Δικαίωμα ενημέρωσης συλληφθέντος για τα δικαιώματα σιωπής, μη αυτοενοχοποίησης και διορισμού συνηγόρου

ΑΠΟΦΑΣΗ

Olivieri κατά Γαλλίας (αριθ. προσφ. 62313/12) και Bloise κατά Γαλλίας της 11.07.2019  (αριθ. προσφ. 30828/13)

βλ. εδώ και εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικαίωμα ενημέρωσης για τα δικαιώματα σιωπής, διορισμού συνηγόρου και μη αυτοενοχοποίησης.

Αστυνομική κράτηση πριν από τη μεταρρύθμιση της γαλλικής νομοθεσίας. Έλλειψη ενημέρωσης των προσφευγόντων σχετικά με το δικαίωμα σιωπής και έλλειψη συνδρομής από δικηγόρο κατά τη διάρκεια αυτής, καθώς ο νόμος που ίσχυε τον επίδικο χρόνο δεν προέβλεπε ότι τα πρόσωπα που βρίσκονται υπό κράτηση πρέπει να ενημερώνονται για τα  δικαιώματά τους.

Διαδικαστικά ελαττώματα κατά τη διάρκεια της αστυνομικής κράτησης. Όσον αφορά το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης του προσφεύγοντος στην πρώτη υπόθεση, το Στρασβούργο επεσήμανε την ύπαρξη καταθέσεων και απαντήσεων που δόθηκαν στους ανακριτές, οι οποίες μπορούσαν να επηρεάσουν τη θέση του. Η ανάκριση του προσφεύγοντα για περίπου 10 ώρες και μη ύπαρξη άλλων στοιχείων  για την καταδίκη του. Παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 (δικαίωμα δίκαιης δίκης) και 3 (γ) (δικαίωμα συνδρομής από δικηγόρο) της ΕΣΔΑ.

Στην περίπτωση του προσφεύγοντος της δεύτερης υπόθεσης, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι τα δικαστήρια είχαν στηρίξει τις  αποφάσεις τους και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία,  εκτός από τις καταθέσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια της κράτησης. Επομένως, η ποινική διαδικασία, είχε θεραπεύσει τα διαδικαστικά ελαττώματα που προέκυψαν κατά την αστυνομική κράτηση. Μη παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 (δικαίωμα δίκαιης δίκης) και 3 (γ) (δικαίωμα συνδρομής  από δικηγόρο) της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6 § 1 και 6 § 3 (γ)

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων στην πρώτη περίπτωση, ο κ. Noël Olivieri, είναι Γάλλος υπήκοος που γεννήθηκε το 1950 και ζει στο Ajaccio. Στις 2 Αυγούστου 2004 και στις 30 Μαΐου 2005, το εμπορικό δικαστήριο διέταξε την πτώχευση της εταιρείας Les Bâtisseurs Corses, της οποίας ήταν διευθυντής. Ο  εισαγγελέας ξεκίνησε έρευνα σχετικά με την πτώχευση της εταιρείας.

Ο κ. Olivieri τέθηκε υπό κράτηση στις 27 Νοεμβρίου 2007 στις 10 το πρωί. Ενημερώθηκε σχετικά με τα δικαιώματά του και ειδικότερα του δικαιώματος να μιλήσει με τον δικηγόρο του για 30 λεπτά εκτός της ανακριτικής αίθουσας. Μετά από περίπου δέκα ώρες ανάκρισης, του αναγνώρισε ποινική ευθύνη. Η ανάκριση και η αστυνομική κράτηση έληξαν στις 9 μ.μ. την ίδια μέρα. Ο κ. Olivieri κλήθηκε να εμφανιστεί ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου για παρανομίες περί την πτώχευση. Ζήτησε εγγράφως να κηρυχθούν ως άκυρες η κλήτευσή του, η αστυνομική του κράτηση και η μεταγενέστερη διαδικασία. Στις 28 Μαΐου 2010, το δικαστήριο έκρινε ότι η ένσταση ακυρότητας ήταν βάσιμη και ακύρωσε κατά μέρος την κλήτευση.

Ο εισαγγελέας άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής. Στις 30 Μαΐου 2011 το Εφετείο επικύρωσε την ακυρότητα της κλήτευσης μόνο σε σχέση με το αδίκημα της χρεοκοπίας μέσω απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων για ένα μέρος της υπόθεσης.

Για τα υπόλοιπα, διαπίστωσε ότι ο κ. Olivieri ήταν ένοχος και τον καταδίκασε σε ένα μήνα φυλακής με  αναστολή και σε πρόστιμο 1.000 ευρώ. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση που άσκησε στις 21 Μαρτίου 2012 ο προσφεύγων με το σκεπτικό ότι, όταν αποφάνθηκαν ότι ήταν ένοχος, τα δικαστήρια δεν είχαν βασίσει τις αποφάσεις τους μόνο στις καταθέσεις του όσο ήταν υπό αστυνομική κράτηση.

Ο προσφεύγων στη δεύτερη περίπτωση, ο κ. Auguste Bloise, είναι Γάλλος υπήκοος που γεννήθηκε το 1938 και ζει στην Γαλλική Πολυνησία. Στις 19 Φεβρουαρίου 2007, στις 2 μ.μ., τέθηκε υπό αστυνομική κράτηση για υπεξαίρεση εταιρικών περιουσιακών στοιχείων υπό την ιδιότητα του Προέδρου και διευθύνοντα συμβούλου της εταιρίας S. Είχε τεθεί υπό επίσημη έρευνα στις 12 Απριλίου 2007.  Στη διαδικασία ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ο κ. Bloise ζήτησε να χαρακτηριστεί η αστυνομική κράτηση άκυρη. Στις 2 Νοεμβρίου 2010, το Ποινικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων δεν είχε πλέον δικαίωμα να αμφισβητήσει την αστυνομική του κράτηση, καθώς η προθεσμία για την περάτωσή της είχε λήξει. Έκρινε τον κ.  Bloise ένοχο για  υπεξαίρεση εταιρικών περιουσιακών στοιχείων και τον καταδίκασε σε φυλάκιση δύο ετών και σε πρόστιμο που ισοδυναμεί με περίπου 33.500 ευρώ. Στις 9 Νοεμβρίου 2010, το ποινικό δικαστήριο διέταξε τον Bloise να πληρώσει τις ζημιές στην εταιρεία, η οποία παραστάθηκε ως πολιτική αγωγή. Ο κ. Bloise άσκησε έφεση εναντίον και των δύο αποφάσεων. Στις 27 Οκτωβρίου 2011, το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς ακυρότητας του κ. Bloise και επικύρωσε τις αποφάσεις με απόφαση με εμπεριστατωμένους λόγους. Στις 7 Νοεμβρίου 2012, το Ακυρωτικό δικαστήριο  απέρριψε την αίτηση αναίρεσης από τον κ. Bloise, διαπιστώνοντας ότι το Εφετείο δεν είχε στηρίξει την απόφασή του αποκλειστικά ή κυρίως στις καταθέσεις του προσφεύγοντος ο οποίος τελούσε  υπό την αστυνομική κράτηση.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1 και 6 § 3 (γ)

Στην πρώτη υπόθεση, το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο κ. Olivieri κατάφερε να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του κατά τη διάρκεια της αστυνομικής κράτησης, αλλά ότι δεν είχε πρόσβαση σε δικηγόρο κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και δεν είχε ενημερωθεί σχετικά με το δικαίωμά του να παραμείνει σιωπηλός. Αυτοί οι περιορισμοί απορρέουν από τη γαλλική νομοθεσία που ίσχυε την επίδικη περίοδο. Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι οι περιορισμοί στην πρόσβαση σε δικηγόρο για  επιτακτικούς λόγους, στο προδικαστικό στάδιο, επιτρεπόταν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και είχαν προσωρινό χαρακτήρα και βασίζονταν σε ατομική εκτίμηση των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι στην υπό κρίση υπόθεση η ατομική εκτίμηση είχε προφανώς απουσιάσει, καθώς ο περιορισμός ήταν γενικός και υποχρεωτικός. Η κυβέρνηση δεν είχε αποδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τους περιορισμούς. Συνεπώς, δεν υπήρχε γεγονός που να δικαιολογεί τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν στον προσφεύγοντα.

Συνεχίζοντας την εξέταση του κατά πόσον η δίκη στο σύνολό της ήταν δίκαιη, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο  κ. Olivieri δεν ήταν ευάλωτος και δεν είχε υποβληθεί σε εξαναγκασμό κατά τη διάρκεια της αστυνομικής κράτησης. Θεώρησε επίσης ότι η δίωξή του για χρεοκοπία δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Επιπλέον, παρατήρησε ότι ο ίδιος, έχοντας πρόσβαση αυτή τη φορά σε δικηγόρο, είχε τη δυνατότητα να προβάλει τα επιχειρήματά του, πρώτα ενώπιον των κατωτέρων δικαστηρίων – σε πρώτο και δεύτερο βαθμό – και στη συνέχεια ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου. Ωστόσο, σημείωσε ότι η ένσταση ακυρότητας που έθεσε ο κ. Olivieri βάσει του άρθρου 6 της Σύμβασης για ακυρότητα κατά τη διάρκεια της αστυνομικής κράτησής του, η οποία είχε αρχικά εγκριθεί από το ποινικό δικαστήριο του Ajaccio, απορρίφθηκε στη συνέχεια από το δικαστήριο της Bastia στις 30 Μαΐου 2011. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι η αστυνομική κράτηση δεν θα μπορούσε να κηρυχθεί άκυρη πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου της 14ης Απριλίου 2011, δηλαδή ελλείψει νομοθεσίας. Με τον τρόπο αυτό είχε ακολουθήσει τη θέση που υιοθέτησε η ποινική υπηρεσία του Ακυρωτικού Δικαστηρίου στις αποφάσεις της 19 Οκτωβρίου 2010, παρά τις τέσσερις αποφάσεις που εξέδωσε το Ακυρωτικό Δικαστήριο στις 15 Απριλίου 2011.

Όσον αφορά το δικαίωμα του προσφεύγοντος για μη αυτοενοχοποίηση, το Δικαστήριο σημείωσε την ύπαρξη καταθέσεων και απαντήσεων που δόθηκαν στους ανακριτές, οι οποίες είχαν σαφώς σημαντική επίδραση στη θέση του κατά τη διάρκεια των διαδικασιών. Ο κ. Olivieri ανακρίνονταν από την αστυνομία για περίπου δέκα ώρες, ενώ βρισκόταν υπό αστυνομική κράτηση μετά από την οποία ανέλαβε την ευθύνη. Δεν υπήρχε τίποτα στη συλλογιστική των εθνικών αποφάσεων που να υποδηλώνει ότι άλλα στοιχεία μπορούν να θεωρηθούν ως αναπόσπαστα και σημαντικά για τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων βασίστηκε η καταδίκη του.

Όσον αφορά τις άλλες δυνατές διαδικαστικές εγγυήσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα μέτρα στα οποία αναφέρεται η κυβέρνηση, παρά τη σημασία τους, δεν ήταν σε θέση να αντισταθμίσουν την έλλειψη παροχής συνδρομής από δικηγόρο και τη μη κοινοποίηση στον προσφεύγοντα του δικαιώματος να παραμείνει σιωπηλός κατά τη διάρκεια της αστυνομικής του κράτησης.

Ενόψει του πολύ αυστηρού ελέγχου που έπρεπε να εφαρμοστεί όταν δεν υπήρχαν επιτακτικοί λόγοι που να δικαιολογούν τον περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι ποινικές  διαδικασίες, όταν εξετάζονταν στο σύνολο, δεν είχαν θεραπεύσει τα διαδικαστικά ελαττώματα που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της αστυνομικής κράτησης. Ο συνδυασμός των διαφόρων παραγόντων που αναφέρθηκαν παραπάνω είχε καταστήσει το σύνολο των διαδικασιών άδικο και συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 στοιχείο γ της σύμβασης.

Στη δεύτερη περίπτωση, όπως και στην πρώτη, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο κ. Bloise μπόρεσε να συνομιλήσει με τον δικηγόρο του κατά τη διάρκεια της αστυνομικής του κράτησης, αλλά ότι δεν είχε πρόσβαση σε δικηγόρο κατά τη διάρκεια της ανάκρισης  και δεν είχε ειδοποιηθεί για το δικαίωμά του να παραμείνει σιωπηλός. Αυτοί οι περιορισμοί είχαν επίσης προέλθει από τη γαλλική νομοθεσία που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ότι το ένδικο βοήθημα για την καταγγελία αυτής της κατάστασης ήταν αποτελεσματικό μόνο από τις 15 Απριλίου 2011, ημερομηνία έκδοσης των αποφάσεων του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, και επομένως πολύ μετά τα γεγονότα της υπό κρίση υποθέσεως.

Εντούτοις, όσον αφορά το προνόμιο κατά της αυτοενοχοποίησης και της αξιοποίησης των αποδεικτικών στοιχείων από τα δικαστήρια και τα δευτεροβάθμια δικαστήρια, το Δικαστήριο σημείωσε ότι μολονότι ο κ. Bloise αναγνώρισε και ανέλαβε την ευθύνη για μέρος των γεγονότων κατά τη διάρκεια της αστυνομικής του κράτησης, η πρωτόδικη απόφαση και η απόφαση του Εφετείου  του Papeete δεν έκαναν καμία αναφορά στις εν λόγω καταθέσεις. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι τα κατώτερα δικαστήρια είχαν θεμελιώσει τις αποφάσεις τους  σε αποδεικτικά στοιχεία διαφορετικά από τις καταθέσεις που έγιναν υπό την αστυνομική κράτηση, δηλαδή στα αποδεικτικά στοιχεία που διαπιστώθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, όταν ο προσφεύγων είχε λάβει βοήθεια από δικηγόρο, στις ακροάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στην ακριβή και λεπτομερή μαρτυρία τρίτων που συνδέονται άμεσα με τις δραστηριότητες του προσφεύγοντος και, τέλος, κατά την εξέταση των λογιστικών και τραπεζικών αρχείων.

Λαμβάνοντας υπόψη τις λεπτομερείς αιτιολογήσεις στις αποφάσεις του Ποινικού Δικαστηρίου και του Εφετείου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ποινική διαδικασία, θεωρούμενη ως σύνολο, είχε θεραπεύσει τα ελαττώματα που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια αστυνομικής κράτησης. Συνεπώς, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (γ) της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γαλλία οφείλει να καταβάλει στον κ. Olivieri 8.730 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες