Συνταγματικές παρατηρήσεις σχετικά με την κατανόηση των εννοιών της ελευθερίας της έκφρασης και της «ρητορικής μίσους» σε Σλοβενία ​​- Ευρώπη

Dr. Andraž Teršek

Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Primorska και Νέο Πανεπιστημίο, Ευρωπαϊκής Νομικής Σχολής

Το Σύνταγμα της Σλοβενίας

Το Σύνταγμα της Σλοβενίας στο άρθρο 39 κατοχυρώνει την ελευθερία της έκφρασης. Η διατύπωση είναι η εξής: «Η ελευθερία της έκφρασης, της σκέψης, η ελευθερία του λόγου και της δημόσιας εμφάνισης, η ελευθερία του Τύπου και οι άλλες μορφές δημόσιας επικοινωνίας και έκφρασης διασφαλίζονται. Όλοι μπορούν ελεύθερα να συλλέγουν, να λαμβάνουν και να διαδίδουν πληροφορίες και απόψεις».

Το Σύνταγμα περιλαμβάνει μια άλλη, ειδική διάταξη στο άρθρο 63, που αναφέρεται ως «Απαγόρευση υποκίνησης διακρίσεων και μισαλλοδοξίας και απαγόρευση υποκίνησης σε βία και πόλεμο». Διατυπώνεται ως εξής: «Οποιαδήποτε υποκίνηση σε εθνικές, φυλετικές, θρησκευτικές ή άλλες διακρίσεις και η προώθηση των εθνικών, φυλετικών, θρησκευτικών ή άλλων ειδών μίσους και μισαλλοδοξίας είναι αντισυνταγματικές. Οποιαδήποτε υποκίνηση στη βία και τον πόλεμο είναι αντισυνταγματική.»

Τα συντάγματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών έχουν τις δικές τους διατάξεις που προστατεύουν την ελευθερία της έκφρασης, που είναι σχεδόν παρεμφερείς. Υπάρχει επίσης η ΕΣΔΑ και το άρθρο της 10, που προστατεύουν το εν λόγω δικαίωμα ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα: «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το παρόν άρθρον δεν κωλύει τα Κράτη από του να υποβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηματογράφου ή τηλεοράσεως εις κανονισμούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας. (2.) Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας δύναται να υπαχθή εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότητα ή δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδισιν της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλισιν του κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας».

Σε σύγκριση με το Σύνταγμα της Σλοβενίας υπάρχει μια σημαντική διάκριση και δεν είναι μόνο ζήτημα διατύπωσης, αλλά βάθους της έννοιας «οποιαδήποτε υποκίνηση». Πραγματικά «οποιαδήποτε», οποιοδήποτε είδος; ή ένα συγκεκριμένο είδος; Όπως στο δόγμα του «σαφούς και του παρόντος κινδύνου» (από τη διάσημη διατύπωση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ στην υπόθεση Schenk κατά Ηνωμένων Πολιτειών (1919), αν και το τελευταίο τροποποιήθηκε σε άλλες υποθέσεις, μετά την υπόθεση Whitney κατά Καλιφόρνιας (1927) … «Ο κίνδυνος που αναγνωρίζεται είναι επικείμενος»); Και τι σημαίνει πραγματικά, ποιος είναι ο ακριβής ορισμός της «υποκίνησης»;

Το Σύνταγμα δεν το εξηγεί, κάτι που είναι κατανοητό και αναμενόμενο. Δεν υπάρχει εξήγηση σε βιβλία. Ούτε καν στο επίσημο και τελευταίο σχολιασμό του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Σλοβενίας (2020). Δεν εξηγείται σε καμία απόφαση τακτικών δικαστηρίων, ούτε σε καμία απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Σλοβενίας, αλλά ούτε και σε καμία απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Σλοβενίας. Η λέξη «υποκίνηση», ως έννοια, περιγράφθηκε και επεξηγήθηκε από ορισμένους Σλοβένους νομικούς μελετητές, ερευνητές και καθηγητές σε μερικά άρθρα και μονογραφίες σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης. Αλλά το έργο τους αγνοείται ακόμα από τα δικαστήρια. Ειδικά από το Συνταγματικό Δικαστήριο. Δεν υπάρχει νομικός ορισμός της «ρητορικής μίσους», ούτε του όρου «οποιαδήποτε» σε άμεση ουσιαστική σχέση με την «υποκίνηση», ούτε του όρου «υποκίνηση» αυτοτελώς σε απόφαση  οποιουδήποτε δικαστηρίου της Σλοβενίας.

Συνταγματικά θεμέλια για τη κατανόηση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης

Οποιοδήποτε είδος δημόσιας εξουσίας σε μια συνταγματική δημοκρατία πρέπει να διατηρεί ένα στοιχείο απόστασης και αυτοπεριορισμού προς τη θεμελιώδη ελευθερία της δημόσιας έκφρασης. Τη στιγμή που το κράτος γίνεται αυστηρός κριτής και, κατά συνέπεια, λαμβάνει το ρόλο του Εισαγγελέα και τιμωρού εναντίον του πληθυσμού λόγω του περιεχομένου ή ορισμένων μορφών έκφρασης, την ίδια στιγμή, η ελευθερία της έκφρασης χάνει την αξία της και γίνεται αμέσως ένας μύθος. Όχι μόνο χάνει την οργανική αλλά και την εγγενή της αξία. Σε μια δημοκρατική κοινωνία, επιτρέπεται μόνο ο περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης σε ορισμένες περιπτώσεις όταν υπάρχει υποκείμενη απειλή, όπως για παράδειγμα όταν η ελευθερία έκφρασης δύναται να δημιουργήσει μία επιζήμια κατάσταση που είναι πολύ πιο απειλητική ή επικίνδυνη από απλώς «μια αναστάτωση» ή από την πρόκληση «δυσαρέσκειας στο ευρύ κοινό». Αυτό το γεγονός προέρχεται σαφώς και σταθερά από τις διδασκαλίες της βασικής νομικής θεωρίας και της πολιτικής φιλοσοφίας, συμπεριλαμβανομένης της σύγχρονης συνταγματικής θεωρίας και της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Ασκώντας τη «ρητορική μίσους» σε δημόσια σφαίρα

Στη δημόσια σφαίρα, συμπεριλαμβανομένης της ακαδημαϊκής σφαίρας, υπήρξε μια στασιμότητα όσον αφορά τις διδασκαλίες των αρχών της ελευθερίας της έκφρασης. Τα τελευταία χρόνια, πολλές ομάδες και άτομα έχουν κάνει τακτικές προσπάθειες να στοχεύσουν και να περιορίσουν την ελευθερία του λόγου, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τις σύγχρονες νομικές γνώσεις και το δεδικασμένο εντός του πεδίου της δικαστικής σφαίρας. Αυτά τα άτομα και οργανώσεις, από τη στιγμή που προέρχονται από την επιστημονική πολιτική αριστερά και παλιότερα από την επιστημονική πολιτική δεξιά, έχουν κάνει προσπάθειες για τον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου μέσω ποινικών διώξεων που αφορούν την ελευθερία του λόγου, που δεν είναι αναγκαία σε μια λειτουργική δημοκρατική κοινωνία. Ωστόσο, αυτό επιφέρει πολύ μεγαλύτερη απειλή για μια δημοκρατική κοινωνία από ό,τι ορισμένες περιπτώσεις άσεμνων ή ανήθικων μορφών δημόσιας έκφρασης, που εκτός από τη δημιουργία ορισμένων αποδοκιμαστικών συναισθημάτων δεν προκαλούν βλάβη στη δημόσια ζωή. Όχι επειδή αυτή η συγκεκριμένη μορφή έκφρασης είναι σωστή, αλλά επειδή αποτελεί βασικό συστατικό της συνταγματικής προστασίας.

Η φράση «ρητορική μίσους» έχει γίνει ένας υπερβολικά απλοποιημένος και γενικευμένος όρος για το είδος της δημόσιας έκφρασης, η οποία στη θεωρία και τη νομική πρακτική ξεφεύγει από τον ορισμό της. Κάθε έκφραση στη δημόσια σφαίρα που προσβάλλει ή σοκάρει ένα συγκεκριμένο άτομο ή μια στοχευμένη ομάδα θεωρείται, και στοχοποιείται ως μορφή ρητορικής μίσους. Με άλλα λόγια, ο όρος της «ρητορικής μίσους» χρησιμοποιείται τακτικά. Τα «θύματα» της ρητορικής μίσους χαρακτηρίζονται λόγω κριτικών ή προσβλητικών σχολίων για τα προσωπικά τους χαρακτηριστικά και υπό περιστάσεις, ακόμη και εκείνοι που δεν θα έπρεπε να θεωρούνται θύματα ρητορικής μίσους: Μέλη του Κοινοβουλίου, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι κ.λπ. Αυτό είναι αντίθετο στο γενικό συνταγματικό δόγμα και στα συνταγματικά βιβλία.

Και εδώ προκύπτει το παράδοξο: αν και το πρόβλημα της «ρητορικής μίσους» θεωρείται, και εδώ και αρκετό καιρό τονίζεται, ότι είναι «ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά προβλήματα» ακόμα και «η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία, την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα», δεν υπάρχει ακόμη ενιαία δικαστική απόφαση από οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο που να καταδικάζει ένα μόνο άτομο για διάπραξη αδικήματος βάση της «ρητορικής μίσους».

Συνταγματικά ανακριβής χρήση λέξεων, όπως οι έννοιες της «υποκίνησης» μίσους, βίας και μισαλλοδοξίας στη δημόσια σφαίρα

Μια παρόμοια περίπτωση είναι η χρήση του όρου «δημόσια υποκίνηση μίσους, βίας και μισαλλοδοξίας». Ένα καλό παράδειγμα είναι ο φόβος ή η ταλαιπωρία (ορθολογική ή παράλογη) του κοινού σε ορισμένες περιοχές που βίωσαν τη μαζική μετανάστευση και την αρνητική στάση ορισμένων ατόμων ή ενός συγκεκριμένου τμήματος της κοινωνίας απέναντι στους αλλοδαπούς λόγω της αντίληψης ότι αυτά τα άτομα «είναι διαφορετικά» ή «δεν μπορούν να αφομοιωθούν». Μπορεί να αποτελεί υποκίνηση μίσους, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι περιγράφεται ως καθαρό μίσος στην πιο επικίνδυνη και εγκληματική μορφή του. Και αυτό από μόνο του δεν δικαιολογεί την αναγωγή της υποκίνησης μίσους, βίας και μη ανεκτικότητας σε ποινικά αδικήματα. Το συνταγματικό δόγμα για την ελευθερία της έκφρασης δίνει έμφαση στη διαφοροποίηση μεταξύ της ελεύθερης σκέψης και έκφρασης και της υποκίνησης του μίσους.

Πρόβλημα «πολιτικής ορθότητας»

Η «πολιτική ορθότητα» από μόνη της είναι ένα παράδειγμα υποβάθμισης της πολιτικής ηθικής. Χρησιμοποιείται ως θεμέλιο του ευρέως χρησιμοποιούμενου όρου «ρητορική μίσους» στη δημόσια ζωή. Δεν κάνει διάκριση μεταξύ δίκαιης και ελεύθερης έκφρασης, γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων, ξεκάθαρου μίσους και μιας ελαφρώς εχθρικής στάσης, της νομικά αποδεκτής υπερβολής και της απαράδεκτης κατάχρησης της ελευθερίας της έκφρασης και τέλος μεταξύ της επιδίωξης προσοχής και των πραγματικών εκφράσεων μίσους και βίας. Άτομα που δεν ανήκουν σε συστηματικά απειλούμενες, μειονεκτούσες και περιθωριοποιημένες ομάδες – με βάση τα δικά τους προσωπικά χαρακτηριστικά και περιστάσεις – έχουν «θυματοποιηθεί» με την πρόωρη, υπερβολική και νομικά λανθασμένη χρήση του δόγματος της «ρητορικής μίσους» υπό τις ίδιες περιστάσεις με εγχρώμους ανθρώπους, που ήταν θύματα ιστορικού φυλετικού μίσους και βίας στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αφρική. Ή ακόμη και  θύματα του Ολοκαυτώματος. Ή άλλες κατηγορίες ατόμων που έχουν καταπιεστεί λόγω των προσωπικών τους προτιμήσεων και περιστάσεων.

Βάση όλων των παραπάνω, δεν υπάρχει νομικός ορισμός της «ρητορικής μίσους» στον Ποινικό Κώδικα και στον περιεχόμενο των αποφάσεων των τακτικών δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένου των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων και στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ούτε καν σε κάποια απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Αλλά ο όρος χρησιμοποιείται τακτικά, καθημερινά στη δημόσια ζωή: από δικηγόρους, δημοσιογράφους και μέσα ενημέρωσης, πολιτικούς, διανοούμενους, κοινό… Αρκετά ενδιαφέρον παράδοξο ;!

Η συχνή και εκτεταμένη χρήση αυτού του όρου στην καθημερινή δημόσια ζωή συνοδεύεται από τη δημόσια χρήση του όρου «πολιτική ορθότητα». Η έννοια της πολιτικής ορθότητας έχει χρησιμοποιηθεί ως τεχνική ανακατεύθυνσης της προσοχής και δημιουργίας ευθύνης, η οποία δεν φαίνεται καλή τη πίστη ή θεμιτή. Λειτουργεί συχνότερα ως μορφή βίας εναντίον: του πληθυσμού, του ατόμου, της γλώσσας, της συνείδησης, της κοσμοθεωρίας, της αντίληψης για την πολιτική και τη σκέψη. Σε αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο, ο Slavoj Žižek έγραψε (στο βιβλίο Βία/Violence , 2007): «Φαίνεται ότι το κύριο μέλημα του φιλελεύθερου ανεκτικού πνεύματος που επικρατεί σήμερα είναι η αποδοκιμασία όλων των μορφών βίας, από την άμεση φυσική … έως την ιδεολογική (ρατσισμός, ρητορική μίσους, σεξουαλική διάκριση). Η εστίασή τους στην υποκειμενική βία δεν είναι κάτι αμφισβητήσιμο ή τυχαίο, καθώς επιθυμούν κάπως να τραβήξουν την προσοχή από τα σοβαρά προβλήματα». Μια σημείωση, άξια σκέψης και υπογράμμισης.

Κάποιος θα μπορούσε εύκολα να αναφέρει τις σκέψεις, τις εξηγήσεις ή τις διδασκαλίες των Jordan Peterson, Jonathan Haidt, Steven Pinker, πριν από τον John Stuart Mill και ακόμη και της Hannah Arendt και πολλών άλλων στο ίδιο πλαίσιο – προασπίζοντας την ελεύθερη ομιλία και κατανοώντας τι σημαίνει πραγματικά η βία, πώς μπορεί να ασκείται ή να κρύβεται κάτω από την επιφάνεια. Ο Lukianoff, στο βιβλίο του Freedom from speech/ Ελευθερία από την έκφραση (2014) εξηγεί την κατάσταση σε πανεπιστημιουπόλεις σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες, όσον αφορά την προστασία του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης και την προσπάθειά του να προστατεύσει άτομα, ομάδες και το κοινό από την ελεύθερη έκφραση: το παράδοξο της προστασίας της ελευθερίας του λόγου μέσω της προστασίας των ανθρώπων από την ελευθερία του λόγου. Ένα καλό σημείο αξίας προσεκτικής συζήτησης.

Το «μη συνταγματικό», αλλά πολιτικό πρόβλημα της ηθικής

Η ηθική και η κουλτούρα της δημόσιας επικοινωνίας είναι αναμφίβολα σημαντικά κοινωνικά θέματα. Ένα από τα πιο βαθιά προβλήματα της σημερινής κοινωνίας είναι η έλλειψη ανοχής και αλληλεγγύης προς τους άλλους, η εκτεταμένη προσβολή, ο περιορισμός του δικαιώματος στην ελευθερία της αξιοπρέπειας, της εργασίας και της προσωπικής ιδιωτικής ζωής. Το μίσος προς τρίτους είναι επίσης ένα βαθύ ζήτημα. Αλλά το δόγμα της «ρητορικής μίσους» στη δημόσια σφαίρα έχει γίνει ένα βολικό πρόσχημα για τη δίωξη ανθρώπων που έχουν διαφορετικές απόψεις ενώπιον του «Δικαστηρίου της κοινής γνώμης» ή ενώπιον ατόμων που ταυτίζονται με το συγκεκριμένο δόγμα. Μια δημόσια αποδοκιμασία ή δημόσια «καταδίκη» ανθρώπων που χρησιμοποιούν προσβλητική, γελοία, εξευτελιστική, ταπεινωτική, μισητή, ακατανόητη, αδόμητη και ηλίθια έκφραση, η ηθική αποδοκιμασία είναι κατανοητή. Ωστόσο, είναι διαφορετικό όταν εφαρμόζονται ποινικές διαδικασίες για αυτές τις συγκεκριμένες πράξεις. Είναι επίσης διαφορετικό όταν ο όρος της «ρητορικής μίσους» χρησιμοποιείται ως μέθοδος χαρακτηρισμού ατόμου. Αυτά τα άτομα χαρακτηρίζονται έντονα ως «φασίστες, εξτρεμιστές, νεοναζί, φονταμενταλιστές» ή ως «ριζοσπαστικοί δεξιοί ή αριστερόφρονες» που προωθούν δημόσια το μίσος και τη βία.

Το πρόβλημα των διαδικτυακών φόρουμ

Ένα μεγάλο πρόβλημα είναι αυτή τη στιγμή τα διαδικτυακά φόρουμ. Όχι μόνο για το γεγονός ότι η ανωνυμία του ατόμου δημιουργεί απεριόριστες δυνατότητες για κάθε είδους δημόσια έκφραση για οποιονδήποτε και για οτιδήποτε. Όχι μόνο για το λόγο ότι οι διαχειριστές διαδικτυακών φόρουμ συνειδητοποιούν ανεπαρκώς τις νομικές τους ευθύνες για ορισμένα θέματα σε διαδικτυακά φόρουμ, το οποίο αποτελεί δεδικασμένο σε υποθέσεις της ΕΣΔΑ όπως αναλύεται στην υπόθεση Delfi κατά Εσθονίας με μεγάλη λεπτομέρεια. Κατά την εξέταση διαδικτυακών φόρουμ, το «κυνήγι» για θέματα που μπορεί να προσβάλλουν ένα άτομο ή ένα συγκεκριμένο τμήμα της κοινωνίας ξεκινά. Όταν οι συγγραφείς αυτών των συγκεκριμένων απειλών «πιάνονται», κανείς δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για το ποιοι είναι, καθώς δεν αποτελούν επικείμενη απειλή για την κοινωνία, ούτε επηρεάζουν ουσιαστικά την πολιτική και τη λήψη αποφάσεων. Ωστόσο, με την υποστήριξη των μέσων ενημέρωσης, αυτοί οι άνθρωποι παρουσιάζονται ως επικείμενες απειλές για την κοινωνία. Τα άρθρα που δημοσιεύονται σε διαδικτυακά φόρουμ (αν και ανώνυμα) δημοσιεύονται συνήθως και τακτικά σε περιοδικά και ακόμη και σε επιστημονικά περιοδικά (συνοδευόμενα από σχόλια) για να δείξουν στον κόσμο ένα παράδειγμα της λεγόμενης «ρητορικής μίσους».

Όσο η προσοχή είναι στραμμένη στα διαδικτυακά φόρουμ, τόσο πιο σημαντικά γίνονται τα εν λόγω φόρουμ σε μια δημοκρατική κοινωνία. Ωστόσο, οι διαχειριστές διαδικτυακών φόρουμ δεν έχουν τη δυνατότητα να τα εποπτεύουν για την αποφυγή προσβλητικών δημοσιεύσεων, αλλά αντιθέτως τους δίνεται συχνότερα η συμβουλή να ανέχονται τέτοιου είδους ζητήματα. Την ίδια στιγμή, οι επικριτές της χρήσης της φράσης «ρητορική μίσους» και οι υποστηρικτές της ελευθερίας της έκφρασης αντιμετωπίζονται ως πρόβλημα, αν όχι σαν απειλή, και χαρακτηρίζονται ως φασίστες, εθνικιστές κλπ., καθώς και ως υποστηρικτές της ρητορικής μίσους, της μισαλλοδοξίας, των διακρίσεων και της βίας. Η δουλειά τους θεωρείται ανεύθυνη ή κάπως «τυφλή».

Η ηθική και η κουλτούρα των δημόσιων επικοινωνιών δεν είναι πρωταρχικά συνταγματικά ζητήματα. Ωστόσο, μεταμορφώνονται σε τέτοια όταν η ελεύθερη έκφραση υπερβαίνει ένα ορισμένο νομικό όριο και ειδικά όταν περιορίζεται υπερβολικά (αντισυνταγματικά και αντισυμβατικά). Ας μην υπάρξουν παρανοήσεις (όπως μου λένε τακτικά ότι το κακό και η ρητορική μίσους δεν αποτελούν πρόβλημα για μένα – ηλίθια σχόλια). Το πρόβλημα της ηθικής και του πολιτισμού των δημοσίων επικοινωνιών είναι ένα εξαιρετικά βαθύ πρόβλημα στη σημερινή κοινωνία. Όπως είναι επίσης το πρόβλημα της μισαλλοδοξίας, του μίσους, της έλλειψης αλληλεγγύης, των διακρίσεων κ.λπ. Το πρόβλημα της ηθικής των δημόσιων επικοινωνιών είναι ότι συνδέεται με άλλα πιο βαθιά προβλήματα, συμπεριλαμβανομένου αυτού του κατανοητού φόβου ή της δυσπιστίας του κοινού απέναντι σε κυβερνητικούς θεσμούς ή άλλες κοινωνικές ομάδες και το ανεξέλεγκτο πρόβλημα της μαζικής χειραγώγησης, παραπλάνησης, ψεύδους και εκμετάλλευσης της ανθρώπινης άγνοιας. Συνδέεται πλήρως με το πρόβλημα του τρόπου λειτουργίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης και με την ποιότητα της της εκπαίδευσης. Γι’ αυτό, κατά συνέπεια, βλέπουμε την άνοδο του λαϊκισμού και της δημαγωγίας. Ένα εξαιρετικά βαθύ πρόβλημα είναι επίσης η μη πειστική λειτουργική δομή του κράτους δικαίου.

Το πρόβλημα είναι προφανές, αλλά…

Το πρόβλημα της προσβλητικής, ψεύτικης, παραποιητικής, παραπλανητικής, ακόμη και βλάσφημης και χυδαίας έκφρασης στη δημόσια σφαίρα είναι προφανές. Αυτό το πρόβλημα πρέπει να αντιμετωπιστεί και μάλιστα νόμιμα. Αποτελεί απειλή και ιδιαίτερα απενεργοποιεί τη συνταγματική δημοκρατία. Ο νόμος και η κοινή ευρωπαϊκή δικαιοσύνη προβλέπουν ότι η κατάχρηση της ελευθερίας της έκφρασης τιμωρείται επαρκώς, ιδίως η προσβλητική δυσφήμιση και βλάπτει την τιμή και τη φήμη ενός ατόμου. Το ίδιο ισχύει και για την ψυχολογική και σωματική βία και τη μισητή και βίαιη έκφραση που είναι επαρκώς ενοχοποιημένες. Ο νόμος μπορεί να τροποποιηθεί και να αλλάξει εάν εμπίπτει στις βασικές αξίες μιας συνταγματικής δημοκρατίας. Το πρόβλημα της ηθικής και του πολιτισμού της δημόσιας έκφρασης και τα ενσωματωμένα προβλήματα όπως: η έλλειψη εκπαίδευσης, η απουσία κριτικής, η τυφλή εμπιστοσύνη, η υπερβολική πίστη σε ορισμένα άτομα και ιδρύματα, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με υπερβολικό περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης και την αδικαιολόγητη εξάπλωση των ορισμών της ρητορικής μίσους υπό τη μορφή ποινικού αδικήματος. Δεν μπορεί επίσης να αντιμετωπιστεί με την καθημερινή πολιτική «στόχευση» των ατόμων, την αναγκαστική αξιολόγηση της φαινομενικής κοσμοθεωρίας τους και τη σχέση με ιδεολογικά ζητήματα. Δεν μπορεί επίσης να αντιμετωπιστεί με τον προσδιορισμό του πληθυσμού αναφορικά με την κοινωνική τους θέση (φυλετισμός του πληθυσμού), ούτε με θετικές διακρίσεις. Δεν μπορεί επίσης να αντιμετωπιστεί με τον χαρακτηρισμό των ατόμων ως «αριστερών» ή «δεξιών» όσον αφορά την πολιτική πόλωση ή με την «θυματοποίηση» ορισμένων που επιθυμούν συγκεκριμένη νομική προστασία όταν υπάρχουν καλύτερες και πιο αποτελεσματικές εναλλακτικές λύσεις για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η δημοκρατία δεν μπορεί να παγιωθεί επιλέγοντας «μια εύκολη διέξοδο» ή «συντομότερους τρόπους» στην καθημερινή πολιτική, στις πολιτικές στρατηγικές, στη νομική πολιτική και στις τεχνικές της κοινωνικής ζωής, ούτε με τη θυσία αξιών, θεμελίων και κανόνων σε μια συνταγματική δημοκρατία. Η συνταγματική δημοκρατία δεν μπορεί να ενισχυθεί με προσεγγίσεις που ουσιαστικά αντιτίθενται στο ηθικό και νομικό θεμέλιο, το οποίο είναι διατυπωμένο στη νομική βιβλιογραφία και στις κορυφαίες δικαστικές κρίσεις.

Από πού να αρχίσουμε;

Φαίνεται ότι η Ευρώπη χρειάζεται – και θέλει – τον δικό της ορισμό της «ρητορική μίσους». Επομένως, πρέπει να την ορίσει ακριβώς. Εξαιτίας συνταγματικών λόγων, αλλά και προφανώς πολιτικών: δεν θέλουμε τα άτομα που χρησιμοποιούν σκληρή γλώσσα [ή που έχουν γνήσια αισθήματα μίσους προς τους άλλους, που συχνά προσβάλλουν, και που προσφεύγουν σε προφορικές επιθέσεις, αβάσιμες κατηγορίες με εχθρική διάθεση προς τους άλλους, ειδικά έναντι των ήδη κοινωνικά απειλούμενων ανθρώπων ή αλλοδαπών] να αποκτούν το πολύ χρήσιμο καθεστώς του «θύματος», επειδή κατηγορήθηκαν (ακόμη και με καλή πίστη και με καλές, ευγενείς, ηθικές προθέσεις) από δικαστήρια για «ρητορική μίσους». Ένα τέτοιο καθεστώς θύματος, που καθιερώθηκε λόγω του ελλιπούς νομικού ορισμού της ρητορικής μίσους και της επιφανειακής νομικής επιχειρηματολογίας στις αποφάσεις των δικαστηρίων, φαίνεται ότι θα το πληρώσουμε πολύ ακριβά. Επειδή πρόκειται για μια πολύ βολική κατάσταση και ιδιαίτερα καταχρηστική στην καθημερινή πρακτική.

Ειδικά ενώπιον του ΕΔΔΑ. Η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Vejdeland κατά Σουηδίας (2012) προσφέρει μια περιγραφική καθοδήγηση για τη διαμόρφωση ορισμού, δηλώνοντας ότι οι «προσβλητικές» και «εχθρικές συντονισμένες» παρατηρήσεις μπορούν να απαγορευθούν νομικά και να διωχθούν ποινικά εάν μπορούν να αναγνωριστούν και να αξιολογηθούν ως «πολύ σοβαρές κατηγορίες που βασίζονται σε ισχυρή και αβάσιμη προκατάληψη».

Είναι όμως αυτό αρκετό; Δυστυχώς, δεν είναι. Και ακόμη και αν το ΕΔΔΑ αρχίζει τακτικά να χρησιμοποιεί τον όρο «ρητορική μίσους» στις αποφάσεις του, αυτό δεν θα ήταν αρκετό: η Ευρώπη χρειάζεται μια καλά μελετημένη και αρκετά ακριβώς καθορισμένη έννοια της «ρητορικής μίσους» που να εφαρμόζεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις χρήσης συγκεκριμένων λέξεων, σε συγκεκριμένες περιστάσεις και από συγκεκριμένα άτομα με συγκεκριμένη δημόσια θέση και επιρροή, με βάση συγκεκριμένες προϋποθέσεις, γεγονότα και κοινωνικές επιπτώσεις ορισμένων λέξεων, που απευθύνονται σε συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων ή μεμονωμένων ατόμων.

Τελευταίο σημείο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό: φυσικά και δεν υποστηρίζω τη ρητορική μίσους – αντίθετα την αποδοκιμάζω έντονα.

Επιμέλεια Μετάφρασης: Ναστάζια Τερρά, Μάγια Μήνα


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες