Η επικοινωνία του δικηγόρου με τον κρατούμενο πελάτη του προστατεύεται προνομιακά από την ΕΣΔΑ και πρέπει να είναι απρόσκοπτη

ΑΠΟΦΑΣΗ

Altay κατά Τουρκίας της 09.04.2019 (αριθ. 2) (αριθ. 11236/09)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικηγόρος και κρατούμενος. Εμπιστευτικότητα συναντήσεων. Οι συναντήσεις και επικοινωνίες του συνηγόρου με τον πελάτη του κρατούμενο αντιμετωπίζονται προνομιακά από την ΕΣΔΑ και πρέπει να μην παρεμβάλλονται προσκόμματα. Αίτημα των σωφρονιστικών αρχών για παρουσία υπαλλήλου κατά τη διάρκεια των συναντήσεων δικηγόρου με τον πελάτη του. Αποδοχή του αιτήματος από το εθνικό δικαστήριο χωρίς να απαιτείται από το νόμο προφορική ακρόαση του κρατούμενου. Κατά το ΕΔΔΑ, η ερμηνεία και η εφαρμογή του νόμου από τα εθνικά δικαστήρια αναφορικά με το συγκεκριμένο περιορισμό, ήταν προδήλως παράλογη και μη προβλέψιμη κατά την έννοια του άρθρου 8. Επίσης, λόγω του αμφισβητούμενου χαρακτήρα της διαδικασίας και της σοβαρότητας του μέτρου που επιβλήθηκε, η έλλειψη ακρόασης ενώπιον τόσο του δικαστηρίου Εκτέλεσης, όσο και του Ποινικού Δικαστηρίου, σήμαινε ότι δεν ακούσθηκαν οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης. Παραβίαση του δικαιώματος στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και της δίκαιης δίκης.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 8

Άρθρο 6

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Mehmet Aytunç Altay, είναι Τούρκος υπήκοος ο οποίος γεννήθηκε το 1956. Εκτίει  ποινή ισόβιας κάθειρξης σε φυλακή τύπου Edirne F.

Η υπόθεση αφορά την απόφαση των σωφρονιστικών αρχών και των δικαστηρίων να παρίστανται υπάλληλοι, όταν ο κρατούμενος προσφεύγων συνομιλεί και συμβουλεύεται τον δικηγόρο του.

Τον Αύγουστο του 2005, οι σωφρονιστικές αρχές αποφάσισαν να απαγορεύσουν στον κ. Altay, που είχε καταδικαστεί σε ποινή ισόβιας κάθειρξης για απόπειρα ανατροπής της συνταγματικής τάξης, την παραλαβή ενός δέματος από τον δικηγόρο του που περιείχε ένα βιβλίο με τίτλο «Παγκοσμιοποίηση και ιμπεριαλισμός», ένα περιοδικό με τον τίτλο «Rootless Anational Publication, και την εφημερίδα «Express International Sha La la».

Το δικαστήριο Edirne επιβεβαίωσε την απόφαση των σωφρονιστικών αρχών, με την αιτιολογία ότι το υλικό δεν είχε καμία σχέση με το δικαίωμα υπεράσπισης. Ο προσφεύγων άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, οι σωφρονιστικές αρχές ζήτησαν με αίτησή τους να παρίσταται υπάλληλος κατά τη διάρκεια των συναντήσεων του κ. Altay με τον δικηγόρο του, υποστηρίζοντας ότι οι πράξεις, όπως η αποστολή του συγκεκριμένου υλικού ήταν ασυμβίβαστες με τα καθήκοντά του ως συνηγόρου. Το δικαστήριο Edirne δέχτηκε την αίτηση. Ο προσφεύγων αμφισβήτησε τον περιορισμό του το 2008, το 2010 και το 2013, αλλά όλες οι προσπάθειές του ήταν ανεπιτυχείς.

Το 2006, το δικαστήριο του Στρασβούργου απέρριψε την προσφυγή του κ. Altay αναφορικά με την απαγόρευση του να λαμβάνει τα βιβλία και τα περιοδικά, υποστηρίζοντας ότι έπρεπε πρώτα να χρησιμοποιήσει εγχώριο ένδικο βοήθημα και να προσφύγει στην αρμόδια Επιτροπή. Η Επιτροπή έκρινε το 2016 ότι η άρνηση παραλαβής του αναγνωστικού υλικού είχε παραβιάσει τα δικαιώματά του βάσει του άρθρου 10 (ελευθερία έκφρασης).

Στην παρούσα προσφυγή επικαλείται το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της οικίας και της αλληλογραφίας), καταγγέλλοντας ότι η απόφαση του Σεπτεμβρίου 2005 σχετικά με την παρουσία υπαλλήλου κατά τη διάρκεια των επισκέψεων του συνηγόρου του, παραβίασε το δικαίωμά του σε εμπιστευτικές διαβουλεύσεις με τον δικηγόρο του.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη), καταγγέλλει ότι ούτε ο ίδιος, ούτε ο δικηγόρος του ήταν σε θέση να λάβουν μέρος αποτελεσματικά στις διαδικασίες σχετικά με την απαγόρευση ή μη των ελεύθερων συναντήσεών του με τον δικηγόρο του, καθώς δεν διεξήχθη ακροαματική διαδικασία και δεν μπόρεσαν να παρουσιάσουν κανένα επιχείρημα κατά του αιτήματος αυτού.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Παραβίαση του άρθρου 8

Όσον αφορά το περιεχόμενο της επικοινωνίας και το προνόμιο που παρέχεται στη σχέση δικηγόρου-πελάτη στο πλαίσιο των ατόμων που στερούνται της ελευθερίας τους, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπάρχει λόγος να γίνει διάκριση μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών αλληλογραφίας με δικηγόρους που, ανεξάρτητα από τον σκοπό τους, αφορούν θέματα ιδιωτικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα. Συναφώς, επισήμανε ότι η σύνδεση της αλληλογραφίας με την εκδίκαση της διαφοράς, είναι ιδιαίτερα δύσκολη και η αλληλογραφία με τον δικηγόρο μπορεί να αφορά θέματα που έχουν ελάχιστη ή καθόλου σχέση με την εκδίκαση της δίκης. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η αρχή αυτή ισχύει κατά μείζονα λόγο στην προφορική και στη κατά πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία με το δικηγόρο. Επομένως, η προφορική συνομιλία, καθώς και η αλληλογραφία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη του, προστατεύονται προνομιακά βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης.

Ωστόσο, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι, παρά τη σπουδαιότητά του, το δικαίωμα της εμπιστευτικής επικοινωνίας με δικηγόρο δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς. Αναμφίβολα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι περιορισμοί που επιβάλλονται δεν περιορίζουν το εν λόγω δικαίωμα σε βαθμό που να βλάπτει τον πυρήνα του και να του στερεί την αποτελεσματικότητά του. Το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο περιορισμός είναι προβλέψιμος για τους ενδιαφερομένους και επιδιώκει θεμιτό σκοπό στο πλαίσιο της παραγράφου 2 του άρθρου 8 και είναι «απαραίτητος σε μια δημοκρατική κοινωνία», με την έννοια ότι είναι ανάλογος προς τους επιδιωκόμενους στόχους. Το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι το περιθώριο εκτίμησης του κράτους στην εκτίμηση των επιτρεπόμενων ορίων παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή των διαβουλεύσεων και της επικοινωνίας με δικηγόρο είναι περιορισμένο, δεδομένου ότι μόνο εξαιρετικές περιστάσεις, όπως η αποφυγή της διάπραξης σοβαρών εγκλημάτων ή σημαντικές παραβιάσεις της ασφάλειας των φυλακών, θα μπορούσε να δικαιολογήσει την ανάγκη περιορισμού αυτών των δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο των προσώπων που στερούνται την ελευθερία τους για τρομοκρατικές ενέργειες, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι δεν μπορούν να αποκλειστούν από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Σύμβασης και δεν πρέπει να παραβιάζεται η ουσία των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται από αυτές.

Όσον αφορά τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι τα εθνικά δικαστήρια αναφέρονται στο άρθρο 59 του Ν. 5275 ως νομική βάση για την παρέμβασή τους στην εμπιστευτικότητα των συναντήσεων του προσφεύγοντος με τον δικηγόρο του. Έκριναν συναφώς ότι η συμπεριφορά του δικηγόρου ήταν ασυμβίβαστη με το επάγγελμα του δικηγόρου, στο μέτρο που αυτός απέστειλε βιβλία και περιοδικά στον προσφεύγοντα, τα οποία δεν είχαν σχέση με την υπεράσπιση. Το Δικαστήριο παρατηρεί ωστόσο ότι το άρθρο 59 του Ν. 5275 είναι ένα εξαιρετικό μέτρο το οποίο περιέχει έναν εξαντλητικό κατάλογο περιστάσεων υπό τις οποίες μπορεί να περιοριστεί ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της επικοινωνίας δικηγόρου-πελάτη. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, μόνον όταν από έγγραφα ή άλλο υλικό προκύπτει ότι το προνόμιο που απολαμβάνει ένας φυλακισμένος και ο δικηγόρος του χρησιμοποιείται ως μέσο επικοινωνίας με τρομοκρατική οργάνωση ή για διάπραξη εγκλήματος ή θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του οργάνου, μπορεί να ζητηθεί η παρουσία υπαλλήλου φυλακών κατά τη διάρκεια των συναντήσεων δικηγόρου-πελάτη.

Η αποστολή αλληλογραφίας αποκλειστικά και μόνο διότι δεν αφορά τα δικαιώματα υπεράσπισης, δεν προβλέπεται στο εν λόγω τμήμα ως λόγος περιορισμού του απορρήτου της διαβούλευσης με δικηγόρο. Το αντίθετο έρχεται σε αντίθεση με την απλή έννοια του κειμένου της διάταξης και θα σήμαινε ότι οποιαδήποτε αλληλογραφία από δικηγόρο που δεν σχετίζεται με την υπεράσπιση, θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιβολή ενός τόσο σοβαρού μέτρου χωρίς περιορισμό της διάρκειας. Λαμβάνοντας υπόψη τις παρούσες περιστάσεις της υπόθεσης, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, μολονότι το γράμμα και το πνεύμα της εσωτερικής νομοθεσίας που ίσχυε κατά τον χρόνο των γεγονότων ήταν αρκετά σαφές, εκτός από την έλλειψη χρονικών ορίων του περιορισμού, η ερμηνεία του στις περιστάσεις της υπόθεσης του προσφεύγοντος, ήταν προδήλως παράλογη και συνεπώς μη προβλέψιμη κατά την έννοια του άρθρου 8 § 2 της Σύμβασης. Επομένως, μια τέτοια διασταλτική ερμηνεία της εσωτερικής διάταξης εν προκειμένω δεν συνάδει προς τις απαιτήσεις της της ΕΣΔΑ.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 § 1 της Σύμβασης λόγω της έλλειψης προβλεψιμότητας της ερμηνείας και της εφαρμογής του νόμου από τα εθνικά δικαστήρια στα γεγονότα της υπόθεσης.

Λαμβανομένου υπόψη του προαναφερθέντος συμπεράσματος, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να εξετάσει αν η παρέμβαση επιδιώκει έναν ή περισσότερους θεμιτούς σκοπούς και ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 – λόγω του γεγονότος ότι δεν υπήρξε ακρόαση

Όσον αφορά τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, το ΕΔΔΑ παρατηρεί εξ αρχής ότι δεν διεξήχθη προφορική ακρόαση σε κανένα στάδιο της εσωτερικής διαδικασίας. Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, προηγείται η διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων εκτέλεσης και, στη συνέχεια, ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων βάσει της δικογραφίας της υπόθεσης. Επίσης, ούτε ο προσφεύγων, ούτε ο συνήγορός του μπορούσαν να παραστούν στις συνεδριάσεις αυτών. Επομένως, δεν έχει σημασία το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν ζήτησε ρητά την ακρόαση, δεδομένου ότι οι σχετικοί δικονομικοί κανόνες δεν το επέτρεπαν, εκτός από τις περιπτώσεις πειθαρχικών κυρώσεων. Παρόλο που η κυβέρνηση υποστήριξε ότι ο προσφεύγων θα μπορούσε να ζητήσει την ακρόαση του, το Δικαστήριο δεν είναι πεπεισμένο ότι οποιαδήποτε τέτοια αίτηση θα είχε πιθανότητες επιτυχίας.

Δεύτερον, οι σχετικοί κανόνες σχετικά με τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων σε τέτοιου είδους διαφορές, υποδεικνύουν ότι το ζήτημα της διεξαγωγής ακρόασης είναι ζήτημα το οποίο αποφασίζουν αυτεπαγγέλτως τα δικαστήρια. Με άλλα λόγια, δεν εναπόκειτο στον προσφεύγοντα να ζητήσει ακρόαση.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμά του για προφορική ακρόαση ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου.

Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω σκέψεις, το Δικαστήριο εξέτασε αν υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούσαν την παρέκκλιση από το δικαίωμα ακρόασης κατά τη διαδικασία περιορισμού του δικαιώματος του προσφεύγοντος σε εμπιστευτική επικοινωνία με τον δικηγόρο του.

Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, λόγω του αμφισβητούμενου χαρακτήρα της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου αυτού και της σοβαρότητας του μέτρου που επιβλήθηκε, η έλλειψη ακρόασης είτε ενώπιον του δικαστηρίου εκτέλεσης, είτε μέσω ένστασης ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου, σήμαινε ότι ο προσφεύγων δεν ακούστηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι υπήρξε και παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση: 2.000 ευρώ για ηθική βλάβη(επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες