Θάνατος ατόμου κατά την διάρκεια κράτησης και άρνηση των αρχών να δώσουν στοιχεία στους συγγενείς για τα αίτια θανάτου του. Παραβίαση δικαιώματος στη ζωή και άρθρου 3 της ΕΣΔΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ

Shuriyya Zeynalov κατά Αζερμπαϊτζάν της 10.09.2020  (αριθ. προσφ. 69460/12)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Θάνατος νεαρού σε κρατητήριο. Μη χορήγηση ιατροδικαστικής έκθεσης σε συγγενείς. Απαγόρευση απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, δικαίωμα στη ζωή και υποχρέωση του κράτους για  αποτελεσματική  έρευνα.

Ο γιος του προσφεύγοντα συνελήφθη και κρατήθηκε προσωρινά για 5 μέρες. Απεβίωσε την 5η ημέρα της κράτησης του, χωρίς να έχει κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας. Στο σώμα του υπήρχαν μώλωπες που αποδείκνυαν θανατηφόρες σωματικές βλάβες. Οι αρχές αρνήθηκαν να δώσουν στους συγγενείς τα στοιχεία του φακέλου,  συμπεριλαμβανομένης της ιατροδικαστικής έκθεσης. Τα εγχώρια Δικαστήρια απέρριψαν το αίτημα του προσφεύγοντα για την χορήγηση των στοιχείων. Στη συνέχεια, κατηγορήθηκαν όλοι οι συγγενείς για δυσφήμηση επειδή δημοσιοποίησαν φωτογραφίες που εμφανίζονταν οι σωματικές βλάβες.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η κυβέρνηση δεν παρείχε ισχυρές αποδείξεις για να δικαιολογήσει την ύπαρξη των τραυματισμών στο σώμα του θανόντος  και έκρινε ότι η εν λόγω κακομεταχείριση του προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη και ψυχική ταλαιπωρία, μειώνοντας την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του. Έτσι  έκρινε ότι  υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης.

Όσον αφορά το δικαίωμα στη ζωή,  το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι οι εγχώριες αρχές αρνήθηκαν την πρόσβαση στα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, κατηγόρησαν την οικογένεια του αποβιώσαντος για δυσφήμιση για το νόμιμο αίτημά τους για αποτελεσματική έρευνα, απέτυχαν να συνεργαστούν με την Επιτροπή κατά των βασανιστηρίων, και δεν παρείχαν πειστικές αποδείξεις για τα αίτια θανάτου, συνεπώς έκρινε ότι υπήρχε παραβίαση του άρθρου 2 όσον αφορά το ουσιαστικό  του σκέλος.

Τέλος  όσον αφορά την έρευνα, το ΕΔΔΑ  έχει ήδη διαπιστώσει ότι οι εισαγγελικές αρχές δεν ενημέρωσαν τον προσφεύγοντα για την πρόοδο και το αποτέλεσμα της έρευνας και ότι  ο προσφεύγων δεν έλαβε αντίγραφα του φακέλου, συνεπώς έκρινε ότι η έρευνα ήταν μη αποτελεσματική και ως εκ τούτου υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 όσον αφορά το διαδικαστικό σκέλος.

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε στον προσφεύγοντα ποσό 35.000 ευρώ ως ψυχική οδύνη.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 2

Άρθρο 3

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Shuriyya Mahmud oglu Zeynalov, είναι υπήκοος του Αζερμπαϊτζάν γεννημένος το 1938 και ζει στο Nakhchivan.

Η υπόθεση αφορούσε τον θάνατο του γιου του κατά την κράτησή του, ο οποίος φέρεται να οφείλεται σε βασανιστήρια από πράκτορες του Υπουργείου Εθνικής Ασφάλειας της Αυτόνομης Δημοκρατίας του Nakhchivan (NAR).

Τον Αύγουστο του 2011, ο γιος του προσφεύγοντος Turaj Zeynalov, που γεννήθηκε το 1980, συνελήφθη από το Υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας του ΝΑΡ για το αδίκημα της  προδοσίας αφού κατηγορήθηκε ότι συνεργάστηκε  με τις υπηρεσίες πληροφοριών του Ιράν.

Κρατούνταν στο Κρατητήριο του Υπουργείου Δικαιοσύνης του NAR, αλλά στις 28 Αυγούστου μεταφέρθηκε στο Υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας του NAR για ανάκριση. Ωστόσο, ξαφνικά ένιωσε αδιαθεσία και κλήθηκε ασθενοφόρο. Στη συνέχεια  απεβίωσε στο δρόμο για το νοσοκομείο. Μετά το θάνατο, δόθηκαν από μέλη της οικογένειας του στα μέσα  ενημέρωσης φωτογραφίες και ένα βίντεο που έδειχναν σημάδια κακομεταχείρισης στο σώμα του από μέλη της οικογένειας και το περιστατικό δημοσιοποιήθηκε ευρέως.

Η οικογένεια του, ζήτησε από το Υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας του NAR, τον Γενικό Εισαγγελέα της Αυτόνομης Δημοκρατίας του NAR, και από το Γενικό Εισαγγελέα του Αζερμπαϊτζάν έγγραφα από την  έρευνα που πραγματοποιήθηκε για το θάνατό του,  ωστόσο, δεν παρασχέθηκαν ποτέ. Οι αρχές ανέφεραν συνεχώς ότι είχε πεθάνει από πνευμονική εμβολή και δεν είχε υποστεί κακομεταχείριση.

Ούτε τα τακτικά ούτε τα διοικητικά δικαστήρια έκαναν δεκτές τις αιτήσεις από της οικογένειας, στις οποίες ζητούσαν να χαρακτηριστεί παράνομη η  παράλειψη των αρχών να παράσχουν έγγραφα σχετικά με την έρευνα και να τις διατάξει να παραδώσουν τα εν λόγω στοιχεία.  Τον Νοέμβριο του 2012 ο προσφεύγων άσκησε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο του NAR σχετικά με την απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου στην υπόθεσή του. Δεν έλαβε απάντηση στην έφεσή του.

Ο επικεφαλής ανακριτής του Υπουργείου Εθνικής Ασφάλειας του ΝΑΡ κατηγόρησε δύο φορές την οικογένεια για δυσφήμιση.

Ο προσφεύγων παραπονέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ότι το κράτος δεν είχε προστατεύσει τη ζωή του γιου του και ότι δεν υπήρξε αποτελεσματική έρευνα για το θάνατο του γιου του. Παραπονέθηκε επίσης σύμφωνα με το άρθρο 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης) ότι ο γιος του είχε βασανιστεί από πράκτορες του MNS και από τις αρχές δεν είχαν πραγματοποιήσει αποτελεσματική έρευνα.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3

Το Δικαστήριο  επανέλαβε ότι το άρθρο 3 κατοχυρώνει μια από τις πιο θεμελιώδεις αξίες των δημοκρατικών κοινωνιών. Σε αντίθεση με τις περισσότερες ουσιαστικές ρήτρες της Σύμβασης, το άρθρο 3 δεν προβλέπει εξαιρέσεις και καμία παρέκκλιση από αυτήν δεν επιτρέπεται βάσει του άρθρου 15 § 2, ακόμη και σε περίπτωση δημόσιας έκτακτης ανάγκης που απειλεί τη ζωή του έθνους.

Το Δικαστήριο σημείωσε εξαρχής ότι είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο αποβιώσας Τ.Ζ. δεν είχε μώλωπες στο σώμα του όταν συνελήφθη στις 24 Αυγούστου 2011. Δεν έχει γίνει καμία τέτοια αναφορά από την κυβέρνηση. Κατά την αξιολόγηση αυτού του ερωτήματος, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να παραβλέψει το γεγονός ότι, παρά τα πολυάριθμα αιτήματα, ούτε ο προσφεύγων  ούτε άλλα μέλη της οικογένειας  του Τ.Ζ. απέκτησαν  αντίγραφο της ιατροδικαστικής έκθεσης με  αρ. 10 και ημερομηνία 05.09.2011. Ως αποτέλεσμα, ο προσφεύγων  ή άλλα μέλη της οικογένειας δεν είχαν λάβει πληροφορίες σχετικά με τις περιστάσεις και τις αιτίες του θανάτου του στενού συγγενή τους και, επιπλέον, δεν μπόρεσαν  να αμφισβητήσουν τα πορίσματα του ιατροδικαστή. Μια τέτοια άρνηση μπορεί να συνιστά κατάφωρη παραβίαση από τις αρχές των διαδικαστικών υποχρεώσεων βάσει των άρθρων 2 και 3 της Σύμβασης, τα οποία απαιτούν προσβασιμότητα και δημόσιο έλεγχο μιας έρευνας ως στοιχείο της αποτελεσματικότητάς της.  Για τους σκοπούς του ουσιαστικού σκέλους του άρθρου 3, το Δικαστήριο έκρινε ως ιδιαίτερα εντυπωσιακό ότι αντί να παρέχουν πλήρη στοιχεία στην οικογένεια του Τ.Ζ. σχετικά με τις περιστάσεις του θανάτου του, οι αρχές τους κατηγόρησαν επανειλημμένα για δυσφήμιση, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστούσε απειλή για να κινήσουν  διαδικασία εναντίον τους, ως απάντηση στις προσπάθειές τους να ασκήσουν τα δικά τους δικαιώματα. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ισχυρή παρέμβαση σε μία προσπάθεια αποφυγής μίας  αποτελεσματικής έρευνας.

Δεδομένου ότι δεν υπήρξε καμία εξήγηση εκ μέρους της κυβέρνησης ως προς την προέλευση αυτών των τραυματισμών, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εναγόμενη Κυβέρνηση δεν εκπλήρωσε το βάρος της απόδειξης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο γιος του προσφεύγοντος υπέστη κακομεταχείριση ενώ ήταν υπό κράτηση μεταξύ 24 και 28 Αυγούστου 2011.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντα ότι ο γιος του υπέστη βασανιστήρια κατά την κράτηση, το Δικαστήριο σημείβωσε ότι παρατηρήθηκαν μώλωπες στους ώμους, τους αγκώνες, τα γόνατα και τους γλουτούς του T.Z. Λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο της σύλληψής του και τις επακόλουθες προσπάθειες για την αποτροπή αποτελεσματικής έρευνας, δεν μπορούσε να αποκλειστεί ότι αυτοί οι τραυματισμοί προήλθαν από πράξεις βασανιστηρίων. Ωστόσο, δεν υπάρχει επαρκής απόδειξη γι΄αυτό.

Είναι ωστόσο σαφές ότι η κακή μεταχείριση του γιου του προσφεύγοντος πρέπει να του είχε προκαλέσει σωματικό πόνο και ταλαιπωρία. Η εν λόγω κακομεταχείριση του προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη και οι συνέπειές της πρέπει επίσης να του προκάλεσαν σημαντική ψυχική ταλαιπωρία, μειώνοντας την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι η καταγγελλόμενη κακομεταχείριση ήταν αρκετά σοβαρή για να επιτευχθεί ένα ελάχιστο επίπεδο σοβαρότητας που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 έτσι ώστε  να θεωρηθεί ως απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης (απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση) του ουσιαστικού σκέλους του λόγω της κακής μεταχείρισης του γιου του προσφεύγοντος  μεταξύ του χρονικού διαστήματος  από 24 έως  28 Αυγούστου 2011.

Άρθρο 2

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, μολονότι οι διάδικοι είχαν διαφορετική άποψη ως προς τα αίτια θανάτου του Τ.Ζ., είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο αποβιώσας τέθηκε  σε κράτηση από τις 24 έως τις 28 Αυγούστου 2011 και δεν είχε διαγνωστεί κάποια απειλητική ασθένεια για τη ζωή του εκείνη τη χρονική περίοδο.

Εν πάση περιπτώσει, στη συγκεκριμένη περίπτωση της παρούσας υπόθεσης, η αδυναμία να αποδειχθεί σαφής αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του θανάτου του γιου του προσφεύγοντος και της κακομεταχείρισης του κατά την κράτηση, δεν εμπόδισε το Δικαστήριο να κρίνει ότι έπρεπενα ερευνηθεί η  ευθύνη του εναγόμενου κράτους για  το θάνατο του γιου του προσφεύγοντος όταν ήταν υπό κράτηση.  Στη συνέχεια, εναπόκειτο στην κυβέρνηση του εναγόμενου κράτους να παράσχει ικανοποιητική και πειστική εξήγηση σχετικά με τις περιστάσεις του θανάτου και να προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις ώστε να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος. Ωστόσο, στην παρούσα περίπτωση η εξήγηση της κυβέρνησης σχετικά με την αιτία του θανάτου του Τ.Ζ. βασίστηκε στην ιατροδικαστική έκθεση που δεν μπορούσε να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη απόδειξη. Συνεπώς, το Δικαστήριο απόδωσε επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα στα συμπεράσματα της CPT (Επιτροπή κατά των βασανιστηρίων)  ότι «βάσει της διενεργούμενης ιατροδικαστικής εξέτασης δεν είναι δυνατό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αιτία του θανάτου του Τ. Ζ. ήταν αυτή που αναφέρεται στην έκθεση ».

Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να παραβλέψει τη συμπεριφορά των ανακριτικών αρχών κατά τη διεξαγωγή της εγκληματικής έρευνας σχετικά με τον θάνατο του T.Z. Οι εγχώριες αρχές αρνήθηκαν την πρόσβαση στα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, κατηγόρησαν την οικογένεια του αποβιώσαντος για δυσφήμιση για το νόμιμο αίτημά τους για αποτελεσματική έρευνα, απέτυχαν να λάβουν μέτρα μετά τη διάδοση της βιντεοσκόπησης και συνέχισαν να μην συνεργάζονται με την CPT (Επιτροπή κατά των βασανιστηρίων), αρνούμενοι να παράσχουν  ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την έρευνα.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε, επομένως, ότι η Κυβέρνηση δεν είχε προβάλει πειστικές αποδείξεις για το θάνατο του γιου του προσφεύγοντος ούτε ανέλαβε την ευθύνη.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του ουσιαστικού σκέλους του δικαιώματος στη ζωή (άρθρο 2 της Σύμβασης).

Άρθρα 2 και 3 της ΕΣΔΑ όσον αφορά την έρευνα

Η έρευνα έπρεπε να είναι αποτελεσματική υπό την έννοια ότι μπορούσε να οδηγήσει στη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και, κατά περίπτωση, στον προσδιορισμό και την τιμωρία των υπευθύνων.

Ωστόσο, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι ανακριτικές αρχές δεν έλαβαν όλα τα εύλογα μέτρα που είχαν στη διάθεσή τους για να εξασφαλίσουν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το θάνατο του γιου του προσφεύγοντος. Συγκεκριμένα, παρόλο που η βιντεοσκόπηση του σώματός του που έγινε πριν από την τελετή της νεκρώσιμης ακολουθίας έδειχνε ότι υπήρχαν μώλωπες σε διάφορα μέρη του σώματός του, αυτοί όμως οι τραυματισμοί δεν αναφέρθηκαν στην ιατροδικαστική έκθεση με αριθμ. 10/05.09.2011. Οι εγχώριες αρχές παρέλειψαν να προβούν σε περαιτέρω ενέργειες μετά τη διάδοση της εν λόγω βιντεοσκόπησης στα μέσα ενημέρωσης και σε καμία φάση δεν επανεξέτασαν την απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2001 για περαιτέρω έρευνα ή για να κινήσουν ποινικές διαδικασίες σχετικά με τις συνθήκες της κράτησης του Τ.Ζ. και του επακόλουθου θανάτου του.

Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει ότι οι εισαγγελικές αρχές δεν ενημέρωσαν τον προσφεύγοντα για την πρόοδο και το αποτέλεσμα της έρευνας. Συγκεκριμένα, ο προσφεύγων  δεν έλαβε αντίγραφα της ιατροδικαστικής έκθεσης και της  απόφασης του ανακριτή της 9ης Σεπτεμβρίου 2011 περί μη ασκήσεως ποινικής δίωξης έως ότου η κυβέρνηση υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στο Δικαστήριο.

Το Δικαστήριο έκρινε απαραίτητο να επαναλάβει ότι η κατάσταση αυτή στερούσε τον προσφεύγοντα από την ευκαιρία να διαφυλάξει τα νόμιμα συμφέροντά του και απέτρεψε κάθε έλεγχο της έρευνας από το κοινό. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι μπορούσε να αποτελέσει ισχυρή απόδειξη σχετικά με την προσπάθεια αποτροπής μιας αποτελεσματικής έρευνας, η κατηγορία για δυσφήμηση που αποδόθηκε στον προσφεύγοντα και τον δικηγόρο του από τον ανακριτή.

Οι ανωτέρω σκέψεις αρκούσαν για να επιτρέψει στο Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι εγχώριες αρχές δεν διεξήγαγαν αποτελεσματική έρευνα για τις περιστάσεις που αφορούσαν το θάνατο του γιου του προσφεύγοντος. Κατά συνέπεια, υποστηρίζει ότι υπήρξαν παραβάσεις των άρθρων 2 και 3 όσον αφορά την διαδικαστική πτυχή.

Συμπερασματικά το ΕΔΔΑ διαπίστωσε:

α) παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή (άρθρο 2) σε σχέση με το θάνατο του γιου του προσφεύγοντος όταν βρίσκετο υπό κράτηση, β) παραβίαση του διαδικαστικού σκέλους του δικαιώματος στη ζωή λόγω αναποτελεσματικής έρευνας (άρθρο 2), γ) παραβίαση του άρθρου 3 (απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση) σε σχέση με την κακομεταχείριση του γιού του κατά τον χρόνο της  κράτησής του και δ) παραβίαση του διαδικαστικού σκέλους του δικαιώματος στην απαγόρευση της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης λόγω αναποτελεσματικής έρευνας (άρθρο 3).

Δίκαιη ικανοποίηση: Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 35.000 ευρώ  για ψυχική οδύνη στον προσφεύγοντα και 2.000 ευρώ για τις δαπάνες και τα έξοδα (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες