Το τεκμήριο της αθωότητας και οι πειθαρχικές ποινές. Μπορεί να συνυπάρχει αθωωτική απόφαση και πειθαρχική καταδίκη για το ίδιο περιστατικό;

ΑΠΟΦΑΣΗ    

Güç κατά Τουρκίας της 23.01.2018 (αριθ. 15374/11)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απόλυση δημοσίου υπαλλήλου, υπευθύνου εκπαιδευτικού κέντρου,  ύστερα από υποτιθέμενη παρενόχληση ανήλικης μαθήτριας. Αθώωση για κατηγορίες διάπραξης ποινικού αδικήματος. Παράλληλα με την ποινική διαδικασία διεξήχθη και πειθαρχική από ανεξάρτητους πραγματογνώμονες. Τελικά ο προσφεύγων απολύθηκε για το πειθαρχικό αδίκημα της «επαίσχυντης συμπεριφοράς»  το οποίο αποτελεί ξεχωριστό πειθαρχικό αδίκημα για τους δημοσίους υπαλλήλους και δεν συνεπάγεται ποινικές κυρώσεις. Τα πειθαρχικά όργανα τεκμηρίωσαν τον όρο «επαίσχυντη» με το πραγματικό γεγονός της «παρενόχλησης ανηλίκου», έννοια που διαφέρει από το ποινικό αδίκημα της  «σεξουαλικής κατάχρησης» ή «σεξουαλικής επίθεση» που κατηγορείτο, παρότι το γεγονός με την ανήλικη ήταν ακριβώς το ίδιο για το οποίο αθωώθηκε αμετάκλητα στα ποινικά δικαστήρια.

Κατά το Δικαστήριο του Στρασβούργου η πειθαρχική απόφαση δεν είχε περιγράψει την παρενόχληση ως σεξουαλική πράξη – σε αντίθεση με την ταξινόμηση του αδικήματος κατά την ποινική διαδικασία – και ως εκ τούτου δεν έκρινε τον προσφεύγοντα ένοχο ποινικού αδικήματος. Η επιλογή των λέξεων συνεπάγεται ότι οι πειθαρχικές αρχές σχημάτισαν τη γνώμη ότι η φυσική επαφή του ενάγοντος με την ανήλικη συνιστούσε παρενόχληση αλλά δεν χαρακτηρίστηκε ως σεξουαλική παρενόχληση κατά την έννοια του ποινικού δικαίου. Το ΕΔΔΑ δεν θεωρεί ότι η πειθαρχική έρευνα υπερέβη τα όρια της διοικητικής της δικαιοδοσίας κατά τρόπο που να παραβιάζει το δικαίωμα του προσφεύγοντος να θεωρηθεί αθώος στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας.

Μη παραβίαση άρθρου 6 § 2 (τεκμήριο αθωότητας).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6 § 2

ΣΧΟΛΙΟ – ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

Απόφαση για το τεκμήριο της αθωότητας με προβληματικό  σκεπτικό. Ενώ ο προσφεύγων για τα ίδια πραγματικά περιστατικά με την ίδια ανήλικη που συνέβησαν στον ίδιο τόπο και χρόνο αθωώθηκε αμετάκλητα από τα ποινικά δικαστήρια για το αδίκημα της «σεξουαλικής παρενόχλησης» ανήλικης τα πειθαρχικά όργανα τον απέλυσαν χαρακτηρίζοντας τα ίδια περιστατικά ως «παρενόχληση ανηλίκου». Το ΕΔΔΑ διακρίνει τους δύο χαρακτηρισμούς και συμπεραίνει ότι η διαπίστωση παρενόχλησης δεν σημαίνει ότι παραβιάζει την αθωωτική απόφαση περί σεξουαλικής παρενόχλησης. Όμως η συλλογιστική αυτή αφήνει βαριές «σκιές» στην απολυτότητα του τεκμηρίου της αθωότητας και το υπονομεύει έμμεσα, αφού το ΕΔΔΑ αποδέχεται ότι οι επιθεωρητές της πειθαρχικής διαδικασίας κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είχαν έντονη την εντύπωση ότι ο προσφεύγων είχε διαπράξει παρενόχληση κατά της ανήλικης μαθήτριας. Ουσιαστικά ακυρώνουν την αθωωτική απόφαση για τα ίδια γεγονότα με «βαπτίσεις» των γεγονότων με άλλους όρους. Μια οπισθοδρόμηση στη νομολογία του ΕΔΔΑ για το τεκμήριο αθωότητας.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Yaşar Güç, είναι Τούρκος υπήκοος που γεννήθηκε το 1960 και ζει στο Giresun (Τουρκία). Η υπόθεση αφορούσε την καταγγελία του σχετικά με την απόλυσή του από δημόσια υπηρεσία μετά υποτιθέμενη παρενόχληση μαθήτριας ηλικίας 9 ετών το 2006. Εκείνη την εποχή εργαζόταν ως υπεύθυνος σε ένα εκπαιδευτικό κέντρο.

Το 2008 αθωώθηκε αμετάκλητα από τις κατηγορίες διάπραξης σεξουαλικών αδικημάτων που σχετίζονται με το περιστατικό. Εν τω μεταξύ, είχε απολυθεί από τη δουλειά του για παρενόχληση, απόφαση την οποία το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο τελικά επικύρωσε το 2009, χωρίς να αναφερθεί στην αθωωτική απόφαση.

Με βάση το άρθρο 6 § 2 (τεκμήριο αθωότητας), ο κ. Güç διαμαρτυρήθηκε για την απόλυσή του και για τη συλλογιστική των διοικητικών δικαστηρίων κατά την εξέταση της εν λόγω απόφασης.

Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι υπήρξε ξεχωριστή έρευνα που διεξήχθη από τα πειθαρχικά όργανα στην υπόθεση αυτή. Υπήρξε ακρόαση του προσφεύγοντος, μάρτυρα και των εμπλεκομένων μερών και οι αποδείξεις ήταν αρκετές για να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά του προσφεύγοντος ήταν ασυμβίβαστη με εκείνη που αναμενόταν στη δημόσια διοίκηση. Η Κυβέρνηση επεσήμανε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία και το βάρος απόδειξης που ισχύουν στην πειθαρχική διαδικασία και οι διαδικασίες ήταν διαφορετικές από εκείνες που εφαρμόζονται στα ποινικά δικαστήρια.

Η κυβέρνηση υποστήριξε περαιτέρω ότι τα πειθαρχικά όργανα δεν είχαν καταλήξει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα για το ποινικό αδίκημα, για το οποίο αθωώθηκε.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το άρθρο 6 § 2 της ΕΣΔΑ διασφαλίζει πρώτα και κύρια τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζεται από το κοινό στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται εάν υπάρχει δικαστική απόφαση ή δήλωση ενός δημοσίου αξιωματούχου που αφορά πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα ότι είναι ένοχος πριν κηρυχθεί ένοχος σύμφωνα με το νόμο.

Μια θεμελιώδης διάκριση πρέπει να γίνει ανάμεσα σε μια δήλωση ότι κάποιος είναι απλώς ύποπτος ότι έχει διαπράξει έγκλημα και σε μία σαφή δήλωση – ελλείψει αμετάκλητης καταδίκης – ότι ένα άτομο διέπραξε το εν λόγω έγκλημα (βλ. μεταξύ άλλων Matijašević κατά Σερβίας, αρ. 23037/04, § 48,  Garycki κατά Πολωνίας της 06.02.2007, αρ. 14348/02, § 71, και Wojciechowski κατά Πολωνίας της 09.12.2008, αρ. 5422/04, § 54). Η τελευταία παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας, ενώ η πρώτη θεωρήθηκε ως μη επιβλαβής σε διάφορες υποθέσεις που εξετάστηκαν από το Δικαστήριο (βλ. μεταξύ άλλων, El Kaada κατά Γερμανίας της 12.11.2015, αρ. 2130/10, § 54). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει την σημασία της επιλογής των λέξεων από τους δημόσιους αξιωματούχους στις δηλώσεις τους για ένα πρόσωπο που έχει δικαστεί και έχει κριθεί αθώος για ένα συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα. Η χρήση της γλώσσας είναι κρίσιμης σημασίας.

Σημαντικό από την άποψη αυτή, είναι η επισήμανση του ΕΔΔΑ ότι το ζήτημα αν μια δήλωση ενός δημοσίου αξιωματούχου παραβίασε την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να καθορίζεται στο πλαίσιο των ιδιαίτερων περιστάσεων υπό τις οποίες υποβλήθηκε η αμφισβητούμενη δήλωση (βλ. Daktaras κατά Λιθουανίας, αριθ. 42095/98, §§ 41-42, Allen  κατά Ηνωμένου Βασιλείου §§ 125 και 126, El Kaada κατά Γερμανίας της 12.11.2015, § 55).

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η Σύμβαση δεν αποκλείει τη δυνατότητα μια πράξη να οδηγήσει και σε ποινικές και σε πειθαρχικές διαδικασίες είτε διαδοχικά είτε παράλληλα. Το Δικαστήριο αναφέρει σχετικά ότι η απαλλαγή από την ποινική ευθύνη δεν αποκλείει, ως τέτοια, τη δημιουργία αστικών ή άλλων μορφών ευθύνης που απορρέουν από τα ίδια πραγματικά περιστατικά με βάση ένα λιγότερο αυστηρό βάρος αποδείξεως (βλ. Ringvold κατά Νορβηγίας, αρ. 34964/97, § 38,  Jakakas κατά Λιθουανίας της 18.07.2006, αρ. 6924/02, § 57, Çelik (Bozkurt) κατά Τουρκίας της 12.04.2011, αρ. 34388/05, § 30,  Vella κατά Μάλτας της 11.02.2014, αρ. 69122/10, § 56). Ωστόσο, ελλείψει αμετάκλητης ποινικής καταδίκης, αν η πειθαρχική απόφαση περιλαμβάνει μια δήλωση που αφορά υπαιτιότητα για ποινικό αδίκημα, θέτει ζήτημα βάσει του άρθρου 6 § 2 (βλ. απόφαση Kemal Coşkun § 53).

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αν πειθαρχικές και διοικητικές αρχές μέσω της συλλογιστικής τους ή της γλώσσας που χρησιμοποίησαν στις αντίστοιχες αποφάσεις τους επέτρεψαν την αμφισβήτηση της αθωότητας του προσφεύγοντος, έστω και αν δεν είχε κριθεί ένοχος από ποινικό δικαστήριο.

Το ΕΔΔΑ επισημαίνει εξ αρχής ότι η νομική βάση της πειθαρχικής δίωξης του προσφεύγοντος ήταν για «επαίσχυντη ή απρόσεκτη συμπεριφορά» για την οποία και απολύθηκε, , το οποίο αποτελεί ξεχωριστό πειθαρχικό αδίκημα σύμφωνα με το άρθρο 125 § E (g) του Νόμου αριθ. 657 για τους δημοσίους υπαλλήλους και η οποία δεν συνεπάγεται ποινικές κυρώσεις. Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης, ωστόσο, ότι οι πειθαρχικές αρχές περιέγραψαν την πραγματική βάση που δημιούργησε αυτό το αδίκημα ως «παρενόχληση ανηλίκου». Στη συνέχεια διενεργήθηκε πειθαρχική έρευνα για να διαπιστωθεί αν οι ισχυρισμοί περί παρενόχλησης ήταν επαρκώς βάσιμοι για να περιγράψει την συμπεριφορά του προσφεύγοντος ως «επαίσχυντη». Η έρευνα διεξήχθη από δύο επιθεωρητές οι οποίοι έλεγξαν τα γεγονότα ανεξάρτητα, λαμβάνοντας διάφορες καταθέσεις από τα  ενδιαφερόμενα μέρη και έλαβαν υπόψη την  Έκθεση Συμβούλων Προσανατολισμού σχετικά με το ψυχολογικό και κοινωνικό στάδιο ανάπτυξης του ανηλίκου.

Δεν υπάρχει τίποτα στην πειθαρχική έκθεση που να δείχνει ότι οι επιθεωρητές εξήγαγαν πρόωρα συμπεράσματα από την εκκρεμούσα ποινική διαδικασία κατά του προσφεύγοντος. Συναφώς, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι  οι πειθαρχικές αρχές διενήργησαν χωριστή έρευνα σχετικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Στο τέλος της έρευνάς τους και με βάση ένα λιγότερο αυστηρό βάρος απόδειξης, οι επιθεωρητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είχαν έντονη την εντύπωση ότι ο προσφεύγων είχε διαπράξει παρενόχληση κατά της ανήλικης μαθήτριας.

Το Δικαστήριο σημειώνει σχετικά ότι η πειθαρχική απόφαση δεν είχε περιγράψει την παρενόχληση ως σεξουαλική πράξη – σε αντίθεση με την ταξινόμηση του αδικήματος κατά την ποινική διαδικασία – και ως εκ τούτου δεν έκρινε τον προσφεύγοντα ένοχο ποινικού αδικήματος. Στη αιτιολογία της, αναφέρεται στην πράξη με τον όρο «παρενόχληση» («taciz») και όχι με το «σεξουαλική κατάχρηση» ή «σεξουαλική επίθεση»  («ırza tasaddi»).

Στο πλαίσιο της παρούσας πειθαρχικής διαδικασίας η επιλογή των λέξεων συνεπάγεται ότι οι πειθαρχικές αρχές σχημάτισαν τη γνώμη ότι η φυσική επαφή του ενάγοντος με την ανήλικη συνιστούσε παρενόχληση αλλά δεν σχολιάστηκε εάν θα μπορούσε επίσης να χαρακτηριστεί ως σεξουαλική παρενόχληση κατά την έννοια του ποινικού δικαίου. Επιπλέον, επισήμαναν το γεγονός, το οποίο είχε προκαλέσει σοκ και άγχος στην κοινότητα, είχε δημιούργησε μια κατάσταση καχυποψίας εναντίον του προσφεύγοντος, η οποία κατά την άποψη του Δικαστηρίου σήμαινε ότι οι πειθαρχικές αρχές είχαν λάβει υπόψη την ανάγκη να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στο εκπαιδευτικό σύστημα και να διαλυθεί η εντύπωσης ύπαρξης  ανοχής σε ύποπτες ενέργειες εναντίον ανηλίκων. Ενάντια σε αυτό το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η πειθαρχική έρευνα υπερέβη τα όρια της διοικητικής της δικαιοδοσίας κατά τρόπο που να παραβιάζει το δικαίωμα του προσφεύγοντος να θεωρηθεί αθώος στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας.

Όσον αφορά τη συλλογιστική των Διοικητικών Δικαστηρίων του Ordu στην απόφαση της 3ης Ιουλίου 2007 και κατά πόσο περιείχε γλώσσα που ήταν ασυμβίβαστη με το άρθρο 6 § 2 της Σύμβασης, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το διοικητικό δικαστήριο, συνόψισε την έκθεση έρευνας και τα συμπεράσματά της. Ωστόσο, σε αντίθεση με την έκθεση πειθαρχικής έρευνας, αυτό σχολίασε την ποινική διαδικασία αναφερόμενη σε κατάθεση που φέρεται ότι έκανε μάρτυρας από το γειτονικό σχολείο ότι είχε ακούσει φήμες σχετικά με την άσεμνη συμπεριφορά του προσφεύγοντος σε άλλα σχολεία όπου είχε εργαστεί προηγουμένως. Αν και η αναφορά σε αυτή τη συγκεκριμένη κατάθεση – η οποία φέρεται ότι δόθηκε στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας – μπορεί να ήταν αδικαιολόγητη στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ακόμη και η χρήση ατυχούς γλώσσας μπορεί να γίνει ανεκτή, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης και τη φύση της υπόθεσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (βλ. απόφαση Allen, σκέψη 126, και προαναφερθείσα απόφαση Vella, §§ 57 και 61).

Επιπλέον, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η επίκληση εκ μέρους του διοικητικού  δικαστηρίου μιας κατάθεσης ή αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας δεν είναι από μόνη της ασυμβίβαστη με το άρθρο 6 § 2 της Σύμβασης, εφόσον αυτή η εξάρτηση δεν έχει ως αποτέλεσμα το διοικητικό δικαστήριο να σχολιάζει την ενοχή  του προσφεύγοντος ή αντλώντας από αυτή ακατάλληλα συμπεράσματα. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτή η αναφορά από μόνη της δεν ισοδυναμεί με καταλογισμό ποινικής ενοχής στον προσφεύγοντα. Ούτε το διοικητικό δικαστήριο σχολίασε αν ο προσφεύγων έπρεπε να κριθεί ένοχος για τις ποινικές κατηγορίες (βλ. κατ’ αναλογία, απόφαση Vella, σκέψη 61).

Οι προεκτεθείσες σκέψεις αρκούν για να μπορέσει το Δικαστήριο να συμπεραίνει ότι η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε στην πειθαρχική και διοικητική δικαστική διαδικασία ήταν συμβατή με τις απαιτήσεις του άρθρου 6 § 2.

Συνεπώς, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 2 της ΕΣΔΑ (επιμέλεια echrcaselaw.com).

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες