Η απόρριψη έφεσης με την αιτιολογία ότι κατατέθηκε στο Δικαστήριο χειρόγραφο αντίγραφο του πρωτοτύπου, παραβίασε το δικαίωμα πρόσβασης σε Δικαστήριο.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Parol κατά Πολωνίας 11.10.2018 (αρ. προσφ. 65379/13)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απόρριψη έφεσης και δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο. Απαράδεκτη η έφεση του προσφεύγοντος με το σκεπτικό ότι το αντίγραφο της έφεσής που υποβλήθηκε στο αρμόδιο δικαστήριο δεν ήταν πανομοιότυπο με το πρωτότυπο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφεύγουσα επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια ενός διαδίκου σε μια πολιτική δίκη, ενώ αντίθετα τα εθνικά δικαστήρια παρεμπόδισαν την πρόσβασή της σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Παραβίαση του δικαιώματός σε δίκαιη δίκη.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6 παρ. 1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Albert Parol, είναι Πολωνός υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1978 και σήμερα κρατείται στις φυλακές στη Βαρσοβία.

Η υπόθεση αφορά την εφαρμογή από τα εθνικά δικαστήρια των διαδικαστικών διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας περί υποβολής εφέσεων. Τον Ιούλιο του 2011, ο κ. Parol υπέβαλε αγωγή ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου της Βαρσοβίας-Πράγας («Περιφερειακό Δικαστήριο») κατά τεσσάρων φυλακών, ζητώντας αποζημίωση λόγω των συνθηκών κράτησής του.

Τον Ιούνιο του 2012, το Περιφερειακό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του ως παραγραφείσα. Τον Νοέμβριο του 2012 ο προσφεύγων άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής. Σε επιστολή του στις 20 Νοεμβρίου 2012, το Περιφερειακό Δικαστήριο ζήτησε από τον κ. Parol να διορθώσει ορισμένα τυπικά λάθη στην έφεσή του. Του ζήτησε ειδικότερα να προσκομίσει αντίγραφο της έφεσής του και του  υπομνήματός του διορθώνοντας τα τυπικά λάθη.

Έχοντας ως στόχο τη συμμόρφωση ζήτησε από το Περιφερειακό Δικαστήριο να του αποστείλει αντίγραφο της έφεσής του με δικά του έξοδα. Δεν έγινε καμία ενέργεια. Τον Δεκέμβριο του 2012 ο κ. Parol υπέβαλε ένα χειρόγραφο αντίγραφο της έφεσής του ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου, μαζί με τα άλλα έγγραφα που του ζητήθηκαν. Στα τέλη Δεκεμβρίου 2012, το Περιφερειακό Δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη την έφεση του προσφεύγοντος με το σκεπτικό ότι το αντίγραφο της έφεσής που υποβλήθηκε δεν ήταν πανομοιότυπο με το πρωτότυπο. Τον Ιούλιο του 2013, το Εφετείο της Βαρσοβίας απέρριψε την έφεση του προσφεύγοντος κατά της απόφασης του Δεκεμβρίου του 2012, επισημαίνοντας ότι οι εφέσεις έπρεπε να υποβάλλονται εις διπλούν, ώστε να μπορούν να επιδοθούν στον εναγόμενο. Τον Οκτώβριο του 2013 το Εφετείο έκρινε απαράδεκτο το ένδικο μέσο του προσφεύγοντος κατά της απόφασης του Ιουλίου 2013, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω απόφαση δεν υποβαλλόταν σε ένδικο μέσο.

Βασιζόμενος στο άρθρο 6 παρ. 1 (δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο), ο προσφεύγων καταγγέλλει παραβίαση του δικαιώματός του πρόσβασης σε δικαστήριο λόγω της απόρριψης της έφεσής του κατά της απόφασης του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Ιουνίου 2012 ως απαράδεκτη, καθώς θεωρεί ότι είναι αδικαιολόγητα περιοριστική η εφαρμογή από τα εθνικά δικαστήρια των σχετικών διαδικαστικών διατάξεων.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Παραβίαση του άρθρου 6 § 1

Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της φυλάκισης του προσφεύγοντος  κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το γεγονός ότι ενήργησε μόνος του και λαμβανομένης υπόψη και της παράλειψης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να σεβαστεί την υποχρέωση ενημέρωσης, τίθεται το ερώτημα αν ο τρόπος με τον οποίο οι δικονομικοί κανόνες εφαρμόστηκαν από το περιφερειακό δικαστήριο στέρησαν τον προσφεύγοντα από τη δυνατότητα ασκήσεως έφεσης.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, ως πρόσωπο που στερείται της ελευθερίας του και δεν επικουρείται από δικηγόρο κατόπιν της άρνησης του περιφερειακού δικαστηρίου (βλ. Σκέψη 7 ανωτέρω), ο προσφεύγων  υποβάλλοντας τα διαδικαστικά έγγραφα, μπορούσε να βασιστεί κυρίως στις πληροφορίες που παρέχονται από τα εθνικά δικαστήρια σχετικά με τους διαδικαστικούς κανόνες που πρέπει να ακολουθούνται. Συναφώς, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι, μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως, ο προσφεύγων ενημερώθηκε, όπως θα έπρεπε, βάσει της σχετικής νομοθεσίας, ότι έπρεπε να υποβάλει την έφεσή του εις διπλούν.

Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την άποψη της Κυβέρνησης ότι ο προσφεύγων γνώριζε την υποχρέωση υποβολής έφεσης με αντίγραφο. Επισημαίνει στο πλαίσιο αυτό ότι ο προσφεύγων άσκησε αγωγή αποζημιώσεως εναντίον  τεσσάρων σωφρονιστικών ιδρυμάτων, πράγμα που συνεπάγεται ότι, αν γνώριζε την υποχρέωση καταθέσεως υπομνήματος αντιγράφων για κάθε εναγόμενο, στην περίπτωση αυτή θα είχε καταθέσει τέσσερα αντίγραφα. Δεν βλέπει κανένα λόγο να επιβάλει στον προσφεύγοντα τα αποτελέσματα της μη τήρησης της νομικής υποχρεώσεως που επιβάλλεται στη δικαστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 327 § 2 του CPC (σκέψη 23 αποφασης). Επιπλέον, επισημαίνει ότι, εν προκειμένω, ο προσφεύγων βρίσκονταν σε ευάλωτη θέση λόγω της φυλάκισής του.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο προσφεύγων προσπάθησε να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις του περιφερειακού δικαστηρίου. Καθώς δεν διέθετε αντίγραφο της αρχικής έφεσής του, ζήτησε από το δικαστήριο να του αποστείλει αντίγραφο της έφεσης με δικά του έξοδα ώστε να εκπληρώσει την υποχρέωσή του να διορθώσει τα τυπικά λάθη. Δεδομένου ότι το αίτημα αυτό δεν εκπληρώθηκε ποτέ,  ο προσφεύγων προσέφυγε στην κατάθεση  αντίγραφου της έφεσης. Ωστόσο, δεν ήταν πανομοιότυπο με το αρχικό ένδικο μέσο, διότι ο προσφεύγων το είχε γράψει χειρόγραφα και  από μνήμης.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το αίτημα του προσφεύγοντος είχε νομική βάση σε συγκεκριμένη διάταξη και ότι, επιπλέον, ο προσφεύγων είχε επίσης το δικαίωμα να συμβουλευθεί τον φάκελό του όπου και αν βρίσκονταν φυλακισμένος.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, η αποστολή στο Περιφερειακό Δικαστήριο χειρόγραφου κειμένου από τον προσφεύγοντα, και η πεποίθησή του ότι έφτανε για να θεωρηθεί αντίγραφο της αρχικής έφεσης, επέδειξε την δέουσα επιμέλεια που απαιτείται συνήθως από έναν διάδικο σε μια αστική διαδικασία.

Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα εθνικά δικαστήρια παραβίασαν την υποχρέωσή τους να εξασφαλίσουν την πρόσβαση του προσφεύγοντος στη δικαιοδοσία δευτέρου βαθμού.

Τα στοιχεία αυτά αρκούν για να καταλήξει στο Δικαστήριο ότι, εν προκειμένω, τα εθνικά δικαστήρια παρεμπόδισαν την πρόσβαση του προσφεύγοντος σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Κατά συνέπεια, το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης έχει παραβιαστεί στην προκειμένη περίπτωση.

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 3.250 ευρώ για ηθική βλάβη(επιμέλεια echrcaselaw.com). 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες