Βασανιστήρια από αστυνομικό σε δύο πολίτες. Καταδίκη του σε ελαφρά ποινή, μη πειθαρχική τιμωρία και προαγωγή του! Το ποινικό και πειθαρχικό σύστημα στην Ελλάδα στερείται σοβαρότητας σύμφωνα με το Στρασβούργο!

ΑΠΟΦΑΣΗ

Σιδηρόπουλος και Παπακώστας κατά Ελλάδας της 25.01.2018 (αριθμ. προσφ. 33349/10)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ 

Σύλληψη προσφευγόντων οι οποίοι κατά την κράτησή τους σε αστυνομικό τμήμα κακοποιηθήκαν με συσκευή που εξέπεμπε ηλεκτροσόκ. Ο αστυνομικός καταδικάστηκε με ελαφρυντικά για βασανιστήρια σε ποινή πέντε ετών φυλάκισης, μετατραπείσα σε χρηματική προς 5  ευρώ την ημέρα, πληρωτέα σε 36 μηνιαίες  δόσεις .

Η επιβληθείσα ποινή από τα ελληνικά δικαστήρια  δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποθαρρύνει τον δράστη ή άλλους κρατικούς αξιωματικούς από τη διάπραξη βασανιστηρίων κατά πολιτών. Ο σκοπός των διατάξεων εσωτερικού δικαίου σχετικά με την τιμωρία βασανιστηρίων που προκαλούν κρατικοί υπάλληλοι είναι να εξασφαλίσει πραγματική προστασία των πολιτών όταν βρίσκονται υπό την αποκλειστική εποπτεία της αστυνομίας και να θεσπίσουν αποτελεσματικά μέτρα για την τιμωρία και την πρόληψη της κακομεταχείρισης από κρατικούς αξιωματικούς. Η επιείκεια της ποινής που επιβλήθηκε στον αστυνομικό ήταν προφανώς δυσανάλογη ενόψει της σοβαρότητας των βασανιστηρίων σε βάρος των προσφευγόντων.

Ο αστυνομικός που βασάνισε δεν είχε υποφέρει ποτέ από τις συνέπειες των πράξεων του ως αστυνομικός, καθώς είχε παραιτηθεί από μόνος του από τη θέση του στην αστυνομία, έχοντας εργαστεί εκεί οκτώ χρόνια μετά τα βασανιστήρια, είχε προαχθεί και δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι το ποινικό και πειθαρχικό σύστημα στην Ελλάδα, όπως εφαρμόσθηκε στην επίδικη υπόθεση  στερείται σοβαρότητας και δεν είναι σε θέση να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα ώστε να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική πρόληψη παράνομων πράξεων όπως τα βασανιστήρια.

Παραβίαση άρθρου 3 (βασανιστήρια), άρθρου 6 (εύλογος χρόνος) και άρθρου 13 (δικαίωμα πραγματικής προσφυγής).

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 

άρθρο 3

άρθρο 6

άρθρο 13

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Γεώργιος Σιδηρόπουλος και Ιωάννης Παπακώστας, είναι Έλληνες υπήκοοι που γεννήθηκαν το 2004, 1985 και 1982. Ζουν στον Ασπρόπυργο (Ελλάδα). Ο κ. Σιδηρόπουλος και ο κ. Παπακώστας συνελήφθησαν ξεχωριστά από την αστυνομία τη νύχτα μεταξύ 13 και 14 Αυγούστου 2002 για διάφορες παραβάσεις οδικής κυκλοφορίας. Και οι δύο οδηγήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα Ασπρόπυργου για την ανάκριση από τον αστυνομικό Γ.E. Στη συνέχεια διαμαρτυρήθηκαν για τη συμπεριφορά του Γ.E., επισημαίνοντας ότι κατά τη διάρκεια της εξέτασής τους, ο τελευταίος είχε εφαρμόσει μια μαύρη συσκευή που εξέπεμπε ηλεκτρικό ρεύμα σε  διαφορετικά μέρη του σώματός τους. Οι τραυματισμοί αναφέρθηκαν από τους γιατρούς.

Μια διοικητική έρευνα ξεκίνησε και έκλεισε τον Ιούλιο του 2003, καθώς δεν βρέθηκαν ύποπτα αντικείμενα στο σπίτι του αστυνομικού. Ο αξιωματικός, ωστόσο, έδωσε στις αρχές ένα μαύρο φορητό πομποδέκτη που είχε στη διάθεσή του κατά την ανάκριση του κ. Παπακώστα. Ο Γ.Ε καταδικάστηκε να καταβάλει πρόστιμο ύψους 100 ευρώ για τη χρήση πομποδεκτών, χωρίς προηγούμενη άδεια, κατά τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων του.

Πραγματοποιήθηκε επίσης ποινική δίωξη εναντίον του Γ.E. και ο κ. Σιδηρόπουλος και ο κ. Παπακώστας συμμετείχαν στη διαδικασία ως πολιτικώς ενάγοντες. Τον Δεκέμβριο του 2011 το Κακουργιοδικείο της Αθήνας διαπίστωσε ότι ήταν ένοχος για τον βασανισμό ατόμων που τελούν υπό την εξουσία του κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Τον Φεβρουάριο του 2014 το Ποινικό Εφετείο της Αθήνας επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, καταδικάζοντας τον Γ.Ε σε πενταετή φυλάκιση, με δυνατότητα καταβολής  5 ευρώ ανά ημέρα κράτησης, πληρωτέα σε 36 μηνιαίες δόσεις για τρία χρόνια. Το Εφετείο έκρινε ότι η χρηματική ποινή ήταν επαρκής για να τον αποτρέψει από τη διάπραξη άλλων αδικημάτων λόγω της οικονομικής κατάστασής του και της προσωπικότητάς του. Εν τω μεταξύ, το 2010, αποφασίστηκε η απομάκρυνση του Γ.Ε  από τις αστυνομικές δυνάμεις, μετά από δική του παραίτηση. Κατά την αναχώρησή του, ο Γ.Α. προήχθη από πλοίαρχος σε ανθυπασπιστής.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης)

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι έχουν κινηθεί δύο κατηγορίες (ποινικές και πειθαρχικές) και ότι θα μπορούσαν να έχουν συνέπειες για την ποινική ή προσωπική κατάσταση του δράστη (Γ.E.).

  1. Ποινική διαδικασία

Η ευθύνη του Γ.Ε. για τις προβαλλόμενες πράξεις αναγνωρίστηκε από τα εθνικά δικαστήρια και η διαδικασία οδήγησε σε καταδίκη για βασανιστήρια με ηλεκτροσόκ. Όσον αφορά την επιβαλλόμενη ποινή  το γεγονός ότι ο κ. Σιδηρόπουλος ήταν ανήλικος κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών δεν ελήφθη ποτέ υπόψη. Το Εφετείο, διαπιστώνοντας ελαφρυντικά περιστατικά, είχε καταδικάσει τον Γ.Ε. σε πενταετή, φυλάκιση, θεωρώντας ότι το αδίκημα που διέπραξε ο Γ.E ήταν πλήγμα στην αξιοπρέπεια του «νομικού πολιτισμού» και στα «ατομικά δικαιώματα» του κ. Σιδηρόπουλου και του κ. Παπακώστα. Στη συνέχεια, μείωσε την ποινή αυτή σε πρόστιμο ύψους 5 ευρώ ανά ημέρα φυλάκισης, όταν το ανώτατο όριο που προβλέπει το εθνικό δίκαιο ήταν 100 ευρώ ημερησίως, πληρωτέο σε 36 μηνιαίες  δόσεις. Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη μόνο την οικονομική κατάσταση του αστυνομικού αξιωματικού Γ.Ε. και το ερώτημα κατά πόσο αυτή η ποινή αυτή ήταν ικανή να τον εμποδίσει να διαπράξει τέτοιο αδίκημα στο μέλλον.

Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, μια τέτοια ποινή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποθαρρύνει τον δράστη ή άλλους κρατικούς αξιωματικούς από τη διάπραξη παρόμοιων πράξεων, ή να θεωρηθεί δίκαιη από τα θύματα, ακόμη περισσότερο όταν οι καταγγελλόμενες πράξεις έχουν χαρακτηριστεί ως βασανιστήρια. Ο σκοπός των διατάξεων εσωτερικού δικαίου σχετικά με την τιμωρία βασανιστηρίων που προκαλούν κρατικοί υπάλληλοι ήταν να εξασφαλίσει πραγματική προστασία των πολιτών ιδίως όταν οι ενδιαφερόμενοι ήταν υπό την αποκλειστική εποπτεία της αστυνομίας και να θεσπίσουν αποτελεσματικά μέτρα για την τιμωρία και την πρόληψη της κακομεταχείρισης από κρατικούς αξιωματικούς. Εν συντομία, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιείκεια και η αυστηρότητα της ποινής που επιβλήθηκε στον αστυνομικό Γ.E. ήταν προφανώς δυσανάλογη ενόψει της σοβαρότητας της μεταχείρισης που υπέστη ο κ. Σιδηρόπουλος και ο κ. Παπακώστα.

  1. Η πειθαρχική έρευνα

Η υπόθεση είχε κλείσει σε σχέση με τη χρήση συσκευής του ηλεκτροσόκ  και ο Γ.E. είχε αναγκαστεί να καταβάλλει πρόστιμο 100 ευρώ για τη χρήση φορητού πομποδέκτη χωρίς προηγούμενη έγκριση. Αυτή η διαδικασία είχε λήξει πριν από την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας και οι δύο διαδικασίες είχαν φτάσει σε ουσιαστικά διαφορετικά συμπεράσματα. Ο Γ.Ε. δεν είχε υποφέρει ποτέ από τις συνέπειες των πράξεων του ως αστυνομικός, καθώς είχε παραιτηθεί από μόνος του από τη θέση του στην αστυνομία, έχοντας εργαστεί εκεί οκτώ χρόνια μετά τα γεγονότα. Λόγω της διάρκειας της ποινικής διαδικασίας, ήταν αδύνατο να επαναληφθεί πειθαρχική διαδικασία, καθώς ο Γ.E. είχε εγκαταλείψει την αστυνομία στο μεταξύ. Τέλος, κατά την αναχώρησή του, ο Γ.E. είχε προαχθεί με όλες τις ηθικές και χρηματικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ποινικό και πειθαρχικό σύστημα, όπως εφαρμόζεται στο παρόν είχε αποδειχθεί ότι στερείται σοβαρότητας (αυστηρότητας) και δεν είναι σε θέση να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα ώστε να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική πρόληψη παράνομων πράξεων όπως αυτές που διαπράχθηκαν στους κ. Σιδηρόπουλο και κ. Παπακώστα (βασανιστήρια). Το αποτέλεσμα της διαδικασίας κατά του αστυνομικού δεν είχε παράσχει κατάλληλη αποκατάσταση για την παραβίαση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης.

Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3.

Το άρθρο 6 (δικαίωμα δίκαιης ακρόασης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος) και το άρθρο 13 (δικαίωμα σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο)

Αναφερόμενο στην απόφασή του Μιχελιουδάκη κατά Ελλάδας, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η διαδικασία σε ένα δικαιοδοτικό επίπεδο είχε διαρκέσει για οκτώ χρόνια και ότι ο κ. Σιδηρόπουλος και ο κ. Παπακώστας δεν είχαν κάποιο αποτελεσματικό ένδικο μέσο για την αποκατάσταση της παραβίασης του δικαιώματός τους η υπόθεσή τους να δικαστεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Υπήρξε παραβίαση των άρθρων 6 § 1 και 13 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελλάδα όφειλε να καταβάλει σε καθένα από τους προσφεύγοντες 26.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 2.000 ευρώ, από κοινού, για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες