Η ανεπαρκής αιτιολογία δικαστικών αποφάσεων και η μη απάντηση στους ισχυρισμούς του διαδίκου παραβίασαν τη δίκαιη δίκη

ΑΠΟΦΑΣΗ

Mazahir Jafarov κατά Αζερμπαϊτζάν της 02.04.2020 (αριθ.προσφ. 39331/09)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικαίωμα ακρόασης. Άρνηση των δικαστηρίων να αποδώσουν τη χρήση του διαμερίσματος του προσφεύγοντος σε αυτόν αφαιρώντας την από την τέως σύζυγό του και τα παιδιά του, με αντάλλαγμα τη χορήγηση αποζημίωσης εκ μέρους του. Μη επαρκής αιτιολογία των εγχώριων δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν την αξίωση του προσφεύγοντος, κρίνοντας ότι το ποσό αποζημίωσης που προσέφερε ήταν ανεπαρκές, χωρίς να  προσδιορίσουν το ποσό που θα θεωρούνταν ως επαρκές. Επίσης, δεν εξέτασαν ουσιαστικά αν το προσφερόμενο ποσό αντιστοιχούσε στην πραγματική αγοραία μισθωτική αξία του διαμερίσματος και αν επαρκούσε ώστε να διασφαλιστεί κατάλληλη εναλλακτική στέγαση για τα μέλη της οικογένειας. Το ΕΔΔΑ έκρινε, ακόμη, ότι δεν υπήρχε λόγος να μην ληφθούν υπόψιν τα επιχειρήματα και τα αποδεικτικά στοιχεία του προσφεύγοντος που ήταν εκ πρώτης όψης κρίσιμα για την έκβαση της υπόθεσης. Παραβίαση της δίκαιης δίκης  (άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6 § 1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1959 και ζει στο Μπακού. Το 1991 ο προσφεύγων και η σύζυγος, ο γιος και η κόρη του («τα μέλη της οικογένειας») εγκαταστάθηκαν σε ένα κρατικό διαμέρισμα τριών δωματίων, με βάση ένα δελτίο κατοχής που εκδόθηκε από την εργοδότρια του προσφεύγοντος, μια κρατική εταιρεία.

Το 1994, ο προσφεύγων έγινε ιδιοκτήτης της εν λόγω κατοικίας κατόπιν ιδιωτικοποίησης  και με τη συγκατάθεση της συζύγου του, η οποία παραιτήθηκε από οποιαδήποτε αξίωση ιδιοκτησίας κατά την ιδιωτικοποίηση. Όλα τα μέλη της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών, είχαν δικαιώματα διαμονής στο διαμέρισμα («δικαίωμα χρήσης»).

Το 2007 ο προσφεύγων και η σύζυγός του πήραν διαζύγιο. Μετά το διαζύγιο ο προσφεύγων και τα μέλη της οικογένειάς του συνέχισαν να διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα και είχαν συχνές εσωτερικές συγκρούσεις. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, σε ορισμένες περιπτώσεις τα μέλη της οικογένειας είτε δεν του επέτρεπαν την είσοδο στο διαμέρισμα, είτε τον προσέβαλαν. Λόγω αυτής της κατάστασης, τελικά ο προσφεύγων αναγκάστηκε να μετακομίσει και να διαμένει αλλού.

Το 2008, η πρώην σύζυγός του υπέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου του Narimanov αγωγή εναντίον του, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι είχε δικαίωμα κυριότητας στα 3/4 του διαμερίσματος.

Επίσης, το 2008 ο προσφεύγων υπέβαλε ανταγωγή κατά των μελών της οικογένειας και ζήτησε την καταγγελία του δικαιώματός χρήσης του διαμερίσματος, με αντάλλαγμα να καταβάλει στον καθέναν εξ αυτών αποζημίωση 6.000 μανάτ (AZN 18.000 συνολικά). Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι το προτεινόμενο ποσό ήταν επαρκές για τα μέλη της οικογένειας, ώστε να τους διασφαλίσει εναλλακτική διαμονή συγκρίσιμη με την προηγούμενη για μια περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών.

Στις 24 Ιουλίου 2008 το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε τόσο την αγωγή, όσο και την ανταγωγή. Όσον αφορά την αξίωση της συζύγου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διαπίστωσε ότι το διαμέρισμα δεν αποτελούσε κοινή περιουσία του προσφεύγοντος και εκείνης, επειδή δεν είχε αποκτηθεί από το οικογενειακό τους εισόδημα, το οποίο είχε αποκτηθεί κατά τη διάρκεια του γάμου, αλλά είχε χορηγηθεί στον προσφεύγοντα από το κρατικό ταμείο περί κατοικιών και στη συνέχεια ιδιωτικοποιήθηκε από αυτόν δωρεάν. Τη στιγμή της ιδιωτικοποίησης του διαμερίσματος, η πρώην σύζυγος παραιτήθηκε οικειοθελώς από κάθε δικαίωμα ιδιοκτησίας του ακινήτου.

Όσον αφορά την ανταγωγή του προσφεύγοντος, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέπεμψε στο άρθρο 228.2 του Αστικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα καταγγελίας του δικαιώματος χρήσης με βάση δικαστική απόφαση και με την επιφύλαξη καταβολής αποζημίωσης. Το δικαστήριο αναφέρθηκε επίσης σε απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 26ης Σεπτεμβρίου 2007, σύμφωνα με την οποία η αποζημίωση αυτή θα πρέπει να επαρκεί ώστε τα μέλη της οικογένειας να μπορέσουν να διαμείνουν σε κατάλληλη εναλλακτική κατοικία σε σταθερή βάση και για ορισμένο χρονικό διάστημα. Το δικαστήριο έκρινε δε ότι  το ύψος της αποζημίωσης που πρότεινε ο προσφεύγων δεν μπορούσε να οδηγήσει στην επίλυση της παρούσας διαφοράς διότι δεν αντιστοιχεί σε πραγματική αγοραστική αξία και αντιβαίνει στην εθνική νομοθεσία και νομολογία.

Το δικαστήριο δεν διευκρίνισε το ποσό της αποζημίωσης που θα ήταν επαρκές. Αναφερόμενο στα άρθρα 14.2, 217.3 και 217.4 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατέληξε ότι τα μέρη δεν μπόρεσαν να προσκομίσουν αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη των αιτημάτων τους κατά την ακροαματική διαδικασία. Αφού αξιολόγησε το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή και η ανταγωγή έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμες.

Ο προσφεύγων άσκησε έφεση προβάλλοντας το επιχείρημα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν προέβη σε προσδιορισμό του ποιο ποσό θεωρείται επαρκές για να καταβληθεί για την περίπτωσή του και δεν αιτιολόγησε επαρκώς την διαπίστωσή του ότι η προτεινόμενη αποζημίωση ήταν ανεπαρκής, κατά παράβαση του δικαιώματός του να λάβει αιτιολογημένη απόφαση τόσο βάσει του εσωτερικού δικαίου όσο και βάσει του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και κατά παράβαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι, εφόσον δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την «πραγματική αγοραστική αξία» και τον καθορισμό της αποζημίωσης, το δικαστήριο θα μπορούσε να ορίσει πραγματογνώμονα για να προβεί σε σχετική εκτίμηση.

Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο προσφεύγων κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο γραπτή εκτίμηση της ΜΚΟ με τίτλο «Συμμετέχοντες στην αγορά ακινήτων» της 20ης Σεπτεμβρίου 2008, η οποία ανέφερε ότι, σύμφωνα με την εκτίμησή της, η τρέχουσα μισθωτική αξία του μηνιαίου ενοικίου για τα δύο δωμάτια του εν λόγω διαμερίσματος ήταν 230 δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών (περίπου USD 187 κατά την κρίσιμη περίοδο).

Στις 14 Οκτωβρίου 2008 το Εφετείο επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση αναφέροντας ότι: «Αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο θεώρησε ότι το ποσό της αποζημίωσης που πρότεινε ο προσφεύγων δεν αντιστοιχούσε στην πραγματική αγοραστική αξία και δεν επαρκούσε ώστε να διασφαλιστεί κατάλληλη εναλλακτική στέγαση σε συνεχή βάση και για ορισμένο χρονικό διάστημα, ορθώς απέρριψε την ανταγωγή».

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη ότι το κατάλυμα αρχικά χορηγήθηκε όχι μόνο στον προσφεύγοντα, αλλά λαμβάνοντας υπόψη ότι είχε τετραμελή οικογένεια, ότι οι διάδικοι είχαν κατοικήσει στο διαμέρισμα από τη στιγμή που είχε διατεθεί, και ότι επί του παρόντος δεν έχουν άλλες επιλογές στέγασης.

Το Εφετείο σιώπησε ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων.

Ο προσφεύγων άσκησε αναίρεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι οι δικαστικές αποφάσεις των κατωτέρων δικαστηρίων δεν ήταν αιτιολογημένες. Παρατήρησε ότι το κατώτερο δικαστήριο δεν είχε αιτιολογήσει ότι το προτεινόμενο ποσό αποζημίωσης ήταν ανεπαρκές και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είχε αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε υποβάλει ενώπιόν του και δεν είχε αιτιολογήσει την αποτυχία αυτή στην απόφασή του. Επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι το ποσό που πρότεινε ήταν επαρκές για τα μέλη της οικογένειάς του ώστε να διαμείνουν σε εναλλακτική στέγη υπό συγκρίσιμες συνθήκες για τουλάχιστον πέντε έτη.

Στις 24 Φεβρουαρίου 2009, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις αποφάσεις των κατώτερων δικαστηρίων, εν συντομία επαναλαμβάνοντας την ανεπάρκεια της αποζημίωσης, χωρίς ρητή απάντηση στα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.

Ενώπιον του ΕΔΔΑ, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει το κατάλυμά του, ούτε να το διαθέσει, ενώ τα πρώην μέλη της οικογένειάς του συνέχισαν να διαμένουν εκεί. Παρά το νόμιμο αίτημά του να τερματίσει το δικαίωμά χρήσης τους με αντάλλαγμα αποζημίωση – ποσού 6.000 ΑΖΝ για κάθε μέλος της οικογένειας, η οποία θα ήταν επαρκής για να μπορέσει να ζήσουν σε κατάλληλη εναλλακτική κατοικία για τουλάχιστον πέντε χρόνια – τα δικαστήρια αρνούνταν να του αποδώσουν το ακίνητό του, αφού διαπίστωσαν χωρίς να αιτιολογήσουν την απόφασή τους, ότι η αποζημίωση ήταν ανεπαρκής και παράνομη. Τα δικαστήρια δεν είχαν εξετάσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο, όπως την έκθεση αποτίμησης που εκπόνησε η ανωτέρω ΜΚΟ.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ανταγωγή του προσφεύγοντος, κρίνοντας ότι το ποσό της αποζημίωσης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική μισθωτική αξία του διαμερίσματος και δεν ήταν σε συμμόρφωση με την εθνική νομοθεσία.

Λόγω της ασάφειας και συντομίας της πρωτόδικης απόφασης, είναι αδύνατο να εξακριβωθεί αν το δικαστήριο απέρριψε την αξίωση του προσφεύγοντος, κρίνοντας ότι το ποσό αποζημίωσης είναι ανεπαρκές, έχοντας αξιολογήσει ποιο είναι το ποσό που θα θεωρείτο επαρκές. Επίσης, εγείρεται το ζήτημα αν απέρριψε πλήρως ή εν μέρει την αγωγή για έλλειψη αξιόπιστων αποδεικτικών στοιχείων που υπέβαλε ο προσφεύγων ή αν δεν πραγματοποίησε καμία αξιολόγηση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την απόφασή  του ότι το προτεινόμενο ποσό αποζημίωσης «δεν αντιστοιχούσε στην αγοραία μισθωτική αξία» και δεν παρείχε καμία ένδειξη για το ποια ήταν η αγοραία αξία. Υπό τις συνθήκες αυτές, το ΕΔΔΑ διαπιστώνει ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.

Ο προσφεύγων υπέβαλε νέα αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη του αιτήματός του ενώπιον του Εφετείου του Μπακού, προκειμένου να αποδείξει ότι η προτεινόμενη αποζημίωση ήταν επαρκής. Ωστόσο, η εφετειακή απόφαση σιώπησε όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε, καθιστώντας αδύνατο να εξακριβωθεί κατά πόσον τα έλαβε πράγματι υπόψη, και παρέλειψε να αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους για το ότι δεν τα κατονόμασε, ή αν εμμέσως αρνήθηκε να τα δεχτεί ως αποδεικτικά στοιχεία. Δεδομένου ότι τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το κόστος ενοικίασης των παρόμοιων καταλυμάτων ήταν πολύ σημαντικά για την εκτίμηση της κατάλληλης αποζημίωσης στην παρούσα υπόθεση, το Εφετείο όφειλε σύμφωνα με τη Σύμβαση να παρέχει αιτιολογημένη αξιολόγηση σε σχέση με τα στοιχεία αυτά.

Είναι αλήθεια ότι το Εφετείο του Μπακού ανέφερε ότι, απορρίπτοντας την προσφυγή, είχε λάβει υπόψη τρεις παράγοντες: (i) ότι το διαμέρισμα είχε αρχικά κατανεμηθεί ανάλογα με το μέγεθος της οικογένειας, (ii) ότι τα μέρη διέμεναν στο κατάλυμα από τη πρώτη στιγμή που έμειναν εκεί και (iii) ότι τα μέλη της οικογένειας δεν είχε άλλες επιλογές διαμονής. Ωστόσο, δεν κατάφερε να παράσχει οποιαδήποτε εξήγηση ως προς το πώς αυτοί οι παράγοντες οδήγησαν να εγκρίνει την πρωτοβάθμια απόφαση ότι το προτεινόμενο ποσό αποζημίωσης ήταν ανεπαρκές και σε αντίθεση με τη νομοθεσία. Επιπλέον, για τον καθορισμό της «αγοραίας αξίας» προκειμένου να καθοριστεί το ποσό αποζημίωσης, υπάρχουν πιο σημαντικοί παράγοντες, όπως η έκταση και η κατάσταση του εν λόγω οικιστικού χώρου, η εδαφική του θέση, το ύψος του μισθώματος σε συγκρίσιμα ακίνητα, η προσωπική οικονομική κατάσταση των μερών και ούτω καθεξής. Ωστόσο, κανένα από τα εθνικά δικαστήρια δεν τους έλαβε υπόψιν.

Επιπλέον, τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψαν να απαντήσουν στο επιχείρημα του προσφεύγοντος σχετικά με το χρονικό διάστημα (5 χρόνια),  το οποίο, κατά την άποψή του, θα μπορούσε να θεωρηθεί εύλογο για τον υπολογισμό της αποζημίωσης, ιδίως στην παρούσα υπόθεση.

Τέλος, όσον αφορά την αιτιολογία που ανέγραψε το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν απάντησε στα σχετικά επιχειρήματα που προέβαλε ο προσφεύγων σχετικά με την έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας από τα κατώτερα δικαστήρια, αλλά επικύρωσε τις αποφάσεις των κατώτερων δικαστηρίων, επαναλαμβάνοντας αρχικά τις διαπιστώσεις τους.

Εν ολίγοις, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, εν προκειμένω, δεν αιτιολόγησαν επαρκώς την διαπίστωση τους ότι το ποσό της αποζημίωσης που προτάθηκε ήταν ανεπαρκές και δεν ήταν συμβατό με τη νομοθεσία, αλλά επίσης δεν παρείχαν επαρκή αιτιολογία γιατί δεν έλαβαν υπόψιν τα επιχειρήματα  και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από αυτόν, τα οποία εκ πρώτης όψεως φαίνεται να ήταν σχετικά με την έκβαση της υπόθεσης.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι το δικαίωμα του προσφεύγοντος σε αιτιολογημένη απόφαση παραβιάστηκε στην προκειμένη περίπτωση. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.   Ο προσφεύγων δεν υπέβαλε αίτημα για ηθική βλάβη (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες