Σύλληψη και κράτηση κατηγορουμένου για σεξουαλικές επιθέσεις κατόπιν αναγνώρισής του από τα θύματα. Μεταγενέστερη αθώωση. Μη παραβίαση ΕΣΔΑ λόγω εύλογης υποψίας

ΑΠΟΦΑΣΗ

Bilal Akyıldız κατά Τουρκίας της 15.09.2020 (αρ. προσφ. 36897/07)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σύλληψη και προσωρινή κράτηση προσφεύγοντος λόγω υποψίας ότι έχει τελέσει σειρά από σεξουαλικές επιθέσεις και απόπειρες απαγωγής παιδιών.

Ο προσφεύγων έμοιαζε με το πρόσωπο που απεικονιζόταν σε φωτογραφία του φερόμενου ως δράστη, ωστόσο απαλλάχτηκε μετά την ανάκληση των δηλώσεων των θυμάτων που είχαν κάνει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ταυτοποίησης.

Αναφορικά με τις καταγγελλόμενες παρατυπίες στη διαδικασία σύλληψης και ταυτοποίησής του, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι τα φερόμενα σφάλματα δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ότι ισοδυναμούσαν με «βαριά ή προφανή παρατυπία» που να καθιστά τη σύλληψη και την επακόλουθη προσωρινή κράτηση παράνομη.

Το Στρασβούργο έκρινε ότι η επακόλουθη απαλλαγή του προσφεύγοντος, δεν μπορούσε να αμφισβητήσει αναδρομικά την ύπαρξη εύλογης υποψίας, κατά την αρχική προσωρινή του κράτηση, ότι είχε διαπράξει αδίκημα, αφού βασίστηκε σε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο προσφεύγων συνελήφθη και τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση βάσει εύλογης υποψίας ότι διέπραξε αδίκημα κατά την έννοια του άρθρου 5 § 1 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 5

Άρθρο 3

Άρθρο 1 ΠΠΠ

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων  Bilal Akyıldız, είναι Τούρκος υπήκοος. Γεννήθηκε το 1972 και ζει στην Κωνσταντινούπολη.

Η υπόθεση αφορούσε την σύλληψη και την προσωρινή κράτησή του λόγω υποψίας ότι τέλεσε σειρά από σεξουαλικές επιθέσεις και απόπειρες απαγωγής παιδιών.

Ο προσφεύγων συνελήφθη τον Νοέμβριο του 2002 με την αιτιολογία ότι έμοιαζε με τη φωτογραφία του φερόμενου δράστη των σεξουαλικών επιθέσεων. Οι εξετάσεις DNA που πραγματοποιήθηκαν όταν ευρίσκετο υπό αστυνομική κράτηση έδειξαν ότι δεν ήταν αυτός ο υπαίτιος για τις σεξουαλικές επιθέσεις. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια  της διαδικασίας ταυτοποίησης δύο από τα  θύματα τον αναγνώρισαν ως τον δράστη των απαγωγών και του απαγγέλθηκαν κατηγορίες. Στη δίκη όμως αθωώθηκε γιατί τα θύματα δήλωσαν στο ακροατήριο ότι δεν τον αναγνωρίζουν ως τον δράστη. Συνολικά έμεινε προσωρινά κρατούμενος  27 ημέρες.

Στη συνέχεια διαμαρτυρήθηκε για τη μεταχείριση του κατά τη διάρκεια της αστυνομικής κράτησης, υποβάλλοντας επίσημη καταγγελία τον Ιανουάριο 2003, αλλά οι αρχές εξέδωσαν διατάξεις για μη άσκηση ποινικής δίωξης, οι οποίες επικυρώθηκαν κατόπιν προσφυγής το Μάρτιο 2003 και Μάρτιο 2004.

Του επιδικάσθηκαν από τα ποινικά δικαστήρια 4.443 τουρκικές λίρες (TRY) ως αποζημίωση για την αδικαιολόγητη στέρηση της ελευθερίας του μετά την υποβολή σχετικής αίτησης. Του επιδικάσθηκαν επίσης 80.000 τουρκικές λίρες για αποζημίωση από τα διοικητικά δικαστήρια, τα οποία διαπίστωσαν ότι δεν τηρήθηκε η αρχή της εμπιστευτικότητας κατά τη διάρκεια της έρευνας εναντίον του.

Βασιζόμενος στο άρθρο 5 (δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια), ο προσφεύγων διαμαρτυρήθηκε κυρίως ότι δεν υπήρξε καμία λογική υποψία ότι διέπραξε αδίκημα και ότι υπήρξαν παρατυπίες στη σύλληψή του και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ταυτοποίησης.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 5

Το καθεστώς θύματος του προσφεύγοντος

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι μετά την αθώωση του προσφεύγοντος το Κακουργιοδικείο του Kadıköy του απένειμε 697 TRY και 1.000 TRY αντίστοιχα ως αποζημίωση και ηθική βλάβη που υπέστη ως αποτέλεσμα της στέρησης της ελευθερίας του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το δικαστήριο αυτό βασίστηκε απλώς στην απαλλαγή του προσφεύγοντος. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο Ν. 466 προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι το κράτος αποζημιώνει οποιοδήποτε πρόσωπο που συνελήφθη ή κρατήθηκε σύμφωνα με το νόμο, αθωώθηκε.

Το Δικαστήριο δεν συμφώνησε με το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι οι αρχές αναγνώρισαν σαφώς παραβίαση του δικαιώματος της ελευθερίας του προσφεύγοντος. Στην παρούσα υπόθεση, το Κακουργιοδικείο του Kadıköy διαπίστωσε ότι η κράτηση του προσφεύγοντος ήταν άδικη όχι επειδή η κράτηση ήταν ασυμβίβαστη με τις απαιτήσεις αυτού του δικαιώματος, αλλά απλώς και μόνο επειδή είχε αθωωθεί. Το δικαστήριο ουδόλως εξέτασε εάν η κράτηση του προσφεύγοντος ήταν διαδικαστικά ελαττωματική ή αν βασίστηκε σε εύλογη υποψία ότι διέπραξε το αδίκημα.

Δεδομένου ότι η αποζημίωση ήταν αυτόματη συνέπεια της απαλλαγής του προσφεύγοντος δεν ισοδυναμούσε με διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι, ελλείψει τέτοιας αναγνώρισης, η καταβολή αποζημίωσης, ιδίως δεδομένου του χρόνου που ο προσφεύγων πέρασε σε προσωρινή κράτηση, δεν επαρκούσε για να του στερήσει το καθεστώς του  «θύματος» κατά την έννοια του άρθρου 34 της Σύμβασης.

Επιπλέον, το Δικαστήριο θεώρησε ότι το ποσό που απονεμήθηκε στον προσφεύγοντα για ηθική βλάβη ήταν σημαντικά χαμηλότερο από τα ποσά που έχει επιδικάσει το Δικαστήριο σε υποθέσεις που αφορούν παράνομη κράτηση. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι, παρά την καταβολή ποσού ως αποζημίωση για την προσωρινή κράτηση, ο προσφεύγων μπορούσε ακόμα να ισχυριστεί ότι ήταν «θύμα», κατά την έννοια του άρθρου 34 της Σύμβασης, για παράβαση του άρθρου 5 § 1. Επομένως, απέρριψε την ένσταση της κυβέρνησης ως προς αυτό.

Νομιμότητα της στέρησης της ελευθερίας

Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι οι αστυνομικοί που τον συνέλαβαν δεν ήταν αρμόδιοι να το πράξουν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι αναφορές που συντάχθηκαν μετά τη σύλληψή του ήταν παράτυπες και ότι οι διαδικασίες ταυτοποίησης έλαβαν χώρα παράτυπα. Δήλωσε ότι είχε υποβληθεί σε προσωρινή  κράτηση με βάση ταυτοποιήσεις που έγιναν από μικρά παιδιά, τα οποία είχαν ανακαλέσει τις δηλώσεις τους ένα μήνα αργότερα.

​​Όσον αφορά τις παρατυπίες στις οποίες επικαλείται ο προσφεύγων, το Δικαστήριο σημείωσε ότι αφορούσαν την αρμοδιότητα των  αστυνομικών που τον συνέλαβαν, την ανακριβή αναφορά στο ποινικό του αρχείο στην έκθεση σύλληψης και έρευνας, τις φερόμενες εσφαλμένες πληροφορίες σχετικά με τις περιστάσεις της σύλληψής του στη χειρόγραφη έκθεση και τις διαδικασίες ταυτοποίησης που πραγματοποιήθηκαν ενώ ήταν υπό κράτηση.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο πρώτος ισχυρισμός του προσφεύγοντος, ότι οι  αστυνομικοί που τον συνέλαβαν δεν ήταν αρμόδιοι να το πράξουν, δεν τεκμηριώθηκε σε καμία περίπτωση. Ούτε τα στοιχεία της δικογραφίας, ούτε τα επιχειρήματα που πρόβαλε ο προσφεύγων καθιστούσαν δυνατή τη διαπίστωση ότι ενήργησαν κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας, όσον αφορά την υλική και τοπική  αρμοδιότητά τους, κατά τη σύλληψη και την κράτηση του προσφεύγοντος.

Δεύτερον, όσον αφορά την ανακριβή αναφορά στο ποινικό μητρώο του προσφεύγοντος στην αναφορά σύλληψης και έρευνας, το Δικαστήριο θεώρησε ότι πρόκειται για απλό γραφικό σφάλμα που δεν είχε επίπτωση στη νομιμότητα της σύλληψης και της κράτησης του προσφεύγοντος, ιδίως γιατί αποτελούσε σφάλμα που στη συνέχεια διορθώθηκε κατά τη διάρκεια της προσωρινής του κράτησης. Πράγματι, τόσο η δικογραφία που καταρτίστηκε κατά τη διάρκεια της αστυνομικής κράτησής του όσο και αυτή της ακρόασης ενώπιον του δικαστή έδειξαν σαφώς ότι δεν υπήρχε καμία αναγραφή στο ποινικό μητρώο του προσφεύγοντος.

Όσον αφορά τη χειρόγραφη έκθεση που αναφέρει ότι ο προσφεύγων συνελήφθη κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης περιπολίας επειδή δεν επέδειξε την ταυτότητά του, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Εισαγγελία του Kartal αποφάσισε να διώξει τους αστυνομικούς που συνέταξαν αυτήν την έκθεση για κατάχρηση εξουσίας, αλλά οι ποινικές διαδικασίες είχαν παραγραφεί. Το Δικαστήριο εκτίμησε ότι δεν μπορεί να υποθέσει ποια θα ήταν η έκβαση των εν λόγω διαδικασιών. Σε κάθε περίπτωση, υποθέτοντας ότι υπήρξε παρατυπία στην έκθεση, όπως ισχυρίζεται ο προσφεύγων, το Δικαστήριο θεώρησε ότι το φερόμενο σφάλμα δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ισοδυναμούσε με «βαριά ή προφανή παρατυπία» που καθιστά τη σύλληψη και την επακόλουθη προσωρινή κράτηση παράνομες. Παρατήρησε ότι συντάχθηκε επίσημα επίσημη έκθεση σύλληψης και έρευνας, υπογεγραμμένη από τον προσφεύγοντα. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι ο προσφεύγων συνελήφθη λόγω υποψίας απόπειρας απαγωγής. Η σύλληψη και η κράτηση του προσφεύγοντος καθώς και όλες οι άλλες ερευνητικές πράξεις, τεκμηριώθηκαν στη δικογραφία. Ο προσφεύγων ενημερώθηκε για τις κατηγορίες εναντίον του και ενημερώθηκε για τα δικαιώματά του ως ύποπτος και υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις. Στο τέλος της αστυνομικής κράτησής του, ο προσφεύγων παρουσιάστηκε ενώπιον του δικαστή, ο οποίος αποφάσισε να του επιβάλει προσωρινή κράτηση.

Τέλος, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο προσφεύγων διαμαρτυρήθηκε ότι οι εν λόγω διαδικασίες αναγνώρισης δεν ήταν αξιόπιστες, χωρίς ωστόσο να εξηγήσει γιατί οι εν λόγω διαδικασίες δεν ήταν σύμφωνες με τη διαδικασία. Σε διαμαρτυρία του στις 08.01.2003, ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι είχε παρουσιαστεί στις διαδικασίες ταυτοποίησης μαζί με τους πατεράδες των θυμάτων. Ωστόσο, η ποινική έρευνα που διενήργησε ο εισαγγελέας Kartal αποκάλυψε ότι ο προσφεύγων είχε παρουσιαστεί μαζί με  αστυνομικούς με πολιτικά ρούχα. Ο προσφεύγων δεν επανέλαβε αυτόν τον ισχυρισμό ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, η εξέταση της δικογραφίας δεν αποκάλυψε διαδικαστική παρατυπία που θα μπορούσε, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, να είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση των σχετικών διαδικασιών αναγνώρισης.

Η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο προσφεύγων συνελήφθη για μια σειρά από σεξουαλικές επιθέσεις και απόπειρες απαγωγών, βάσει της φυσικής του ομοιότητας με τον δράστη αυτών των αδικημάτων. Πράγματι, μετά από μια ανώνυμη κλήση που ανέφερε την παρουσία ενός ατόμου που μοιάζει με το άτομο που απεικονίζεται στη φωτογραφία του φερόμενου δράστη των σεξουαλικών επιθέσεων, οι αστυνομικοί πήγαν στην περιοχή που υποδείχθηκε από τον καλούντα και προχώρησαν στη σύλληψη του προσφεύγοντος.

Κατά την ακρόασή του, ο ίδιος ο προσφεύγων παραδέχτηκε ότι μοιάζει με το πρόσωπο που απεικονίζεται στη φωτογραφία του φερόμενου δράστη. Παρόλο που είναι αλήθεια ότι το τεστ DNA αποκάλυψε ότι ο προσφεύγων δεν ήταν υπεύθυνος για τις σεξουαλικές επιθέσεις, αυτό δε σχετίζονταν με τις απόπειρες απαγωγής παιδιών, καθώς κατά τη διάρκεια της ταυτοποίησης που οργανώθηκε κατά τη διάρκεια της αστυνομικής κράτησης του προσφεύγοντος, τα δύο θύματα και ο μάρτυρας είχαν αναγνωρίσει τον προσφεύγοντα  ως δράστη των απαγωγών.

Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη φύση των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στη στέρηση της ελευθερίας του προσφεύγοντος, τη φύση των φερόμενων αδικημάτων και τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, το Δικαστήριο θεώρησε ότι η σύλληψη και η κράτησή του βασίστηκαν σε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ώστε να πείσουν έναν ουδέτερο και αντικειμενικό παρατηρητή ότι ο προσφεύγων θα μπορούσε να έχει διαπράξει το αδίκημα για τα οποία κατηγορήθηκε.

Το Δικαστήριο εκτίμησε ότι η επακόλουθη απαλλαγή του προσφεύγοντος, μετά την ανάκληση των δηλώσεων των θυμάτων που είχαν κάνει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ταυτοποίησης στην προδικασία, δεν μπορούσε να αμφισβητήσει αναδρομικά την ύπαρξη εύλογης υποψίας, κατά την αρχική προσωρινή του κράτηση, ότι διέπραξε αδίκημα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θεώρησε ότι ο προσφεύγων μπορούσε  να θεωρηθεί ότι συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση με βάση εύλογη υποψία ότι διέπραξε αδίκημα κατά την έννοια του άρθρου 5 § 1 της ΕΣΔΑ.

Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης.

Άρθρο 3

Επικαλούμενος το άρθρο 3 της Σύμβασης, ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι υπέστη απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση ενώ ήταν υπό κράτηση και παραπονέθηκε ότι οι δράστες τέτοιων πράξεων δεν είχαν τιμωρηθεί.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι μετά την έρευνα που διεξήχθη από τον Εισαγγελέα, εκδόθηκε στις 26.12.2002 Διάταξη για μη άσκηση ποινικής δίωξης σχετικά με τη κακομεταχείριση που ισχυρίστηκε ότι υπέστη ο προσφεύγων ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι η προσφυγή που ασκήθηκε κατά της διάταξης αυτής απορρίφθηκε στις 04.03.2003, περισσότερο από έξι μήνες πριν από την υποβολή της παρούσας προσφυγής στο ΕΔΔΑ. Η συμπληρωματική Διάταξη για μη άσκηση ποινικής δίωξης εκδόθηκε στις 17.10.2003 και η προσφυγή που ασκήθηκε κατά της απόφασης απορρίφθηκε στις 18.03.2004, και πάλι, περισσότερο από 6 μήνες πριν από την υποβολή της παρούσας προσφυγής στο ΕΔΔΑ.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο προσφεύγων υπέβαλε επίσης τους ισχυρισμούς του για κακομεταχείριση στο πλαίσιο της επακόλουθης αγωγής αποζημίωσής του στο Διοικητικό Δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης. Σημείωσε, ωστόσο, ότι στην παρούσα υπόθεση σκοπός αυτής της αγωγής δεν ήταν να καταγγείλει παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης και  ότι το Διοικητικό Δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης δεν ανέφερε καν αυτούς τους ισχυρισμούς στην απόφασή του. Επιπλέον, δεδομένου ότι οι διαδικασίες αυτές θα μπορούσαν να οδηγήσουν μόνο στη επιδίκαση αποζημίωσης, δεν αποτελούσαν επαρκή και αποτελεσματική καταγγελία/επανόρθωση, κατά την έννοια του άρθρου 35 § 1, ώστε να ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς της προθεσμίας των 6 μηνών.

Κατά συνέπεια, αυτή η καταγγελία έχει υποβληθεί εκπρόθεσμα και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το άρθρο 35 §§ 1 και 4 της Σύμβασης.

Άρθρο 1 ΠΠΠ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 § 5 της ΕΣΔΑ

Ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι το ποσό της αποζημίωσης που του επιδικάσθηκε για την κράτησή του ήταν ανεπαρκές και ότι θα έπρεπε να του αποδοθεί και τόκος υπερημερίας για το ποσό αυτό. Επικαλέστηκε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο να εξετάσει το πρώτο μέρος αυτής της καταγγελίας – σχετικά με την ανεπάρκεια του ποσού αποζημίωσης – υπό το φως του άρθρου 5 § 5 της Σύμβασης. Επισήμανε ότι το δικαίωμα αποζημίωσης σύμφωνα με το άρθρο αυτό προϋποθέτει ότι η παραβίαση μιας από τις άλλες παραγράφους της εν λόγω διάταξης θα είχε αποδειχθεί από εθνική αρχή ή από το Δικαστήριο.

Στην παρούσα περίπτωση, επειδή δεν έχει αποδειχθεί παραβίαση μιας από τις άλλες παραγράφους αυτής της διάταξης, η εν λόγω διάταξη δεν ισχύει. Συνεπώς, αυτή η καταγγελία είναι ασυμβίβαστη, κατ’ ουσίαν, με τις διατάξεις της Σύμβασης κατά την έννοια του άρθρου 35 § 3 (α) και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το άρθρο 35 § 4.

Στο μέτρο που ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι δεν του είχε επιβληθεί τόκος υπερημερίας επί του ποσού αυτού, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η αποζημίωση που του χορηγήθηκε καταβλήθηκε στις 03.10.2012 και περιελάμβανε τόκους υπερημερίας με το νόμιμο επιτόκιο. Υπό το φως των τόκων υπερημερίας που ισχύουν για την αξίωση του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων δεν υπέστη πραγματική ζημία. Συνεπώς, αυτό το μέρος της προσφυγής κρίθηκε προδήλως αβάσιμο και απερρίφθη σύμφωνα με το άρθρο 35 §§ 3 (α) και 4 της ΕΣΔΑ.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες