Καταδίκη του προσφεύγοντα από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ύστερα από έφεση που άσκησε ο Εισαγγελέας σε αθωωτική απόφαση. Το Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της δίκαιης δίκης, γιατί δεν εξέτασε εκ νέου τους κατηγορούμενους και μάρτυρες αλλά αρκέστηκε στις πρωτόδικες καταθέσεις τους.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Júlíus Þór Sigurþórsson κατά Ισλανδίας της 16.07.2019 (αριθ. προσφ.38797/17)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ποινική καταδίκη από Εφετείο για αθέμιτο ανταγωνισμό μετά από έφεση  Εισαγγελέα. Μη εξέταση από το Εφετείο κατηγορουμένων και μαρτύρων.

Ο προσφεύγων κατηγορήθηκε για αθέμιτο ανταγωνισμό σχετικά με συμπαιγνία μεταξύ τιμών εταιρικών υλικών. Αθωώθηκε  πρωτοδίκως αλλά ο Εισαγγελέας άσκησε έφεση. Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αν και υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, δεν εξέτασε εκ νέου τους κατηγορούμενους και τους μάρτυρες αλλά στηρίχθηκε στις απολογίες και στις καταθέσεις που είχαν δώσει πρωτόδικα και καταδίκασε τον προσφεύγοντα.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση της δίκαιης δίκης γιατί  εάν κρίνεται απαραίτητη η άμεση εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει καθήκον να λάβει θετικά μέτρα για το σκοπό αυτό. Επιπλέον η καταδίκη του προσφεύγοντα επιβλήθηκε χωρίς το Δικαστήριο να έχει την ευκαιρία να κρίνει τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του, συνεπώς υπήρχε παραβίαση της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6 παρ. 1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Júlíus Þór Sigurþórsson είναι Ισλανδός υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1962 και ζει στο Kópavogur (Ισλανδία).

Η υπόθεση αφορούσε την καταδίκη του για παραβίαση του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού κατά την εργασία του στο τμήμα πωλήσεων ξυλείας μιας εταιρείας υλικών.

Το 2014 η αστυνομία διεξήγαγε έρευνα σχετικά με τη συμπαιγνία τιμών μεταξύ τριών εταιρειών υλικών. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, είχαν εξουσιοδοτηθεί από τα δικαστήρια να παρακολουθούνται και να καταγράφονται οι τηλεφωνικές κλήσεις μεταξύ των τριών εταιρειών.

Ο προσφεύγων, ο οποίος συνεργάζονταν με μία από τις εταιρίες, κατηγορήθηκε για συμπαιγνία ως προς τις τιμές βάσει τηλεφωνικής συνομιλίας με τον Β., υπάλληλο μιας άλλης εταιρίας. Απαλλάχθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μετά από ακρόαση στην οποία δόθηκε προφορική απολογία από τον κατηγορούμενο και καταθέσεις από τους μάρτυρες. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τη θέση του προσφεύγοντος ότι δεν είχε κάνει καμία συμφωνία με τον Β., διαπιστώνοντας ότι αυτό υποστηρίχθηκε και από τις καταθέσεις του συγκατηγορούμενου του και ενός μάρτυρα.

Ωστόσο, το 2016, το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση, επικρίνοντας τον τρόπο με τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε συλλέξει αποδείξεις, ιδίως επιτρέποντας στους συγκατηγορούμενους να παρίστανται στη κατάθεση άλλου και ότι δεν διαφοροποίησε την ιδιότητά των κατηγορουμένων και των μαρτύρων.

Στη συνέχεια διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων και ο Β. παραβίασαν σοβαρά την αρχή του αθέμιτου  ανταγωνισμού προτρέποντας ο ένας τον άλλον να διατηρήσουν υψηλές τις τιμές των υλικών. Ο προσφεύγων  καταδικάστηκε σε  ποινή φυλάκισης εννέα μηνών με αναστολή.

Βασιζόμενος στο άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα ακρόασης) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ο προσφεύγων  παραπονέθηκε ότι, μετά την αθώωσή του σε πρώτο βαθμό, είχε καταδικαστεί από το Εφετείο χωρίς να εξεταστούν εκ νέου  ο συγκατηγορούμενος ή οι μάρτυρες.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, ενώ το άρθρο 6 της Σύμβασης εγγυάται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δεν προβλέπει ειδικούς κανόνες σχετικά με το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων ή τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εκτιμηθούν τα αποδεικτικά στοιχεία, από  τα εθνικά δικαστήρια.

Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της υπόθεσης, το Δικαστήριο ο επισημαίνει εξ αρχής ότι ο προσφεύγων κατήγγειλε, σε σχέση με το γενικό δικαίωμα της δίκαιης δίκης  του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης, ότι το Ανώτερο Δικαστήριο είχε επανεκτιμήσει τις προφορικές καταθέσεις  χωρίς να εξετάσει τον προσφεύγοντα αυτοπροσώπως ή τους μάρτυρες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο προσφεύγων  αθωώθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μετά από πλήρη ακροαματική διαδικασία κατά την οποία ελήφθησαν αποδεικτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της προφορικής εξέτασης  των κατηγορούμενων και των μαρτύρων. Ο Εισαγγελέας  άσκησε έφεση κατά της αθώωσης του προσφεύγοντα στο Εφετείο, το οποίο διεξήγαγε μια διαδικασία στην οποία οι εκπρόσωποι των κατηγορούμενων παρουσίαζαν προφορικά επιχειρήματα. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είχε πλήρη δικαιοδοσία να εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά καθώς και τα νομικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών στοιχείων. Ωστόσο, δεν θα μπορούσε να επαναξιολογήσει τις προφορικές καταθέσεις που δόθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου χωρίς να τις ακούσει εκ νέου σε προφορική ακροαματική διαδικασία. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να επαναλάβει τις προφορικές καταθέσεις, καταδίκασε τον προσφεύγοντα για αθέμιτο ανταγωνισμό και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 9 μηνών, με αναστολή.

Επομένως, το ερώτημα που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι κατά πόσον, υπό τις συνθήκες αυτές, το Ανώτερο Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει ορθά, στα πλαίσια δίκαιης δίκης, τα ζητήματα που πρέπει να προσδιοριστούν χωρίς άμεση εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν  και την αυτοπρόσωπη  κατάθεση μαρτύρων και κατηγορουμένων.

Το Δικαστήριο δεν βλέπει κανένα λόγο να αμφισβητήσει τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε δικονομική υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 208 παράγραφος 2 του νόμου του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας να καλέσει τον κατηγορούμενο  να απολογηθεί πριν ανατρέψει την αθώωσή του. Πράγματι, ο προσφεύγων δεν ισχυρίζεται ότι το Ανώτερο Δικαστήριο ενήργησε κατά παράβαση του εσωτερικού δικαίου. Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν θεωρεί καθοριστικό το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν ζήτησε την επανάληψη, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η δυνατότητα αυτή ήταν ανοικτή σε αυτόν. Αν και γνώριζε ότι ο εισαγγελέας ζητούσε την καταδίκη του από το Ανώτερο Δικαστήριο, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι εάν η άμεση εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων κρίνεται απαραίτητη, το Εφετείο έχει καθήκον να λάβει θετικά μέτρα για το σκοπό αυτό, παρά το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν ζήτησε την επανάληψη.

Το Εφετείο αγνόησε σε μεγάλο βαθμό μέρος των αποδεικτικών στοιχείων που είχαν ληφθεί υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όταν αθώωσε τον προσφεύγοντα και βασίστηκε για την καταδίκη του πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικά, στη δική του εκτίμηση για το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας μεταξύ του προσφεύγοντα  και του Β. Ενώ το Εφετείο είχε το δικαίωμα, σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο, να επανεκτιμήσει τα αποδεικτικά στοιχεία, «έπρεπε σε κάποιο βαθμό να προβεί στη δική του εκτίμηση για να προσδιορίσει αν τα [πραγματικά περιστατικά] παρείχαν επαρκή βάση για την καταδίκη του προσφεύγοντος». Κατά την άποψη του ΕΔΔΑ το Δικαστήριο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εφάρμοζε αμιγώς νομικές εκτιμήσεις στα διαπιστωθέντα γεγονότα. Αντιθέτως, αφορούσε νέα εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων στο σύνολό τους, με αποτέλεσμα την καταδίκη του προσφεύγοντος βάσει αποδεικτικών στοιχείων διαφορετικών από εκείνα που επικαλέστηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προκειμένου να αθωώσει τον προσφεύγοντα.

Αποδεικνύεται ότι για την περίπτωση της δίκαιης δίκης λαμβανομένου υπόψιν αυτό που διακυβεύονταν για τον προσφεύγοντα, το Ανώτερο Δικαστήριο δεν μπόρεσε να εξετάσει ορθά τα ζητήματα που έπρεπε  να προσδιοριστούν στο πλαίσιο της έφεσης χωρίς να εξετάσει άμεσα τα αποδεικτικά στοιχεία που δόθηκαν προφορικά από τον προσφεύγοντα, τους συγκατηγορούμενος,  και έναν από τους μάρτυρες, τον οποίο επικαλέστηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο στη συνολική αποδεικτική του εκτίμηση του πλαισίου στο οποίο έλαβε χώρα η τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του προσφεύγοντος και του Β. στις 28 Φεβρουαρίου 2011. Επικουρικώς, το Εφετείο είχε την επιλογή να ακυρώσει την απαλλαγή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από τις κατηγορίες εναντίον του προσφεύγοντος και να παραπέμψει την υπόθεση για επανάληψη της δίκης εξαιτίας του ανεπαρκούς τρόπου με τον οποίο το δευτεροβάθμιο έκρινε ότι είχε δοθεί η προφορική απολογία στον πρώτο βαθμό.

Τέλος, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η ποινή φυλάκισης, αν και με αναστολή επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα χωρίς το Εφετείο να είναι σε θέση να εκτιμήσει τον χαρακτήρα του άμεσα.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπήρξε παραβίαση της δίκαιης δίκης που θεσπίζεται από το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης στην παρούσα υπόθεση.

Δίκαιη ικανοποίηση: Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση παραβίασης αποτελούσε από μόνη της επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για οποιαδήποτε ηθική βλάβη που υπέστη ο προσφεύγων (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες