Aστυνομικoί παρουσιάζονται ως έμποροι ναρκωτικών με στόχο τη σύλληψη των πραγματικών δραστών. Είναι συμβατή με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου μια μη νόμιμη μυστική αστυνομική επιχείρηση για την εξακρίβωση του αδικήματος της διακίνησης ναρκωτικών;

ΑΠΟΦΑΣΗ

Guerni κατά Βελγίου της 23.10.2018 (αρ. προσφ. 19291/07)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Παράνομη μυστική επιχείρηση για διερεύνηση του αδικήματος διακίνησης ναρκωτικών. Ένας αστυνομικός και ένας μυστικός πράκτορας, ισχυρίστηκαν ότι διέθεταν επιχείρηση μεταφορών που θα μπορούσε να προμηθεύσει ναρκωτικά στον προσφεύγοντα. Καταδίκη του προσφεύγοντος από τα εγχώρια ποινικά δικαστήρια. Ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι δεν εξετάστηκαν ο πληροφοριοδότης και ο μυστικός πράκτορας ενώπιον των δικαστηρίων και ότι οι ειδικές μέθοδοι διερεύνησης παραβίασαν το δικαίωμά του στην ιδιωτική ζωή. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ότι η εξέταση των δύο αστυνομικών στο ακροατήριο δεν θα προσέθετε κάτι αφού η ενοχή του κατηγορουμένου προέκυπτε με σαφήνεια από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Πλέον αυτού το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η μυστική αστυνομική επιχείρηση δεν καλυπτόταν από νομοθετικό πλαίσιο παρόλα αυτά όμως δεν θίχτηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Εξ άλλου κατά το ΕΔΔΑ   είχε διαπιστωθεί με βεβαιότητα ότι η πρόθεση εισαγωγής ναρκωτικών είχε προηγηθεί της συμμετοχής των δύο μυστικών αστυνομικών στην υπόθεση και  η διαπίστωση της ενοχής του είχε βασιστεί σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία και τελικά οι δηλώσεις των αστυνομικών είχαν μικρότερη αποδεικτική αξία και όχι καθοριστική. Μη παραβίαση της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6 §§ 1 και 3 (δ)

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Abdalwahab Guerni, είναι Βέλγος υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1967. Ζούσε στο Meise (Βέλγιο) κατά τον χρόνο υποβολής της προσφυγής.

Η υπόθεση αφορά ποινική διαδικασία που οδήγησε στην καταδίκη του κ. Guerni για εμπορία ναρκωτικών. Η αστυνομία έκανε χρήση, στο πλαίσιο των ερευνών της, ενός πληροφοριοδότη και ενός μυστικού πράκτορα ο οποίος ενεργούσε ως αγοραστής.

Το 1998, ο κ. Guerni διοργάνωσε τη μεταφορά μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών από το Μαρόκο στο Βέλγιο. Η μεταφορά επρόκειτο για πραγματοποιηθεί με τη φόρτωση του φορτίου σε φορτηγό το οποίο μετέφερε νόμιμα και δηλωθέντα αγαθά. Για τη μεταφορά, ο κ. Guerni χρειάστηκε τις υπηρεσίες του Ron και Dominique. Οι τελευταίοι, οι οποίοι ήταν στην πραγματικότητα ένας αστυνομικός και ένας μυστικός πράκτορας, ισχυρίστηκαν ότι διέθεταν επιχείρηση μεταφορών που θα μπορούσε να προμηθεύσει τον κ. Guerni με φορτηγό και οδηγό. Η μεταφορά πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 1998, παρακολουθούμενη από τις αρχές του Μαρόκου και του Βελγίου. Το φορτηγό, το οποίο το οδηγούσε άλλος μυστικός πράκτορας, μετέφερε τα εμπορεύματα και τα ναρκωτικά από το Μαρόκο στο Βέλγιο. Τον Μάρτιο του 1998, όταν ο Dominique πληρώθηκε για τη βοήθειά του και τα ναρκωτικά παραδόθηκαν στον κ. Guerni, ο οποίος συνελήφθη μαζί με δύο άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

Το 2003, καταδικάστηκε κάθε κατηγορούμενος σε τετραετή φυλάκιση. Το 2006, το Εφετείο επικύρωσε τις καταδίκες, αν και μείωσε τις ποινές με την αιτιολογία ότι η διάρκεια της διαδικασίας είχε καταστεί μη εύλογη. Οι δύο συνεργάτες καταδικάστηκαν σε φυλάκιση τριών ετών ο καθένας. Ο προσφεύγων καταδικάστηκε σε φυλάκιση τεσσάρων ετών.

Βασιζόμενος στο άρθρο 6 §§ 1 και 3 (δ) (δικαιώματα υπεράσπισης / δικαίωμα εξέτασης μαρτύρων) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο προσφεύγων διαμαρτύρεται για τις ειδικές μεθόδους διερεύνησης που χρησιμοποίησαν οι εγχώριες αρχές και την άρνηση των δικαστηρίων να εξετάσουν τον πληροφοριοδότη και τον μυστικό πράκτορα που εμπλέκονταν στην εφαρμογή των εν λόγω μεθόδων. Ο κ. Guerni ισχυρίζεται επίσης ότι έχει παραβιαστεί το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) με το σκεπτικό ότι η μυστική επιχείρηση δεν είχε νόμιμη βάση.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 §§ 1 και 3 (δ)

  1. Η μυστική επιχείρηση

Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η αστυνομική επιχείρηση που αφορούσε τον Guerni δεν προβλεπόταν από τον νόμο, αλλά είχε εγκριθεί, σύμφωνα με υπουργική εγκύκλιο, από το γραφείο του εισαγγελέα και η εφαρμογή της επιχείρησης τέθηκε υπό την εποπτεία ενός δικαστή. Ακολούθως, ενώπιον του Εφετείου, ο προσφεύγων αμφισβήτησε τη νομιμότητα της χρήσης των ειδικών αυτών μεθόδων έρευνας, ιδίως τη μυστική επιχείρηση, ισχυριζόμενος αστυνομική υποκίνηση.

Μετά από μια σχολαστική και λεπτομερή αξιολόγηση των επιπτώσεων του πληροφοριοδότη και τη συμμετοχή του μυστικού πράκτορα στη νομιμότητα και το παραδεκτό των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν, τα εγχώρια δικαστήρια διαπίστωσαν ότι η έλλειψη υποκίνησης από την αστυνομία μπορούσε να συναχθεί από αποδεικτικά στοιχεία των οποίων η αξιοπιστία ήταν αναμφισβήτητη, δηλαδή οι δηλώσεις του ίδιου του κ. Guerni, οι συναφείς δηλώσεις των άλλων κατηγορουμένων και μαρτυρίες προσώπων εκτός της αστυνομικής υπηρεσίας.

Τα στοιχεία αυτά επέτρεψαν επίσης στα δύο δικαστήρια να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι είχε διαπιστωθεί με βεβαιότητα ότι η πρόθεση εισαγωγής ναρκωτικών είχε προηγηθεί της συμμετοχής του πληροφοριοδότη και του μυστικού πράκτορα. Τα δικαστήρια διαπίστωσαν επίσης ότι ο τελευταίος  δεν είχε ασκήσει αδικαιολόγητη πίεση πέρα ​​από την παροχή της υλικής δυνατότητας μεταφοράς των ναρκωτικών, μεταφορά η οποία, εξάλλου, θα μπορούσαν να είχε συμβεί χωρίς τη συμμετοχή της αστυνομίας. Τέλος, αποδείχθηκε από την απόφαση του Εφετείου ότι η διαπίστωση της ενοχής και η καταδίκη του κ. Guerni είχαν βασιστεί σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Οι δηλώσεις του πληροφοριοδότη και οι εκθέσεις που συντάχθηκαν από τον μυστικό πράκτορα είχαν επομένως μικρότερη αποδεικτική αξία.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επανεξέταση από τα εθνικά δικαστήρια της νομιμότητας της μυστικής αστυνομικής επιχείρησης είχε εξασφαλίσει αποτελεσματική προστασία και ότι δεν υπήρχε τίποτα που να υποδηλώνει ότι είχαν παραβιαστεί τα δικαιώματα υπεράσπισης  του κ. Guerni κατά τρόπο ασυμβίβαστο με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.

Επομένως δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ λόγω της διεξαγωγής μυστικής αστυνομικής επιχείρησης χωρίς νομικό πλαίσιο.

  1. Αδυναμία του προσφεύγοντος – κατηγορουμένου να εξετάσει τον πληροφοριοδότη και τον μυστικό πράκτορα ή να επιτύχει την εξέτασή τους ενώπιον δικαστηρίου.

Ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ο κ. Guerni ζήτησε την εξέταση του πληροφοριοδότη και του μυστικού πράκτορα προκειμένου να επαληθεύσει εάν υπήρξε οποιαδήποτε αστυνομική υποκίνηση. Μετά από μια λεπτομερή εξέταση, η οποία αποτελεί σημαντική διαδικαστική εγγύηση για τη δίκαιη δίκη τα εγχώρια δικαστήρια απέρριψαν το αίτημα με την αιτιολογία ότι δεν ήταν αναγκαίο να  καταθέσουν τα δύο εν λόγω πρόσωπα προκειμένου να διαπιστωθεί η αλήθεια, δεδομένου ότι ένα σύνολο αποδεικτικών στοιχείων των οποίων η αξιοπιστία ήταν πέρα ​​από κάθε αμφιβολία είχε δείξει ότι δεν υπήρξε αστυνομική υποκίνηση. Το Εφετείο είχε επίσης αποφανθεί, στο πλαίσιο της διαπίστωσης των πραγματικών περιστατικών, ότι ενόψει της σαφήνειας των αποδεικτικών στοιχείων, ότι οι μαρτυρίες του πληροφοριοδότη και οι εκθέσεις του μυστικού πράκτορα ήταν δευτερεύουσας σημασίας όσον αφορά τα συναφή αποδεικτικά στοιχεία. Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι προκειμένου να καταλήξει στα συμπεράσματά του σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, ιδίως στον ρόλο που διαδραμάτιζε ο κάθε ενδιαφερόμενος, το Εφετείο στηρίχθηκε ουσιαστικά στις δηλώσεις του προσφεύγοντος και σε εκείνες των λοιπών κατηγορούμενων και των μαρτύρων που συμμετείχαν άμεσα στα γεγονότα και δεν συνδέονταν με τις αστυνομικές αρχές, αντί για τις δηλώσεις του πληροφοριοδότη και τις εκθέσεις του πράκτορα.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η άρνηση των δικαστηρίων να εξετάσουν το πληροφοριοδότη και το μυστικό πράκτορα είχε αιτιολογηθεί δεόντως, και ότι είχε βασιστεί σε αντικειμενικά και συγκεκριμένα γεγονότα. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε τίποτα αυθαίρετο ή προδήλως παράλογο στα συμπεράσματα των εθνικών δικαστηρίων ότι η εξέταση του πληροφοριοδότη ή του μυστικού πράκτορα θα ήταν εντελώς άσκοπη για την ανακάλυψη της αλήθειας.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι παρά την άρνηση εξέτασης του πληροφοριοδότη και του μυστικού πράκτορα, η υπεράσπιση είχε κάνει χρήση επαρκών διαδικαστικών εγγυήσεων για την εξασφάλιση δίκαιης δίκης στον προσφεύγοντα. Επομένως δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (δ) της Σύμβασης.

Μειοψηφούσα γνώμη

Ο δικαστής Karakaş εξέφρασε μειοψηφούσα άποψη η οποία επισυνάπτεται στην απόφαση(επιμέλεια echrcaselaw.com). 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες