Η αναφορά ποινικού δικαστηρίου ότι ο μάρτυρας ανήλικος έχει διαπράξει το αδίκημα χωρίς αυτός να είναι κατηγορούμενος δεν μπορεί να παράγει δεδικασμένο σε αστική υπόθεση και να στηρίζεται απόφαση σ΄αυτήν.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Kožemiakina κατά Λιθουανίας της 02.10.2018 (αριθμ. προσφ. 231/15)

 βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Το αστικό δικαστήριο καταδίκασε την προσφεύγουσα σε αποζημίωση  για πράξεις του ανηλίκου τέκνου της, που διαπιστώθηκαν βάσει αναφορών  σε ποινική δίκη στην οποία ο γιός της  ήταν απλά  μάρτυρας και δεν είχε την ιδιότητα του διαδίκου και δη του κατηγορουμένου. Τα δικαστήρια που εξέτασαν την αστική αξίωση είχαν βασιστεί στη δικογραφία της ποινικής διαδικασίας, όπου  ο γιός της προσφεύγουσας ομολόγησε ότι είχε κτυπήσει το θύμα, αλλά ισχυρίστηκε ότι το έπραξε σε κατάσταση αυτοάμυνας. Δεδομένου ότι δεν ήταν κατηγορούμενος, τα δικαστήρια της ποινικής διαδικασίας δεν είχαν το δικαίωμα να αποδείξουν την ενοχή του. Παρόλα αυτά, τα εθνικά δικαστήρια είχαν αποφανθεί ότι ο γιος της προσφεύγουσας «ομολόγησε» και ότι η «ενοχή» του αποδείχθηκε.

Το ΕΔΔΑ έκρινε  ότι εθνικά δικαστήρια απέτρεψαν την προσφεύγουσα να αμφισβητήσει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίστηκε η αστική της ευθύνη, δεδομένου ότι δεν είχε καμία ευκαιρία να το κάνει  ούτε κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας. Έτσι η αστική δίκη κατά της προσφεύγουσας δεν ήταν «δίκαιη» κατά την έννοια του άρθρου 6 § 1. Παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6 § 1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα Irina Kožemiakina, είναι υπήκοος της Λιθουανίας,  η οποία γεννήθηκε το 1969 και ζει στηn Klaipėda (Λιθουανία).

Η υπόθεση αφορά απόφαση αστικής αποζημίωσης, η οποία εκδόθηκε εναντίον της προσφεύγουσας και του γιου της, ανηλίκου, μετά τη συμμετοχή του σε επίθεση εναντίον ενός άνδρα.

Ο γιος της προσφεύγουσας, ΑΚ, ισχυρίστηκε ότι είχε ενεργήσει ευρισκόμενος σε  αυτοάμυνα κατά την επίθεση που έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 2012. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον Νοέμβριο του 2012 τελικά έκρινε ένοχο έναν φίλο του ΑΚ για την επίθεση, δηλώνοντας όμως ότι ο γιος της προσφεύγουσας είχε συμμετάσχει στην επίθεση. Ως ανήλικος κάτω των δεκαέξι ετών, ο γιος της δεν μπορούσε να διωχθεί και δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του.

Ο άνδρας που είχε υποστεί επίθεση άσκησε αστική αγωγή αποζημίωσης κατά της προσφεύγουσας και του γιου της τον Μάιο του 2013, γεγονός που οδήγησε σε υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης εναντίον τους. Ισχυρίστηκαν ότι η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου για την επίθεση, δεν είχε ποτέ αξιολογήσει την ενοχή του γιου της και έτσι τα αστικά δικαστήρια δεν μπορούσαν να βασιστούν στα πορίσματα των ποινικών δικαστηρίων, αλλά τα επιχειρήματά τους και οι ενστάσεις κατά της αγωγής αποζημίωσης απορρίφθηκαν.

Βασιζόμενη στο άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα ακρόασης) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η προσφεύγουσα προσάπτει στο δικαστήριο ότι η διαδικασία αποζημιώσεως ήταν αθέμιτη, διότι στηρίχθηκε σε ποινική διαδικασία στην οποία ο γιος της είχε μόνο την ιδιότητα του μάρτυρα και δεν είχε κανένα διαδικαστικό καθεστώς.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1

Σε περιπτώσεις αστικής αγωγής αποζημίωσης κατόπιν απαλλαγής ή παύσης της ποινικής δίωξης, το Δικαστήριο εξέταζε συνήθως τις καταγγελίες των προσφευγόντων από την άποψη του άρθρου 6 § 2. Ένα από τα βασικά ερωτήματα στις περιπτώσεις αυτές ήταν εάν τα δικαστήρια της αστικής διαδικασίας είχαν προβεί σε ισχυρισμούς, με τους οποίους καταλόγιζαν ποινική ευθύνη σε άτομο που δεν κρίθηκε ένοχος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Δεν υπονοήθηκε, ούτε στο πλαίσιο της ποινικής ούτε στην αστική διαδικασία, ότι η ίδια η προσφεύγουσα  είχε διαπράξει παράνομες πράξεις. Κατά συνέπεια, η περίπτωση του προσφεύγοντος δεν αφορούσε το δικαίωμα του τεκμηρίου αθωότητας το οποίο κατοχυρώνεται με το άρθρο 6 παράγραφος 2. Εντούτοις, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αρχές που αναπτύχθηκαν στη νομολογία του βάσει της διατάξεως αυτής έχουν σημασία.

Στις περιπτώσεις που αφορούν αστικές αγωγές αποζημίωσης που υποβάλλονται από τα θύματα, ανεξάρτητα από το αν η ποινική διαδικασία είχε παύσει ή οδηγήσει σε απαλλαγή, το Δικαστήριο είχε τονίσει ότι, ενώ θα έπρεπε η απαλλαγή από την ποινική ευθύνη στις διαδικασίες αστικής αγωγής να γίνεται σεβαστή, δεν πρέπει να αποκλείεται η υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως που προκύπτει από τα ίδια πραγματικά περιστατικά με βάση λιγότερο αυστηρό βάρος αποδείξεως. Η ίδια αρχή εφαρμόζεται σε καταστάσεις όπως αυτή της προσφεύγουσας στις οποίες ο μικρός της γιος δεν μπορούσε να θεωρηθεί ποινικώς υπεύθυνος λόγω της ηλικίας του.

Κατά συνέπεια, η καθιέρωση της αστικής ευθύνης της προσφεύγουσας και του γιου της, η οποία απορρέει από την επίθεση κατά της οποίας ο γιος της δεν υπέχει ποινική ευθύνη, δεν ήταν, αυτή καθαυτή, ασυμβίβαστη με το άρθρο 6. Το ερώτημα ήταν αν η αστική διαδικασία διεξήχθη σύμφωνα με τις απαιτήσεις δίκαιης ακρόασης.

Τα δικαστήρια που εξέτασαν την αστική αξίωση είχαν βασιστεί στη δικογραφία της ποινικής διαδικασίας. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ο γιος της προσφεύγουσας ομολόγησε ότι είχε κτυπήσει το θύμα, αλλά ισχυρίστηκε ότι το έπραξε όντας σε κατάσταση αυτοάμυνας. Δεδομένου ότι δεν ήταν κατηγορούμενος, τα δικαστήρια της ποινικής διαδικασίας δεν είχαν το δικαίωμα να αποδείξουν την ενοχή του για οποιαδήποτε εγκληματική πράξη. Παρόλα αυτά, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δηλώσει ότι ο γιος της προσφεύγουσας «ομολόγησε» και ότι η «ενοχή» του αποδείχθηκε. Το περιφερειακό δικαστήριο που εξέτασε τις καταγγελίες έκρινε ότι δεν ήταν απαραίτητο να προβεί σε νέα εκτίμηση της συμμετοχής του γιου της προσφεύγουσας στην επίθεση, διότι είχε ήδη αποδειχθεί.

Ειδικότερα, μολονότι η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ρητώς ότι οι αποφάσεις που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας δεν έπρεπε να έχουν ισχύ δεδικασμένου στην αστική διαδικασία, διότι δεν αφορούσαν την ποινική ευθύνη του γιου της, το Περιφερειακό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα αυτό και έκρινε ότι τα δικαστήρια στην ποινική διαδικασία είχαν διαπιστώσει ότι ο γιος της προσφεύγουσας διέπραξε παράνομες ενέργειες και ότι, κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 182 § 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι ενέργειες αυτές δεν χρειάστηκαν να αποδειχθούν.

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Λιθουανίας έκρινε στη νομολογία του ότι δεν είχαν αποτέλεσμα δεδικασμένου σε μεταγενέστερες αστικές υποθέσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά που καταγράφηκαν στις τελικές αποφάσεις σε ποινικές διαδικασίες. Το δικαστήριο που εξέταζε μια αστική υπόθεση δεν χρειάζονταν να αποδείξει πάλι τις εγκληματικές πράξεις, τις συνέπειές τους και εάν διαπράχθηκαν από το άτομο για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση. Αντιθέτως, οποιοδήποτε άλλο πραγματικό περιστατικό που καταγράφηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας δεν είχε ισχύ δεδικασμένου σε μεταγενέστερη αστική υπόθεση.

Τα εγχώρια δικαστήρια έκριναν ότι οι πράξεις του υιού της προσφεύγουσας ήταν οριστικά καταγεγραμμένες στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας στην οποία ήταν μάρτυρας και, κατά συνέπεια, απέτρεψαν την προσφεύγουσα να αμφισβητήσει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίστηκε η αστική ευθύνη της – μια ευκαιρία που δεν είχε ούτε κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, από τη στιγμή που η διαδικασία αυτή δεν αφορούσε τις πράξεις του γιου της. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να δεχθεί ότι η αστική δίκη κατά της προσφεύγουσας ήταν «δίκαιη» κατά την έννοια του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ.

Δίκαιη ικανοποίηση: 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 876 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες(επιμέλεια echrcaselaw.com). 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες