Η παράλειψη των κρατικών αρχών να προστατεύσουν τους κατοίκους περιοχών που επηρεάζονται από τις τοξικές εκπομπές εργοστασίου παραβιάζει την ιδιωτική και οικογενειακή τους ζωή

ΑΠΟΦΑΣΗ

Cordella κ.α. κατά Ιταλίας της 24.01.2019 (αρ. 54414/13 και 54264/15)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι 180 προσφεύγοντες παραπονέθηκαν για τις επιπτώσεις των τοξικών εκπομπών των χαλυβουργείων της εταιρείας Ilva στο Taranto. Οικολογική καταστροφή, βλάβες στην υγεία των κατοίκων της περιοχής και αναποτελεσματικότητα των εθνικών αρχών να λάβουν διορθωτικά μέτρα προς αντιμετώπιση του προβλήματος. Κατά το ΕΔΔΑ η συνεχιζόμενη κατάσταση ρύπανσης του περιβάλλοντος έθεσε σε κίνδυνο την υγεία των προσφευγόντων και, γενικότερα, του πληθυσμού που ζει στις περιοχές κινδύνου.  Οι εθνικές αρχές δεν είχαν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος στην ιδιωτική τους ζωή, ενώ δεν τους παρείχαν κανένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο για να υποβάλουν τις καταγγελίες τους σχετικά με την απουσία μέτρων απολύμανσης των σχετικών περιοχών. Παραβίαση των άρθρων 8 και 13 της ΕΣΔΑ.

Δεσμευτική ισχύ και εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ σύμφωνα με το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ. Ανήκει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής Υπουργών να ανακοινώσει στην ιταλική κυβέρνηση τα μέτρα που είναι αναγκαία να ληφθούν προκειμένου να διασφαλιστεί η εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου. Η ανάγκη απολύμανσης του εργοστασίου και της περιοχής είναι απαραίτητη και άμεση, ενώ επιβεβλημένη είναι και η εφαρμογή του περιβαλλοντικού σχεδίου που εγκρίθηκε από τις εθνικές αρχές για την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας των κατοίκων. Παραβίαση των άρθρων 8 και 13 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 8

Άρθρο 13

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι 180 αιτούντες (52 άτομα της προσφυγής με αριθ. 54414/13 και 128 της προσφυγής με αριθ. 54264/15) ζουν ή έχουν ζήσει στον δήμο Taranto ή σε γειτονικές περιοχές (Ιταλία).

Το εργοστάσιο Taranto της Ilva είναι το μεγαλύτερο βιομηχανικό συγκρότημα χαλυβουργίας στην Ευρώπη. Καλύπτει μια έκταση 1.500 εκταρίων και απασχολεί περίπου 11.000 εργαζόμενους. Ο αντίκτυπος των εκπομπών του εργοστασίου στο περιβάλλον και στην υγεία του τοπικού πληθυσμού οδήγησε σε σύνταξη  πολλών ανησυχητικών επιστημονικών εκθέσεων.

Στις 30 Νοεμβρίου 1990, το Συμβούλιο Υπουργών επισήμανε τους δήμους με «υψηλό περιβαλλοντικό κίνδυνο» (συμπεριλαμβανομένου του Taranto) και ζήτησε από το Υπουργείο Περιβάλλοντος να εκπονήσει σχέδιο απολύμανσης για τον καθαρισμό των σχετικών περιοχών.

Από το τέλος του 2012 και μετά, η κυβέρνηση εισήγαγε ορισμένα νομοθετικά κείμενα, μεταξύ των οποίων και τα λεγόμενα Νομοθετικά Διατάγματα “Salva-Ilva” σχετικά με τη δραστηριότητα της εταιρείας Ilva. Σύμφωνα με το από 29-9-2017 διάταγμα του Προέδρου του Συμβουλίου των Υπουργών, η προθεσμία για την υλοποίηση των μέτρων που προβλέπονται στο περιβαλλοντικό σχέδιο, επεκτάθηκε μέχρι τον Αύγουστο του 2023. Στο πλαίσιο της προσπάθειας ακύρωσης και αναστολής εκτέλεσης του παρόντος διατάγματος, η περιοχή της Apulia και ο δήμος Taranto άσκησαν προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο σχετικά με το περιβάλλον και τις συνέπειες στη δημόσια υγεία που θα προκαλούσε η περαιτέρω παράταση της προθεσμίας για την εφαρμογή των περιβαλλοντικών μέτρων. Τέθηκε επίσης ζήτημα συνταγματικότητας. Ο διοικητικές διαδικασίες εξακολουθούν να εκκρεμούν.

Σειρά ποινικών διαδικασιών ασκήθηκαν κατά της διοίκησης της Ilva για σοβαρές οικολογικές καταστροφές, δηλητηρίαση των τροφίμων, αδυναμία πρόληψης ατυχημάτων στο χώρο εργασίας, υποβάθμιση της δημόσιας ιδιοκτησίας, εκπομπή ρύπων και ατμοσφαιρική ρύπανση. Ορισμένες εξ αυτών κατέληξαν σε καταδίκες το 2002, το 2005 και το 2007. Μεταξύ άλλων, το Αναιρετικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η διοίκηση του εργοστασίου Ilva στο Taranto ήταν υπεύθυνη για την ατμοσφαιρική ρύπανση, την απόρριψη επικίνδυνων υλικών και την εκπομπή σωματιδίων. Σημείωσε ότι η παραγωγή σωματιδίων είχε συνεχιστεί παρά τις πολυάριθμες συμφωνίες με τις τοπικές αρχές το 2003 και το 2004.

Με απόφαση της 31  Μαρτίου 2011, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η Ιταλία απέτυχε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία 2008/1 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης. Στο πλαίσιο διαδικασίας για διαπίστωση παράβασης κατά της Ιταλίας, η οποία άρχισε στις 16 Οκτωβρίου 2014, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη ζητώντας από τις ιταλικές αρχές να αντιμετωπίσουν τα σοβαρά προβλήματα ρύπανσης που παρατηρήθηκαν. Σημείωσε ότι η Ιταλία δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της να εγγυηθεί ότι η λειτουργία του εργοστασίου συμβαδίζει με τις Κατευθυντήριες Οδηγίες για τις Βιομηχανικές Εκπομπές.

Στηριζόμενοι στα άρθρα 2 (δικαίωμα στη ζωή) και 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής), οι προσφεύγοντες διαμαρτύρονται ότι το κράτος δεν είχε θεσπίσει νομοθετικά και κανονιστικά μέτρα για την προστασία της υγείας τους και του περιβάλλον και ότι δεν είχε παράσχει πληροφορίες σχετικά με τη ρύπανση και τους κινδύνους στην υγεία τους. Το Δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει αυτές τις καταγγελίες μόνο υπό το πρίσμα του άρθρου 8.

Επίσης οι προσφεύγοντες, στηριζόμενοι αφενός μεν στο άρθρο 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής), ισχυρίστηκαν ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματός τους σε αποτελεσματική προσφυγή, και αφετέρου στο άρθρο 46 (δεσμευτική ισχύς και εκτέλεση των αποφάσεων), ζήτησαν  την εφαρμογή  της διαδικασίας των πιλοτικών αποφάσεων αναφορικά με την υπόθεσή τους.

Οι προσφυγές υποβλήθηκαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις 29 Ιουλίου 2013 και 21 Οκτωβρίου 2015.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ….

Άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής)

  1. Παραδεκτό: 19 προσφεύγοντες δεν είχαν την ιδιότητα του θύματος

Το Δικαστήριο έκρινε ότι 19 προσφεύγοντες δεν είχαν την ιδιότητα του θύματος, δεδομένου ότι δεν ζούσαν στις περιοχές που επηρεάζονται από τις εκπομπές του εργοστασίου Ilva στο Taranto – οι πόλεις που ταξινομήθηκαν ως έχουσες υψηλό περιβαλλοντικό κίνδυνο ήταν οι δήμοι Taranto, Crispiano, Massafra, Montemesola και η Statte – και οι ίδιοι δεν είχαν αποδείξει ότι επλήγησαν προσωπικά από την καταγγελθείσα κατάσταση.

  1. Επί της ουσίας: παραβίαση του άρθρου 8 σχετικά με τους προσφεύγοντες που ζουν στις πληγείσες περιοχές

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, από τη δεκαετία του ’70, οι επιστημονικές μελέτες είχαν καταδείξει τις ρυπογόνες επιπτώσεις των εκπομπών του εργοστασίου Ilva στο Taranto στο περιβάλλον και στη δημόσια υγεία. Πράγματι, τα πορίσματα των εκθέσεων αυτών, πολλά εκ των οποίων εκδόθηκαν από κρατικούς και περιφερειακούς οργανισμούς, δεν αμφισβητήθηκαν μεταξύ των μερών. Μεταξύ άλλων στοιχείων, η έκθεση SENTIERI του 2012 επιβεβαίωσε την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της έκθεσης στο περιβάλλον των εισπνεόμενων καρκινογόνων ουσιών που παράγει το εργοστάσιο Ilva και της ανάπτυξης όγκων στους πνεύμονες και στον υπεζωκότα, καθώς και καρδιο – κυκλοφορικών παθολογιών σε άτομα που ζουν στις πληγείσες περιοχές. Επιπλέον, μια μελέτη του 2016 είχε δείξει ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της έκθεσης σε PM10 και SO2 4 από βιομηχανικές πηγές, που προέρχονται την παραγωγική δραστηριότητα του συγκεκριμένου εργοστασίου και της αυξημένης θνησιμότητας από φυσικές αιτίες, όγκους και νεφρικές και καρδιαγγειακές νόσους στον πληθυσμό του Taranto.

Το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι παρά τις προσπάθειες των εθνικών αρχών να επιτύχουν την απολύμανση της εν λόγω περιοχής, τα σχέδια που είχαν τεθεί σε εφαρμογή δεν είχαν μέχρι στιγμής δώσει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Τα μέτρα που συνιστώνται από το 2012 και μετά, στο πλαίσιο του «ΑΙΑ», προκειμένου να μειωθούν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις του εργοστασίου δεν εισήχθησαν τελικά. Πράγματι, αυτή η αποτυχία ήταν η αιτία που κινήθηκε η διαδικασία παράβασης κατά της Ιταλίας ενώπιον των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, η προθεσμία για την εφαρμογή του περιβαλλοντικού σχεδίου που εγκρίθηκε το 2014 είχε αναβληθεί μέχρι τον Αύγουστο 2023. Η διαδικασία που τέθηκε σε εφαρμογή για την επίτευξη των καθορισμένων στόχων για τον καθαρισμό της περιοχής ήταν έτσι εξαιρετικά αργή. Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση είχε παρέμβει επανειλημμένα μέσω επειγόντων μέτρων (τα λεγόμενα νομοθετικά διατάγματα “Salva-Ilva”), προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα χαλυβουργεία θα συνεχίσουν την παραγωγή, παρά το ευρήματα των αρμόδιων δικαστικών αρχών, βάσει χημικών και επιδημιολογικών εκθέσεων εμπειρογνωμόνων, ότι υπήρχαν σοβαροί κίνδυνοι για την υγεία και το περιβάλλον. Επιπλέον, χορηγήθηκε διοικητική και ποινική ασυλία στα πρόσωπα που ήταν υπεύθυνα για τη διασφάλιση της τήρησης των περιβαλλοντικών απαιτήσεων, ήτοι του αναγκαστικού διαχειριστή και του μελλοντικού αγοραστή της εταιρείας. Αυτή η κατάσταση επιδείνωσε την αβεβαιότητα που προέκυπτε, αφενός, από την χρεοκοπία της εταιρείας και, αφετέρου από δυνατότητα που παρασχέθηκε στον μελλοντικό αγοραστή να αναβάλει τις εργασίες καθαρισμού στο εσωτερικό του εργοστάσιο. Είναι γεγονός ότι η διαχείριση από τις εθνικές αρχές των περιβαλλοντικών ζητημάτων που αφορούσαν την παραγωγική δραστηριότητα του Ilva ήταν προς το παρόν σε αδράνεια.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διατήρηση μιας περιβαλλοντικής κατάστασης ρύπανσης απειλούσε την υγεία των προσφευγόντων και, γενικότερα, ολόκληρου του πληθυσμού που ζούσε στις περιοχές που κινδυνεύουν, οι οποίες παρέμειναν, ως είχαν, χωρίς οι ίδιοι να λάβουν πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της στη συγκεκριμένη περιοχή, ιδίως όσον αφορά την έναρξη των εργασιών αυτών. Ως εκ τούτου, σημείωσε ότι οι εθνικές αρχές δεν είχαν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος των προσφευγόντων στο σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής. Έτσι, δεν είχε επιτευχθεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ αφενός του συμφέροντος των προσφευγόντων να μην υπόκεινται σε σοβαρή περιβαλλοντική ρύπανση που θα μπορούσε να επηρεάσει την ευρωστία τους και την ιδιωτική τους ζωή και, αφετέρου των συμφερόντων της κοινωνίας στο σύνολό της. Συνεπώς, έκρινε ότι υπήρχε ήταν παράβαση του άρθρου 8 της Σύμβασης.

Άρθρο 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προσφεύγοντες δεν διέθεταν αποτελεσματικό ένδικο μέσο που να τους επιτρέπει να καταγγείλουν ενώπιον των εθνικών αρχών το γεγονός ότι ήταν αδύνατο να ληφθούν μέτρα για την εξασφάλιση της απολύμανσης των περιοχών που επλήγησαν από τις τοξικές εκπομπές του εργοστασίου Ilva.

Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης.

Άρθρο 46 (δεσμευτική ισχύς και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν απαραίτητο να εφαρμοστεί η διαδικασία πιλοτικών αποφάσεων. Υπενθύμισε ότι εναπόκειται στην Επιτροπή Υπουργών, ενεργώντας βάσει του άρθρου 46 της Συνθήκης ΕΚ, να υποδείξει στην ιταλική κυβέρνηση τα μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν σε πρακτικό επίπεδο για να εξασφαλιστεί η εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου. Σε αυτό το πλαίσιο, ωστόσο, τόνισε ότι η απολύμανση του εργοστασίου και της περιοχής που πλήττεται από τη ρύπανση του περιβάλλοντος ήταν απαραίτητη και επείγουσα. Έτσι, το περιβαλλοντικό σχέδιο που εγκρίθηκε από τις εθνικές αρχές, το οποίο ανέφερε τα απαραίτητα μέτρα και ενέργειες για την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, πρέπει να εφαρμοστεί όσο πιο άμεσα γίνεται.

Άρθρο 41 (δίκαιη ικανοποίηση)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση της παραβίασης συνιστούσε από μόνη της επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν οι προσφεύγοντες και ότι η Ιταλία οφείλει να καταβάλει στους προσφεύγοντες 5.000 ευρώ  για δικαστικά  έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες