Aμεροληψία δικαστή. Η συμμετοχή σε σύνθεση δικαστηρίου, που δίκαζε στελέχη τράπεζας, δικαστή που ο γιος του ήταν νομικός σύμβουλος στην ίδια τράπεζα δημιουργεί υπόνοιες έλλειψης αμεροληψίας. Η μη εξέταση μάρτυρα που δεν είναι ουσιώδης δεν παραβιάζει τη δίκαιη δίκη.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Sigurður Einarsson κ.α. κατά  Ισλανδίας της 04.06.19 (αριθ. προσφ. 39757/15)

 βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αμεροληψία Δικαστή και δίκαιη δίκη. Μη εξέταση μάρτυρα που δεν είναι ουσιώδης. Προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν τη δίκαιη δίκη είναι, μεταξύ άλλων, η αμεροληψία του δικαστή, η πρόσβαση στα αποδεικτικά έγγραφα και η εξέταση  μαρτύρων.

Οι προσφεύγοντες, που ήταν ανώτερα στελέχη στην Τράπεζα Kaupping, κατηγορήθηκαν για χειραγώγηση της αγοράς λόγω δανείων που παρείχαν χωρίς εξασφάλιση. Η δικογραφία που σχηματίστηκε εναντίον τους, αποτελείτο από πληθώρα εγγράφων, και στην σύνθεση του Δικαστηρίου που τους δίκασε, συμμετείχε  δικαστής, ο γιος του οποίου ήταν νομικός σύμβουλος στην εν λόγω τράπεζα.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα ότι υπήρξε παραβίαση της δίκαιης δίκης,  γιατί η ύπαρξη συγγένειας του δικαστή, που συμμετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου, με υπάλληλο της Τράπεζας, ήταν αρκετή για να δημιουργήσει υπόνοιες για την αμεροληψία του, με ψήφους 6 έναντι 1, έκρινε ότι  δεν υπήρχε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 και 3  λόγω μη πρόσβασης  στα έγγραφα  της δικογραφίας, γιατί δεν μερίμνησαν δεόντως οι δικηγόροι των κατηγορουμένων και δεν ήταν ευθύνη του δικαστηρίου να  το πράξουν και έκρινε  ομόφωνα ότι δεν συνιστά παραβίαση της δίκαιης δίκης,  η μη εξέταση μάρτυρα που δεν κρίνεται ουσιώδης, και ότι δεν υπήρχε  παραβίαση του άρθρου 8 (παραβίασης ιδιωτικής ζωής) γιατί δεν αποδείχτηκε ότι παρακολουθούνταν οι τηλεφωνικές κλήσεις των κατηγορουμένων με τους δικηγόρους τους.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6 &1

Άρθρο 6 & 3

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Sigurður Einarsson, Hreiðar Már Sigurðsson, Ólafur Ólafsson και Magnous Guðmundsson, είναι Ισλανδοί υπήκοοι που γεννήθηκαν το 1960, 1970, 1957 και 1970 αντίστοιχα. Ζουν στο Reykjavík, Λουξεμβούργο και Ελβετία.

Ο κ. Einarsson ήταν Πρόεδρος της τράπεζας Kaupτing, ο κ. Sigurðsson  γενικός διευθυντής, κ. Ólafsson ήταν ο κύριος μέτοχος μιας εταιρείας που έμμεσα είχε στην κατοχή της άλλη εταιρεία η οποία ήταν ο μεγαλύτερος μέτοχος της Kaupτing, ενώ ο κ. Guðmundsson ήταν ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας του Λουξεμβούργου.

Τον Σεπτέμβριο του 2008, η Kaupping ανακοίνωσε ότι μια εταιρεία που ανήκε έμμεσα στον Sheik Mohammed bin Khalifa Al Thani, μέλος της βασιλικής οικογένειας του Κατάρ, είχε αγοράσει το 5,01% των μετοχών της. Μία έρευνα αποκάλυψε ότι τα κεφάλαια για την αγορά είχαν παρασχεθεί με δάνεια από την ίδια την Kaupþing. Κανένα από τα δάνεια δεν είχαν την απαραίτητη έγκριση της Επιτροπής Πιστοληπτικής Ικανότητας  της Kaupτing και δεν είχαν εξασφαλιστεί με καμία ή έστω κάποια ανεπαρκή ασφάλεια.

Η Αρχή Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας υπέβαλε καταγγελία στον Ειδικό Εισαγγελέα, ο οποίος διορίστηκε για να διερευνήσει πιθανά εγκλήματα που συνδέονται με την κατάρρευση του τραπεζικού τομέα της Ισλανδίας. Τον Φεβρουάριο του 2012 ο Ειδικός Εισαγγελέας εξέδωσε κατηγορητήριο εναντίον των προσφευγόντων.

Μετά από διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία έληξε τον Φεβρουάριο του 2015, ο κ. Ólafsson κρίθηκε ένοχος για χειραγώγηση της αγοράς, ενώ οι άλλοι καταδικάστηκαν για το ίδιο αδίκημα και για παραβίαση της εμπιστοσύνης. Τρεις από αυτούς επεδίωξαν την επανάληψη της διαδικασίας, αλλά τον Ιανουάριο του 2016 η Επιτροπή Επαναλήψεως Δικαστικών Διαδικασιών απέρριψε τις αιτήσεις τους.

Κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν για άρνηση πρόσβασης σε έγγραφα κατά τη διάρκεια της έρευνας, ότι δηλαδή δεν ήταν σε θέση να εξετάσουν δύο συγκεκριμένους μάρτυρες και ότι οι αρχές είχαν χρησιμοποιήσει τις συνομιλίες τους με τους δικηγόρους τους.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι προσφεύγοντες είχαν το δικαίωμα να αμφισβητήσουν σύμφωνα με την εσωτερική έννομη τάξη τον Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η σύζυγος του οποίου βρισκόταν στο διοικητικό συμβούλιο της Εποπτεύουσας Αρχής Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας,

Τον Ιανουάριο του 2009, όντως δόθηκε ρητή ευκαιρία να το πράξουν. Ωστόσο, οι δικηγόροι τους δήλωσαν ρητά ότι δεν είχαν αντιρρήσεις σχετικά με τον διορισμό του δικαστή για το λόγο αυτό, γεγονός που ανέρχονταν σε αδιαμφισβήτητη αποδοχή της συμμετοχής του. Αυτό το μέρος της καταγγελίας ήταν επομένως προδήλως αβάσιμο και έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτο.

Αντίθετα, η υπεράσπιση δεν είχε ποτέ ενημερωθεί επίσημα ότι ο γιος του ίδιου δικαστή είχε εργαστεί στην τράπεζα πριν και μετά την κατάρρευση της. Το γεγονός ότι οι δικηγόροι των προσφευγόντων γνώριζαν τον γιο ή ότι η χρηματοπιστωτική κοινότητα της Ισλανδίας ήταν μικρή, όπως υποβλήθηκε από την κυβέρνηση, δεν ισοδυναμεί με το γεγονός ότι η υπεράσπιση είχε λάβει γνώση για το ζήτημα της έλλειψης αμεροληψίας.

Ούτε η υπεράσπιση ρητώς ανέφερε ότι δεν είχε καμία αντίρρηση έναντι του δικαστή που έλαβε μέρος στην υπόθεση παρά το συγκεκριμένο οικογενειακό δεσμό.  Επομένως, η καταγγελία αυτή ήταν παραδεκτή. Το Δικαστήριο επανέλαβε τα πρότυπα  υποκειμενικής και αντικειμενικής αμεροληψίας, τα πρώτα αφορούν το προσωπικό συμφέρον ενός δικαστή, το δεύτερον, σχετικά με το αν ένα δικαστήριο ή η σύνθεσή του παρείχε επαρκείς εγγυήσεις αμεροληψίας.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο γιος του δικαστή εργάζονταν στην Kaupping από το 2007. Συνέχισε αργότερα να είναι επικεφαλής της νομικής υπηρεσίας της επιτροπής επίλυσης διαφορών και της επιτροπής εκκαθάρισης από το 2008 έως 2013, κατά τη διάρκεια της έρευνας σχετικά με τους προσφεύγοντες,  τη δίκη τους και τις αστικές διαδικασίες που ήγειρε η τράπεζα έναντιον δύο από αυτούς. Συνέχιζε να εργάζεται ως σύμβουλος στην τράπεζα, κατά τη διάρκεια εξέτασης της υπόθεσης από το Ανώτατο Δικαστήριο.

Αυτός ο οικογενειακός δεσμός αρκούσε για να δημιουργήσει αντικειμενικά δικαιολογημένους φόβους σχετικά με την αμεροληψία του δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις διαδικασίες ποινικής προσφυγής των προσφευγόντων, αμφιβολία που θα μπορούσε να είχε ειπωθεί από όλους τους προσφεύγοντες, έστω και αν η αστική δίκη από την τράπεζα είχε ασκηθεί μόνο εναντίον των δύο. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 6 § 1.

Άρθρο 6 § 1 και 3 (β)

Η υπόθεση αφορούσε διάφορα σύνολα εγγράφων: μια “πλήρη συλλογή” όλων των εγγράφων και δεδομένων που συγκεντρώθηκαν από τη δίωξη, ” έγγραφα” που βρέθηκαν να έχουν σχέση με την υπόθεση μετά από έρευνα της πλήρους συλλογής από ερευνητές που χρησιμοποιούν το σύστημα Clearwell e-Discovery, και τα έγγραφα που είχαν διερευνηθεί   περαιτέρω με το χέρι και με την Clearwell και συμπεριλήφθηκαν στο φάκελο της έρευνας. Εν τέλει, υπήρξε ένας φάκελος που δημιουργήθηκε ως αποδεικτικά στοιχεία στην υπόθεση του δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν είχαν απαγορευθεί στους προσφεύγοντες πρόσβαση στα πραγματικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν στο δικαστήριο. Η καταγγελία τους επικεντρώθηκε μάλλον στην έλλειψη πρόσβασης στην πλήρη δικογραφία και στο γεγονός ότι μόνο η ποινική δίωξη είχε καθορίσει τη σημασία των φιλτραρισμένων ή “επισημασμένων” εγγράφων.

Αποδέχθηκε ότι η πλήρης συλλογή ήταν μαζική και ότι η εισαγγελία έπρεπε να τη μειώσει. Κατ ‘αρχήν, η υπεράσπιση σε τέτοιες περιστάσεις θα πρέπει επίσης να έχει την ευκαιρία να καθορίσει κριτήρια σχετικά με το τι είχε σημασία. Εντούτοις, οι προσφεύγοντες δεν είχαν επισημάνει συγκεκριμένα ζητήματα τα οποία περισσότερες έρευνες θα μπορούσαν να έχουν επιλύσει και ήταν δύσκολο να γίνει δεκτό ότι μια “αποστολή διερεύνησης” ήταν δικαιολογημένη.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι οι αρχές δίωξης πρέπει να γνωστοποιούν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν στην  κατοχή τους για ή εναντίον των κατηγορουμένων. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση η ίδια η εισαγγελία δεν είχε καταλάβει τι υπήρχε στη πλήρη δικογραφία και έτσι δεν υπήρξε παρακράτηση αποδεικτικών στοιχείων ή “μη αποκάλυψη” με την κλασική έννοια.

Η κατάσταση ήταν διαφορετική με τα δεδομένα με “ετικέτα” καθώς είχε αναζητηθεί και στη συνέχεια επιλεγεί από τους ανακριτές. Τα κριτήρια για τις έρευνες καθορίστηκαν από την ίδια την ποινική δίωξη, χωρίς την εποπτεία των δικαστηρίων, μια διαδικασία που το Δικαστήριο είχε προηγουμένως διαπιστώσει ασυμβίβαστη με τη Σύμβαση (Rowe και Davis κατά Ηνωμένου Βασιλείου).

Επιπλέον, οι εισαγγελείς αρνήθηκαν να παράσχουν την υπεράσπιση με καταλόγους εγγράφων, ιδίως εκείνων που είχαν επισημάνει, με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχαν οι κατάλογοι.

Ενώ το Δικαστήριο συμφώνησε με τα συμπεράσματα του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι το εσωτερικό δίκαιο δεν απαιτούσε η αστυνομία να δημιουργήσει έγγραφα που δεν υπήρχαν, διαπίστωσε ότι θα ήταν εφικτό και κατάλληλο  να επιτρέψει στην υπεράσπιση να πραγματοποιήσει περαιτέρω έρευνες στα δεδομένα με ετικέτα. Ωστόσο, παρά τις καταγγελίες τους σχετικά με αυτό το ζήτημα, οι προσφεύγοντες ουδέποτε ζήτησαν δικαστική απόφαση για πρόσβαση στην πλήρη συλλογή δεδομένων ή για περαιτέρω έρευνες και δεν είχαν ποτέ προτείνει περισσότερα μέτρα έρευνας. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τις καταγγελίες τους για το θέμα αυτό ακριβώς επειδή δεν ζήτησαν δικαστική απόφαση για τέτοιες ενέργειες. Πράγματι, μια δικαστική επανεξέταση ενός τέτοιου αιτήματος ήταν σημαντική διασφάλιση για να αποφασιστεί εάν θα πρέπει να χορηγηθεί πρόσβαση στα δεδομένα.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν παράσχει συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με το είδος των αποδεικτικών στοιχείων που έψαχναν και έκρινε ότι η έλλειψη πρόσβασης στα εν λόγω δεδομένα δεν ήταν τέτοια για  να τους αρνηθεί μια δίκαιη δίκη. Συνεπώς, δεν υπήρξε παραβίαση αυτής της διάταξης.

Άρθρο 6 § 1 και 3 (δ)

Οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν ότι οι αρχές δεν είχαν πράξει αρκετά για να εξασφαλίσουν ότι δύο πιθανοί μάρτυρες υπεράσπισης, ο Sheik Al Thani  και ο συγγενής του και σύμβουλος  Sheik Sultan, θα καταθέσουν στο δικαστήριο ή μέσω βίντεο. Οι άνδρες είχαν δώσει κατάθεση στις αρχές, αλλά αρνήθηκαν να συμμετάσχουν περαιτέρω.

Το Δικαστήριο εξέτασε την καταγγελία αυτή βάσει της νομολογίας του περί των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων να καλούν μάρτυρες για λογαριασμό τους, όπως διευκρινίστηκε πρόσφατα στην απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης στην υπόθεση Murtazaliyeva κατά Ρωσίας.

Κάνοντας χρήση των προτύπων τριών επιπέδων της υπόθεσης αυτής, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι λόγοι που επικαλέστηκαν οι προσφεύγοντες για να καταθέσουν οι μάρτυρες  ήταν ασαφείς και αβάσιμοι. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε επίσης εξετάσει  την σχετικότητα της μαρτυρίας και είχε παράσχει επαρκείς λόγους για να μην τους εξετάσει. Δεν υπήρξε τίποτα αυθαίρετο ή προδήλως παράλογο στην εγχώρια απόφαση για να μην βασιστεί στις δικές τους δηλώσεις σε μία υπόθεση που είχε ληφθεί υπόψη μεγάλος αριθμό λοιπών αποδεικτικών στοιχείων.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε παραβίαση αυτής της διάταξης της Σύμβασης.

Άρθρο 8

Οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν ότι οι τηλεφωνικές κλήσεις προς τους δικηγόρους τους είχαν παρακολουθηθεί. Το Δικαστήριο αρχικά διαπίστωσε ότι ούτε οι κκ. Einarsson ούτε ο κ. Ólafsson είχαν παράσχει συγκεκριμένες λεπτομέρειες, χαρακτηρίζοντας έτσι την καταγγελία αναπόδεικτη  και απαράδεκτη καθώς ήταν προδήλως αβάσιμη.

Ο κ. Guðmundsson δεν είχε διαμαρτυρηθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων  σύμφωνα με το άρθρο 8, ούτε ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου ή με αστική αγωγή. Ο κ. Sigurðsson είχε επικαλεστεί τη διάταξη αυτή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά το εν λόγω όργανο δεν θα μπορούσε να παράσχει αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα για τέτοιες παραβιάσεις σε ποινικές διαδικασίες. Είχε ασκήσει αστική αγωγή, η οποία θα μπορούσε να παράσχει αποζημίωση, αλλά δεν ήταν σαφές αν είχε ασκήσει έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε την αξίωσή του.

Επομένως, οι δύο καταγγελίες των ανδρών ήταν απαράδεκτες λόγω της μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση παραβίασης ήταν επαρκής ικανοποίηση για κάθε ηθική βλάβη που υπέστησαν. Απένειμε 2.000 ευρώ σε κάθε προσφεύγοντα για έξοδα και δαπάνες.

Ξεχωριστές απόψεις

Ο δικαστής Pavli εξέφρασε μια εν μέρει αντίθετη γνώμη(επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες