λέει στις εθνικές αρχές ποια θεωρείται η καταλληλότερη πολιτική στον συγκεκριμένο τομέα (βλέπε, για παράδειγμα, mutatis mutandis, προαναφερόμενη απόφαση Zavodnik c. Slovénie, § 73) και

β) πρέπει να επισημανθεί ότι ούτε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν εξέθεσε η καθ’ ης η προσφυγή κυβέρνηση επιχειρήματα έτσι ώστε να μην ευδοκιμήσει, επί της βάσης αυτής, η εσωτερική διαδικασία ή η προσφυγή αντίστοιχα που άσκησε ο προσφεύγων (καθώς και ότι ούτε ο προσφεύγων έδωσε απάντηση επί αυτού).

  1. Με βάση τα ανωτέρω, όσον αφορά το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης που υποβλήθηκε στη βάση του άρθρου 41 της Σύμβασης, δεν μου φαίνεται ορθό να επιδικαστεί στον προσφεύγοντα ποσό για την ηθική βλάβη που απορρέει από τη συγκεκριμένη πτυχή της αιτίασής του επί του πεδίου του άρθρου 6 § 1. Πράγματι, ακόμη και αν υιοθετηθεί μια ελαστική προσέγγιση όσον αφορά τον υπολογισμό της προθεσμίας που τίθεται βάσει της εθνικής νομοθεσίας, σε κάθε περίπτωση η καθυστέρηση που σημείωσε ο ίδιος ο προσφεύγων μεταξύ της 19ης Ιουνίου 2003 και της 4ης Σεπτεμβρίου 2003 θα είχε πιθανότατα οδηγήσει τα εθνικά δικαστήρια να απορρίψουν την αίτησή του ως εκπρόθεσμη.
  2. Παρότι συμφωνώ ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης λόγω της διάρκειας της διαδικασίας ενώπιον των τοπικών δικαστηρίων, θα επιδίκαζα στον προσφεύγοντα αποζημίωση για ηθική βλάβη μόνο για τη συγκεκριμένη πτυχή της αιτίασής του, ύψους 950 ευρώ.

ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες