Η τροποποίηση απόφασης με αλλαγή ημερομηνίας έναρξης της συγχωνευτικής ποινής ερήμην του κατηγορουμένου, παραβίασε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Kereselidze κατά Γεωργίας της 28.03.2019 (αριθμ. 39718/09)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τροποποίηση έναρξης προθεσμίας υπολογισμού ποινής κάθειρξης ερήμην του κατηγορουμένου. Παράταση της κράτησης του προσφεύγοντος, δεδομένου ότι κατόπιν τροποποίησης, υπολογίστηκε ως ημερομηνία έναρξης της συγχωνευτικής ποινής η ημερομηνία επιβολής της ποινής και όχι αυτή της τέλεσης του αδικήματος. Κατά το ΕΔΔΑ, ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκε η διαδικασία τροποποίησης της καταδικαστικής απόφασης έναντι του κατηγορουμένου, ο οποίος στερήθηκε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τα επιχειρήματά του σχετικά με την αλλαγή της ημερομηνίας έναρξης της ποινής του είχε καταστήσει άδικη την ποινική διαδικασία εναντίον του. Παραβίαση του 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 

Άρθρο 6

Άρθρο 5

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Irakli Kereselidze, είναι Γεωργιανός υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1975. Η υπόθεση αφορούσε την καταγγελία του σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο είχε υπολογιστεί η ημερομηνία έναρξης της συγχωνευτικής ποινής που του επιβλήθηκε.

Τον Μάρτιο του 2002, ενώ έκτιε ποινή 20 ετών για διπλή ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, προσπάθησε να διαφύγει. Μετά από σειρά αποφάσεων, καταδικάστηκε τον Απρίλιο του 2006 για απόπειρα απόδρασης. Οι ποινές του συγχωνεύτηκαν , με αποτέλεσμα η συνολική του ποινή να ανέρχεται σε 13 έτη κάθειρξης  και έξι μήνες, με ημερομηνία έναρξης το Μάρτιο του 2002, δηλαδή την ημερομηνία κατά την οποία είχε διαπράξει το δεύτερο αδίκημα. Το 2008, ενώ η διαδικασία σχετικά με τη δεύτερη καταδίκη του εκκρεμούσε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ημερομηνία έναρξης της συγχωνευτικής ποινής ως μέρος της απόφασής του να μειώσει τη διάρκεια της πρώτης ποινής του για διπλή ανθρωποκτονία. Η ποινή αυτή επρόκειτο να ολοκληρωθεί τον Σεπτέμβριο του 2010.

Ωστόσο, τον Απρίλιο του 2009, μετά από νομοθετική τροποποίηση, το Εφετείο όρισε ότι η ημερομηνία έναρξης της συγχωνευτικής ποινής ήταν ο Απρίλιος του 2006, δηλαδή η ημερομηνία της επιβολής της ποινής για το δεύτερο αδίκημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση, δηλώνοντας ότι η ποινή του προσφεύγοντος θα έληγε τον Απρίλιο του 2013. Ο προσφεύγων έλαβε γνώση της εν λόγω τροποποίησης μετά την έκδοση  της αμετάκλητης απόφασης από  το Ανώτατο Δικαστήριο.

Στη συνέχεια άσκησε αίτηση αναίρεσης, υποστηρίζοντας ότι η μεταβολή στην ημερομηνία έναρξης της συγχωνευτικής ποινής στερήθηκε νόμιμης βάσης και επηρέασε σημαντικά τη διάρκεια της ποινής του. Και οι δύο λόγοι αναίρεσης απορρίφθηκαν.

Τελικά τον Ιανουάριο του 2013 του απονεμήθηκε χάρη και αφέθηκε ελεύθερος πριν από την λήξη της ποινής του.

Βασιζόμενος στο άρθρο 5 § 1 (δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο κ. Kereselidze παραπονέθηκε ότι η απόφαση να τροποποιηθεί η ημερομηνία έναρξης της συγχωνευτικής ποινής του είχε παρατείνει αδικαιολόγητα την ποινή του μετά το Σεπτέμβριο του 2010 και είχε καταστήσει την κράτηση του παράνομη.

Ισχυρίστηκε επίσης, ιδίως βάσει του άρθρου 6 § 1 (πρόσβαση στο δικαστήριο), ότι δεν του είχε δοθεί η δυνατότητα να υποβάλλει προφορικές ή γραπτές παρατηρήσεις σχετικά με τη διαδικασία τροποποίησης παρά τη σημαντική επίπτωση που είχε η μεταβολή της ημερομηνίας έναρξης σχετικά με τη διάρκεια της ποινής του.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Παραβίαση του Άρθρου 6 § 1

Δίκαιη δίκη

(α) Εφαρμογή – Η μεταβολή της καταδικαστικής απόφασης του προσφεύγοντος από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όσον αφορά την ημερομηνία έναρξης της συγχωνευτικής  ποινής, είχε αντίκτυπο στην αναμενόμενη ημερομηνία αποφυλάκισής του. Το ζήτημα αν το σφάλμα που έγινε στις προγενέστερες αποφάσεις ήταν επαρκώς προφανές και εάν ήταν δυνατό να διορθωθεί με τη διαδικασία διόρθωσης φαίνεται, τουλάχιστον, να είναι ανοικτό σε ερμηνεία. Ως εκ τούτου, η διαδικασία μεταβολής, όπως εφαρμόστηκε στην περίπτωση του προσφεύγοντος, ήταν ικανή να επηρεάσει τον καθορισμό της ποινής του προσφεύγοντος στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιόν του.  Εφαρμόζεται, επομένως, το άρθρο 6 § 1.

β) Επί της ουσίας – Τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος σχετικά με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσής του – όπως η ύπαρξη προγενέστερης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σχετικά με την ημερομηνία έναρξης της συγχωνευτικής  ποινής (απόφαση η οποία δεν είχε ακυρωθεί ποτέ ρητά), το εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε υπερβεί το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 615 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (το οποίο ρυθμίζει το πεδίο των διορθώσεων) και αν η διορθωμένη προσφυγή είχε ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της νομικής του κατάστασης κατά παράβαση του εν λόγω κώδικα – καθιστούσαν την υπόθεσή του τουλάχιστον αμφισβητήσιμη και γι’ αυτό ο προσφεύγων ζήτησε να εξετασθεί από τα εθνικά δικαστήρια στο πλαίσιο διαδικασίας αντιδικίας.

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η μεταβολή της  κατ’ έφεση απόφασης δεν αφορούσε τον προσφεύγοντα και ότι του είχε επιδοθεί μόνο αφού το Ανώτατο Δικαστήριο είχε ήδη λάβει αμετάκλητη απόφαση. Είναι αλήθεια ότι το Ανώτατο Δικαστήριο γνώριζε την διορθωμένη απόφαση και φαινόταν να την ενέκρινε όταν έλαβε ρητά υπόψη την ημερομηνία έναρξης της συγχωνευθείσας ποινής του προσφεύγοντος. Εντούτοις, κατά την ημερομηνία κατά την οποία η εκδόθηκε η διορθωτική απόφαση, η αναίρεση του προσφεύγοντος είχε ήδη κατατεθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπλέον, δεδομένου ότι το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε για την υπόθεση χωρίς να προβεί σε προφορική ακρόαση, ο προσφεύγων είχε όντως αποκλεισθεί από το να λάβει γνώση της διορθωμένης απόφασης και να παρουσιάσει τα επιχειρήματά του σχετικά με την αναθεωρημένη ημερομηνία έναρξης της σωρευτικής ποινής του και τη συμμόρφωσή του με το εσωτερικό δίκαιο.

Υπό το πρίσμα του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο ή του δικαιώματος ακρόασης, ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκε η διαδικασία διόρθωσης έναντι του προσφεύγοντος, ο οποίος στερήθηκε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τα επιχειρήματά του σχετικά με την τροποποίηση της ημερομηνίας έναρξης της ποινής του, είτε προφορικά είτε γραπτώς, είχε καταστήσει την ποινική διαδικασία εναντίον του άδικη. Υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ.

Μη παραβίαση του Άρθρου 5 § 1

Νόμιμη σύλληψη ή κράτηση

Άρθρο 5: Ο προσφεύγων είχε στερηθεί την ελευθερία του μετά από καταδίκη από αρμόδιο δικαστήριο. Το ζήτημα ήταν αν η προηγούμενη τροποποίηση της ημερομηνίας έναρξης της ποινής του προσφεύγοντος από ένα δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με διαδικασία που το Δικαστήριο είχε ήδη κρίνει ότι συνιστούσε παράβαση του άρθρου 6, παραβίαζε και την απαίτηση «νομιμότητας» του άρθρου 5 § 1.

Το ζήτημα ήταν αν η κράτηση του προσφεύγοντος, η οποία είχε παραταθεί, λόγω της μεταβολής της ημερομηνίας έναρξης της ποινής του, ήταν «νόμιμη». Το ερώτημα ήταν εάν το σφάλμα των εθνικών δικαστηρίων σχετικά με την ημερομηνία έναρξης της ποινής ήταν προφανές και η διόρθωση, επομένως, ήταν αναμενόμενη και επιτρεπόμενη από το νόμο και την πρακτική που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ή αν η διόρθωση είχε υπερβεί τα όρια του σχετικού νόμου.

Αφενός, ο Ποινικός Κώδικας, όπως είχε τη στιγμή που ο προσφεύγων διέπραξε το δεύτερο αδίκημα, δεν είχε καθορίσει ρητά την ημερομηνία έναρξης μιας συγχωνευθείσας  ποινής. Από την άλλη πλευρά, η επακόλουθη διόρθωση φαινόταν ότι βασίστηκε, έστω και σιωπηρά, στον ποινικό κώδικα όπως τροποποιήθηκε, ο οποίος καθόριζε σαφώς την ημερομηνία της επιβολής της μεταγενέστερης ποινής ως ημερομηνίας έναρξης για οποιαδήποτε ποινή. Σε άλλη απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η σχετική διάταξη θα μπορούσε να έχει αναδρομική ισχύ. Η απόφαση αυτή είχε προηγηθεί τόσο της απόφασης διόρθωσης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, όσο και της αμετάκλητης απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση του προσφεύγοντος. Επομένως, ενώ το ζήτημα σχετικά με την προβλεψιμότητα του νόμου, όσον αφορά την ημερομηνία έναρξης συγχωνευτικής ποινής δεν είχε εξεταστεί από τα εθνικά δικαστήρια, η διόρθωση φαινόταν ότι ακολούθησε διευκρίνιση που παρέσχε το Ανώτατο Δικαστήριο σε άλλη υπόθεση.

Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν εναπόκειτο στο Δικαστήριο να προβεί σε εικασίες σχετικά με τη νομιμότητα της κράτησης του προσφεύγοντος πέραν της 29ης Σεπτεμβρίου 2010, η οποία διατάχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με τη νομοθεσία και την πρακτική που ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών. Ως εκ τούτου, η κράτηση του προσφεύγοντος δεν ήταν εκ πρώτης όψεως παράνομη κατά το  εσωτερικό δίκσιο.

Το Δικαστήριο είχε ήδη απορρίψει το επιχείρημα ότι κάθε παραβίαση του άρθρου 6 είχε ως αποτέλεσμα παραβίαση του άρθρου 5 § 1. Ενώ το Δικαστήριο είχε διαπιστώσει παραβίαση του άρθρου 6, δεν θεώρησε ότι η παραβίαση ήταν τέτοια που έπληξε ανεπανόρθωτα την ουσία του δικαιώματος που εγγυάται το άρθρο αυτό. Κατά συνέπεια, η παραβίαση του άρθρου 6 δεν ισοδυναμεί με καταφανή άρνηση δικαιοσύνης.

Ως εκ τούτου, η κράτηση του προσφεύγοντος δικαιολογείται βάσει του άρθρου 5 § 1 (α) της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση: 1.500 ευρώ για ηθική βλάβη και 2.370 ευρώ για έξοδα και δαπάνες(επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες