Αντιποίηση δικηγορικού επαγγέλματος και απάτες επί σειρά ετών. Η δωδεκαετής διάρκεια της ποινικής διαδικασίας συνιστά παράβαση του εύλογου χρόνου διάρκειας της δίκης

ΑΠΟΦΑΣΗ

Abboud κατά Βελγίου της 02.07.2019 (αριθμ. προσφ.29119/13)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Παραβίαση εύλογου χρόνου ποινικών διαδικασιών. Τα 12 χρόνια για ποινική υπόθεση υπερέβησαν τον εύλογο χρόνο.

Ο προσφεύγων εργαζόταν ως μεταφραστής. Εκμεταλλευόμενος αυτήν την κατάσταση και χωρίς να έχει την  ιδιότητα του δικηγόρου, διενεργούσε,  επί σειρά ετών, πράξεις που ανάγονται στην δικηγορική ιδιότητα, παρέχοντας νομική συνδρομή στους αιτούντες άσυλο. Η δικαστική διαδικασία στα εγχώρια Δικαστήρια όσον αφορά το ποινικό αδίκημα που διέπραξε, διήρκησαν πάνω από 12 χρόνια. Ο προσφεύγων είχε εγείρει όλα τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 &1 όσον αφορά τον εύλογο χρόνο διάρκειας της δίκης για το λόγο ότι  η πολυπλοκότητα της υπόθεσης και η συμπεριφορά του προσφεύγοντος δεν δικαιολογούν καθαυτά τη μακρόχρονη  διάρκεια της διαδικασίας,  γιατί  η κύρια αιτία αυτής  ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι αρχές χειρίστηκαν την υπόθεση.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6 παρ. 1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΆ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων,Jean Abboud, είναι Βέλγος υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1960 και ζει στις Βρυξέλλες. Η υπόθεση αφορούσε τη διάρκεια των διαδικασιών στις οποίες ο κ. Abboud είχε δικαστεί, μεταξύ άλλων κατηγοριών και για αντιποίηση δικηγορικού επαγγέλματος.

Μέχρι το τέλος του 2002, ο κ. Abboud εργάζονταν ως πιστοποιημένος δικαστικός μεταφραστής και διερμηνέας. Υπό την ιδιότητα αυτή, παρείχε υπηρεσίες ιδίως στο πλαίσιο ακροάσεων για αιτούντες άσυλο που δικαιούνταν  νομική συνδρομή.

Στα τέλη του 2002, προέκυψε διαφορά μεταξύ αυτού και του γραφείου νομικής βοήθειας του Γαλλόφωνου συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου των Βρυξελλών όσον αφορά τα φορολογικά στοιχεία και τα τιμολόγια που υπέβαλε ο ίδιος. Στη συνέχεια, τον Οκτώβριο του γιατί ενεργούσε παράνομα πράξεις ως δικηγόρος.

Το 2011, ο προσφεύγων κλήθηκε να παραστεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ανεπιτυχώς ότι η υπόθεση της ποινικής δίωξης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη για μη τήρηση της εύλογης διάρκειας της δίκης. Το 2014, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον καταδίκασε σε φυλάκιση δύο ετών και πρόστιμο 11.000 ευρώ. Στο ήμισυ κάθε ποινής χορηγήθηκε αναστολή. Το 2016, το Εφετείο έκρινε ότι το ποινικό αδίκημα είχε  παραγραφεί. Όσον αφορά τις αστικές πτυχές, το εφετείο έκρινε ότι τα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την κατηγορία ότι παρίστανε παράνομα τον δικηγόρο είχαν αποδειχθεί  και επικύρωσε την απόφαση. Ο Α. Abboud κλήθηκε να καταβάλει συμβολικό πρόστιμο ύψους ενός ευρώ, συν τους νόμιμους τόκους, και τα έξοδα για τις αστικές διαδικασίες(165 ευρώ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 165 ευρώ για έφεση).

Βασιζόμενος ειδικότερα στο άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα ακρόασης σε εύλογο χρόνο) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ο κ. Abboud παραπονέθηκε για τη διάρκεια της διαδικασίας.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο επισημαίνει εξ αρχής ότι η εν λόγω διαδικασία είναι ποινική διαδικασία, στην οποία ο ζημιωθείς άσκησε και αστική αγωγή. Επομένως, η διάρκεια της διαδικασίας αφορά κυρίως την άσκηση δημόσιας εξουσίας έστω και αν αφορά, εν μέρει, και αστική αγωγή. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι απαραίτητο να εξεταστεί η διάρκεια της  διαδικασίας ως τέτοια, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των ποινικών και των αστικών πτυχών.

Η περίοδος  που εξετάστηκε άρχισε στις 7 Ιανουαρίου 2004 με την πρώτη ανάκριση του προσφεύγοντος από την αστυνομία. Μετά από δύο διατάξεις για εμφάνιση που εκδόθηκαν στις 26 Οκτωβρίου 2007 και στις 25 Μαρτίου 2008, ημερομηνία κατά την οποία ο φάκελος κοινοποιήθηκε στην εισαγγελία, η έρευνα αποτέλεσε αντικείμενο κατηγορίας στις 31 Μαρτίου 2009 ζητώντας την παραπομπή του προσφεύγοντα στο ποινικό δικαστήριο, και η υπόθεση καθορίστηκε για την δικάσιμο της 26ης Ιανουαρίου 2010 σύμφωνα με τον  εσωτερικό κανονισμό. Στη συνέχεια αναβλήθηκε λόγω αιτήματος του προσφεύγοντος για περαιτέρω ανάκριση. Η διάταξη περί παραπομπής εκδόθηκε οριστικά από το τμήμα του Συμβουλίου στις 13 Ιανουαρίου 2011, αλλά αμφισβητήθηκε από τον προσφεύγοντα ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, το οποίο αποφάνθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 2012. Βασικά, το ποινικό δικαστήριο αποφάνθηκε για πρώτη φορά, τον Απρίλιο 2013, στη συνέχεια κατά της αντίθετης άποψης στις 5 Μαρτίου 2014. Η διαδικασία έληξε στις 17 Φεβρουαρίου 2016 με την απόφαση του Εφετείου. Διήρκεσε πάνω από 12 χρόνια, για δύο φάσεις, κάθε μία περιλάμβανε δύο ή τρεις περιπτώσεις.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας πρέπει να αξιολογείται υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια: την πολυπλοκότητα της υπόθεσης και τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος.  Επιπλέον, μόνο οι καθυστερήσεις που οφείλονται στο κράτος μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι δεν τηρήθηκε ο εύλογος χρόνος .

Η διερεύνηση της υπόθεσης σίγουρα απαιτείται, καθώς αυτό που υποστήριξε  η κυβέρνηση, ότι  η συγκεκριμένη  πολυπλοκότητα οφείλεται στις  πολλαπλές κατηγορίες εναντίον του προσφεύγοντος  και το μεγάλο χρονικό διάστημα της  παραβάσεως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν είναι αρκετό για να εξηγήσει γιατί η διαδικασία κατά του προσφεύγοντος είχε τέτοια χρονική διάρκεια.

Όσον αφορά τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος, η κυβέρνηση τον επέκρινε ότι άσκησε εντατικά και συστηματικά τα ένδικα μέσα που είχαν ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση της διαδικασίας, χωρίς, εξάλλου, να επικαλεστεί τρόπους που θα του επέτρεπαν την επιτάχυνση της διαδικασίας. Το Δικαστήριο συμφωνεί ότι τα στοιχεία αυτά, που οφείλονται εν μέρει στον προσφεύγοντα, συνέβαλαν στην διάρκεια της διαδικασίας εναντίον του. Ωστόσο, δεν εξηγούν, κατά τη γνώμη του , ολόκληρη τη διάρκεια.

Όσον αφορά τη συμπεριφορά των αρχών, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 6 § 1 υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα κράτη να οργανώσουν το δικαστικό τους σύστημα κατά τρόπον ώστε τα δικαστήρια τους να μπορούν να εκπληρώσουν κάθε μία από τις απαιτήσεις του, και ιδίως την εύλογη διάρκεια των διαδικασιών. Αλλά σημειώνει ειδικότερα ότι η φάση της έρευνας γνώρισε περιόδους ύφεσης ή στασιμότητας: ο δικαστής, πριν από την 05.05.2004, έληξε την έρευνά στις 25.05.2008,  ο εισαγγελέας έλαβε το κατηγορητήριο του στις 31.03.2009 και η  υπόθεση προσδιορίστηκε για την ακρόαση του τμήματος των συμβουλίων στις 26.01.2010 για τη διευθέτηση της διαδικασία .

Βάσει όλων των στοιχείων που εξετάστηκαν, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης και η συμπεριφορά του προσφεύγοντος δεν δικαιολογούν καθαυτά τη διάρκεια της διαδικασίας. Η κύρια αιτία αυτής  είναι ο τρόπος με τον οποίο οι αρχές χειρίστηκαν την υπόθεση.

Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση: Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση παραβίασης αποτελούσε από μόνη της επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο κ. Abboud. Του απένεμε περαιτέρω 800 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες