Δυσμενής έκθεση Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής για τον Πρόεδρο της κρατικής ραδιοτηλεόρασης. Η γνώμη που εκφράστηκε δεν εξομοιώνεται με ποινική καταδίκη και δεν παραβιάστηκε ούτε το τεκμήριο της αθωότητας ούτε η ιδιωτική του ζωή

ΑΠΟΦΑΣΗ

Kwiatkowski κατά Πολωνίας της 16.05.2019 (αρ. 58996/11) 

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δημοσίευση έκθεσης από το Πολωνικό Κοινοβούλιο σχετικά με ισχυρισμούς περί διαφθοράς κατά την τροποποίηση του νόμου περί ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων. Καταγγελία του προσφεύγοντος ότι η έκθεση έβλαψε την υπόληψή του και συνιστούσε ποινική καταδίκη, χωρίς ο ίδιος να έχει πρόσβαση σε κάποιο αποτελεσματικό ένδικο μέσο.

Το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι το Πολωνικό Κοινοβούλιο δεν είχε αποφανθεί για ποινική ευθύνη του προσφεύγοντος, αλλά είχε εκφράσει γνώμη σχετικά με τη συμπεριφορά του ως δημόσιο πρόσωπο. Δεν είχε κατηγορηθεί ή καταδικαστεί, ενώ καμία ποινή δεν του είχε επιβληθεί. Κατά το ΕΔΔΑ, τα εθνικά δικαστήρια εξέτασαν επί της ουσίας την αγωγή του και την απέρριψαν, μη αρνούμενα  τη δικαιοδοσία τους όσον αφορά την προστασία της υπόληψής του. Οι εγχώριες αρχές, ωστόσο, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνες για πράξεις των ΜΜΕ. Η εικαζόμενη παρέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος στο σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής δεν ήταν δυσανάλογη προς τους επιδιωκόμενους νόμιμους σκοπούς. Μη παραβίαση των άρθρων 6 και 8 της ΕΣΔΑ. Απαράδεκτη η προσφυγή.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Robert Kwiatkowski, είναι Πολωνός υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1961 και ζει στη Βαρσοβία. Διετέλεσε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του κρατικού τηλεοπτικού καναλιού από το 1998 έως το 2004. Η υπόθεση αφορά την έγκριση από το Πολωνικό Κοινοβούλιο μιας έκθεσης σχετικά με τους ισχυρισμούς περί διαφθοράς  στο πλαίσιο τροποποίησης του νόμου περί ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων.

Τον Δεκέμβριο του 2002 μια εθνική εφημερίδα δημοσίευσε ένα άρθρο σχετικά με τη δωροδοκία σε σχέση με τη νομοθετική διαδικασία για την τροποποίηση του νόμου περί ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων. Σύμφωνα με το άρθρο, ο  Lew Rywin, γνωστός παραγωγός ταινιών, ενεργώντας σύμφωνα με τις οδηγίες μιας δήθεν «ομάδας της εξουσίας», είχε προσφέρει τη βοήθειά του με αντάλλαγμα ευνοϊκή μεταχείριση.

Τον Ιανουάριο του 2003, το Πολωνικό Κοινοβούλιο σύστησε κοινοβουλευτική εξεταστική επιτροπή για να διερευνήσει την εν λόγω υπόθεση. Απέρριψε την έκθεση που υπέβαλε η Επιτροπή, η οποία διαπίστωσε ότι ο κ. Rywin είχε ενεργήσει μόνος του και τον Σεπτέμβριο του 2004 ενέκρινε μια άλλη έκθεση, η οποία ονόμασε ορισμένα πρόσωπα που είχαν εμπλακεί στη δωροδοκία. Η έκθεση αυτή δημοσιεύθηκε στα μέσα ενημέρωσης.

Εν συνεχεία, ο προσφεύγων άσκησε αγωγή για την προστασία της υπόληψής του, η οποία απορρίφθηκε το Νοέμβριο του 2009 από το Περιφερειακό Δικαστήριο της Βαρσοβίας. Το δικαστήριο αυτό αποφάνθηκε ότι η προβαλλόμενη παράβαση δεν είχε λάβει χώρα, δεδομένου ότι ο προσφεύγων ήταν δημόσιος υπάλληλος και η Εξεταστική Επιτροπή, η οποία ήταν ένα κοινοβουλευτικό μέσο εποπτείας της κυβέρνησης, είχε λειτουργήσει εντός των ορίων του Συντάγματος και του νόμου. Παρατήρησε ότι ο προσφεύγων ουδέποτε κατηγορήθηκε ή καταδικάστηκε για τα εν λόγω γεγονότα.

Ο προσφεύγων άσκησε έφεση, υποστηρίζοντας ότι το Πολωνικό Κοινοβούλιο και όχι το δικαστήριο, τον έκρινε ένοχο ποινικού αδικήματος. Το Εφετείο της Βαρσοβίας απέρριψε την έφεσή του τον Απρίλιο του 2010 σχετικά με τους ακόλουθους λόγους: η επιτροπή είχε νομίμως συσταθεί σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις,  η υιοθέτηση της έκθεσης ήταν ένα ιδιαίτερο δικαίωμα του Πολωνικού Κοινοβουλίου, το οποίο δεν είχε αποφασίσει σχετικά με το ζήτημα της ποινικής του ευθύνης, αλλά είχε εκδώσει γνώμη η οποία δεν αντικαθιστούσε πιθανή δικαστική απόφαση. Ο προσφεύγων είχε τη δυνατότητα να υποστηρίξει την υπόθεσή του ενώπιον δικαστηρίου και η έκθεση αφορούσε μόνο τις δημόσιες δραστηριότητές του. Με απόφαση της 17.03.2011 το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε να αποφανθεί επί της αναίρεσης του προσφεύγοντος.

Μεταξύ του 2004 και του 2008 διεξήχθη έρευνα σχετικά με την υποτιθέμενη διαφθορά γύρω από τη νομοθετική διαδικασία τροποποίησης του νόμου περί ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων, αλλά αυτή η έρευνα στη συνέχεια διακόπηκε ως εκπρόθεσμη.

Με βάση το άρθρο 6 παρ. 2 (τεκμήριο αθωότητας) και το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής), ο προσφεύγων καταγγέλλει ότι η έκθεση παραβίασε το δικαίωμά του στο τεκμήριο αθωότητας και επέφερε πλήγμα στην υπόληψή του. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 13 (δικαίωμα σε αποτελεσματική προσφυγή) σε συνδυασμό με το άρθρο 8, ισχυρίζεται ότι δεν διέθετε αποτελεσματικό ένδικο μέσο.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι το έργο μιας κοινοβουλευτικής εξεταστικής επιτροπής ήταν πολιτικού χαρακτήρα και αφορούσε τη λειτουργία της εκτελεστικής εξουσίας για τυχόν παρατυπίες και ανωμαλίες. Υπογράμμισε, όπως και στην υπόθεση Rywin, ότι η έρευνα της Επιτροπής είχε ξεκινήσει μετά τις δημοσιεύσεις του Τύπου, για να εξετάσει τους ισχυρισμούς για διαφθορά εκ μέρους υψηλόβαθμων δημοσίων προσώπων.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Πολωνικό Κοινοβούλιο δεν είχε αποφανθεί για την ποινική ευθύνη του προσφεύγοντος, αλλά είχε εκφράσει άποψη σχετικά με τη συμπεριφορά του ως δημόσιο πρόσωπο. Δεν είχε κατηγορηθεί ή καταδικαστεί και καμία ποινή δεν του επιβλήθηκε. Το ερώτημα που υποβλήθηκε στην εξεταστική επιτροπή δεν ήταν τέτοιο που να  οδηγήσει σε απόφαση σχετικά με οποιαδήποτε «ποινική κατηγορία» εναντίον του προσφεύγοντος.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η καταγγελία βάσει του άρθρου 6 § 1 ήταν ασυμβίβαστη με τις διατάξεις της Σύμβασης.

Άρθρο 6 § 2 και άρθρο 8

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι, ελλείψει ποινικής διαδικασίας, η προστασία από δυσφημιστικές πράξεις εμπίπτει στο άρθρο 8. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η έκθεση εκδόθηκε σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου για τις κοινοβουλευτικές εξεταστικές επιτροπές. Λόγω της σοβαρότητας των επίδικων ερωτημάτων, το γεγονός ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής δημοσιεύτηκαν επιδίωκε στόχους συμβατούς με τη Σύμβαση (δημόσια ασφάλεια, πρόληψη αναταραχών ή εγκλημάτων και προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων). Τα γεγονότα, των οποίων η αποκάλυψη είχε προκαλέσει σημαντικό πολιτικό σκάνδαλο, αποτελούσαν σημαντικό ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος, το οποίο το κοινό είχε δικαίωμα να ενημερώνεται.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η ερευνώμενη υπόθεση Rywin είχε αποδείξει ότι υπήρχε μια πραγματική βάση για τα ευρήματα της Επιτροπής. Δεν είχε κανένα λόγο να συμπεράνει ότι τα πορίσματα της έκθεσης ήταν αυθαίρετα ή προδήλως αντίθετα με την πραγματικότητα.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν απορρίψει τη δικαιοδοσία τους όσον αφορά την προστασία της υπόληψης του προσφεύγοντος και εξέτασαν την υπόθεση επί της ουσίας. Υπογράμμισε περαιτέρω ότι οι εγχώριες αρχές δεν μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνες για πράξεις του Τύπου.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εικαζόμενη παρέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος σχετικά με τον σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής δεν ήταν δυσανάλογη προς τους επιδιωκόμενους νομίμους σκοπούς. Η καταγγελία απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμη.

Άρθρο 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 8

Δεδομένου ότι οι καταγγελίες βάσει του άρθρου 6 ήταν ασυμβίβαστες με τις διατάξεις της Σύμβασης και οι καταγγελίες σχετικά με το άρθρο 8 και το άρθρο 6 § 2 ήταν προδήλως αβάσιμες, το άρθρο 13 δεν ήταν εφαρμοστέο.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι αυτή η καταγγελία έπρεπε να απορριφθεί(επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες