Η άρνηση βασικού μάρτυρα να εξεταστεί στο ακροατήριο για μη αυτοενοχοποίησή του και το δικαίωμα του κατηγορουμένου στην εξέτασή του

ΑΠΟΦΑΣΗ

Cabral κατά Κάτω Χωρών της 28.08.2018 (αρ. προσφ. 37617/10)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ληστεία σε σούπερ μάρκετ. Μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο για την ενοχή του προσφεύγοντος – κατηγορουμένου η κατάθεση – ομολογία συνεργού του στην αστυνομία, η οποία ανεκλήθη από τον μάρτυρα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Εμφάνιση του μάρτυρα στο Εφετείο αλλά άρνηση να καταθέσει ασκώντας δικαίωμα μη αυτοενοχοποίησης (είχε προηγηθεί άσκηση αυτεπάγγελτης ποινικής δίωξης σε βάρος του για ψευδομαρτυρία στο πρωτόδικο Δικαστήριο). Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι τα Ολλανδικά Δικαστήρια δεν παρείχαν επαρκή διαδικαστικά αντισταθμιστικά στο υπερασπιστικό μειονέκτημα του κατηγορουμένου της μη δυνατότητάς του να εξετάσει τον μάρτυρα και να αμφισβητήσει την κατάθεσή του στην αστυνομία. Παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 και 3δ της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 

Άρθρο 6 § 1

Άρθρο 6 § 3 (δ)

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Euclides Cabral, είναι Ολλανδός υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1987 και ζει στο Ρότερνταμ.

Η υπόθεση αφορούσε την καταγγελία του προσφεύγοντος ότι είχε δικαστεί και καταδικαστεί για ληστεία σε σούπερ μάρκετ χωρίς να μπορεί να εξετάσει βασικό μάρτυρα.

Ο κ. Cabral καταδικάστηκε τον Αύγουστο του 2006 για, μεταξύ άλλων εγκλημάτων, ληστείες σε σούπερ μάρκετ. Βασικό αποδεικτικό στοιχείο για την καταδίκη του ήταν η μαρτυρία ενός συνεργού του, ο οποίος είχε ενοχοποιήσει τον προσφεύγοντα  σε κατάθεσή του στην αστυνομία  καταθέτοντας ότι ο προσφεύγων έκλεψε τρία σούπερ-μάρκετ και τραυμάτισε κάποιον στο δρόμο έξω από μια ντισκοτέκ. Ο συνεργός στο Δικαστήριο κατέθεσε ως μάρτυρας κληθείς από τον κατηγορούμενο ανασκευάζοντας την κατάθεσή του στην αστυνομία και είπε ότι δεν είχε δει προσωπικά τις ληστείες, αλλά είχε ακούσει από τους παρευρισκόμενους ότι είχαν διαπραχθεί από ομάδα που δεν περιλάμβανε τον προσφεύγοντα, αλλά δεν έγινε πιστευτός από το Δικαστήριο και ο Εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος του για ψευδομαρτυρία.

Ο προσφεύγων άσκησε έφεση και στο Εφετείο ο μάρτυρας βασιζόμενος στο δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης (κατόπιν της άσκησης σε βάρος του ποινικής δίωξης για ψευδορκία), αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις που έθεσε η υπεράσπιση στο πλαίσιο της διαδικασίας έφεσης. Το Εφετείο επικύρωσε καταδίκασε επίσης τον προσφεύγοντας στηριζόμενο στα εξής αποδεικτικά στοιχεία:  α) Στην κατάθεση του διαχειριστή των σούπερ μάρκετ στην αστυνομία,  (β) Στην κατάθεση στην αστυνομία του ταμία και (γ) στην ομολογία – κατάθεση του συνεργού στην αστυνομία.

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναίρεσης τον Ιανουάριο του 2010.

Βασιζόμενος στο άρθρο 6 §§ 1 και 3 (δ) (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και δικαίωμα εξέτασης μαρτύρων), ο κ. Cabral παραπονέθηκε ότι είχε καταδικαστεί «αποκλειστικά ή σε μεγάλη έκταση» βάσει των καταθέσεων μάρτυρα ενώπιον της αστυνομίας, ο οποίος μάλιστα είχε τη δυνατότητα να αρνηθεί να καταθέσει στο πλαίσιο ακροαματικής εξέτασης από την υπεράσπιση.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Οι αρχές που πρέπει να εφαρμόζονται σε περιπτώσεις όπου ένας μάρτυρας κατηγορίας δεν συμμετέχει στη δίκη και οι καταθέσεις που έδωσε προγενέστερα γίνουν αποδεκτές συνοψίστηκαν στην απόφαση Al-Khawaja και Tahery  κατά Ηνωμένου Βασιλείου  του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης της 15.12.2011 . Σύμφωνα με τις αρχές που αναπτύχθηκαν στην απόφαση αυτή, πρέπει να εξετασθεί σε τρία στάδια η συμβατότητα με το άρθρο 6 §§ 1 και 3δ της ΕΣΔΑ, όπου οι καταθέσεις ενός μάρτυρα που δεν ήταν παρόν και αμφισβητήθηκαν στη δίκη χρησιμοποιούνται ως αποδεικτικά στοιχεία (ibid  § 152).

Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει:

(i) κατά πόσον υπήρξε βάσιμος λόγος για τη μη συμμετοχή του μάρτυρα και, ως εκ τούτου, για την ανάγνωση της κατάθεσής του και την λήψη της ως αποδεικτικού στοιχείου (§§ 119-125),

(ii) εάν το αποδεικτικό στοιχείο της κατάθεσης μάρτυρα ήταν η μοναδική ή αποφασιστική βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου (§§ 119 και 126-147)  και

iii) αν υπάρχουν επαρκείς παράγοντες αντιστάθμισης, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρών διαδικαστικών εγγυήσεων, για να αντισταθμιστούν τα μειονεκτήματα που αντιμετωπίζει η υπεράσπιση ως αποτέλεσμα της αποδοχής των αποδεικτικών στοιχείων που δεν εξετάζονται και ερευνώνται στην ακροαματική διαδικασία ώστε να διασφαλιστεί ότι η δίκη, ως σύνολο, θα είναι δίκαιη (βλ. § 147).

Το ΕΔΔΑ επισημαίνει εξαρχής ότι στην παρούσα υπόθεση ο μάρτυρας δεν ήταν «απών». Πράγματι, η υπεράσπιση τον αμφισβήτησε στην ακροαματική διαδικασία, αν και με ελάχιστο αποτέλεσμα. Ο μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο αλλά αρνήθηκε να καταθέσει, βασιζόμενος στο προνόμιο του ενάντια στην αυτοενοχοποίηση. Παρ΄όλα αυτά, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να εφαρμόσει τις προαναφερθείσες αρχές.

Η αφετηρία του Δικαστηρίου είναι η απόφαση του Εφετείου. Στα αποδεικτικά στοιχεία με τα οποία καταδικάστηκε ο προσφεύγων περιελαμβάνοντο οι καταθέσεις του μάρτυρα στην αστυνομία. Ωστόσο, ο μάρτυρας επικαλούμενος το δικαίωμά του στη  μη αυτοενοχοποίηση αρνήθηκε να εξεταστεί. Η άρνηση αυτή δεν μπορεί να προσαφθεί στο ερωτώμενο μέρος ότι επέτρεψε στο μάρτυρα να κάνει χρήση δικαιώματος που απολάμβανε δυνάμει του άρθρου 6 της Σύμβασης (βλ. Vidgen κατά Ολλανδίας, αριθ. 29353/06 , § 42, 10 Ιουλίου 2012).

Ο  Γενικός Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου της Ολλανδίας στην Πρότασή του, όταν εκδικάστηκε η αναίρεση, ανέφερε ότι  το μόνο αποδεικτικό στοιχείο που ενέπλεκε τον προσφεύγοντα στη ληστεία ήταν η κατάθεση του μάρτυρα στην αστυνομία, ενώ όλα τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία μπορούσαν απλά να αποδείξουν ότι η ληστεία είχε διαπραχθεί.

Παρόλο που ο μάρτυρας κλήθηκε στις ακροαματικές διαδικασίες τόσο του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσο και του Εφετείου ώστε να επιτραπεί στην υπεράσπιση να τον εξετάσει και να τον αμφισβητήσει, η εμμονή του να παραμείνει σιωπηλός έκανε μάταιη την αμφισβήτηση αυτή. Ελλείψει οποιασδήποτε άλλης δυνατότητας να τεθεί σε δοκιμασία η αξιοπιστία της ενοχοποιητικής κατάθεσης του μάρτυρα στην αστυνομία, πρέπει να διαπιστωθεί ότι το μειονέκτημα της υπεράσπισης με την μη εξέτασή του δεν αντισταθμίστηκε με αποτελεσματικά αντισταθμιστικά διαδικαστικά μέτρα. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (δ) της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση: Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του ότι ο Ολλανδικός Κώδικας Ποινικής Δικονομίας προβλέπει τη δυνατότητα επανάληψης διαδικασίας μετά από καταδικαστική απόφαση του ΕΔΔΑ έκρινε ότι η διαπίστωση παραβίασης συνιστούσε από μόνη της επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για οποιαδήποτε ηθική βλάβη που υπέστη ο κ. Cabral. Του επιδικάστηκε μόνο ποσό 94 ευρώ για έξοδα(επιμέλεια echrcaselaw.com)


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες