Τα εθνικά δικαστήρια στις δίκες για την επιμέλεια παιδιού οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία διαδίκου καθώς και να προβαίνουν σε εμπεριστατωμένη εξέταση της οικογενειακής κατάστασης. Παραβίαση της οικογενειακής ζωής.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Širvinskas κατά Λιθουανίας της 23.07.2019 (αριθ. προσφ. 21243/17)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Επιμέλεια και συμφέρον παιδιού σε περίπτωση διαζυγίου των γονέων του. Μη λήψη υπόψιν από τα εθνικά δικαστήρια αποδεικτικά μέσα του πατέρα για την επιμέλεια.

Ο προσφεύγων είχε αποκτήσει μία κόρη με την πρώην σύζυγο του. Εξαιτίας προσωπικών προστριβών διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση τους. Η μητέρα δεν τήρησε την αρχική συμφωνία περί κοινής επιμέλειας με την κόρη τους και ο προσφεύγων υπέβαλε αγωγή στο Δικαστήριο για την διεκδίκηση της επιμέλειας. Τα εγχώρια Δικαστήρια δεν έλαβαν υπόψιν τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από αυτόν, και χορήγησε στην μητέρα το δικαίωμα επιμέλειας της κόρης τους.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 (δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή) γιατί ο προσφεύγων προκειμένου να εξασφαλίσει την έκδοση απόφασης που θα του έδινε το δικαίωμα επιμέλειας στην κόρη του, προσκόμισε στα Δικαστήρια σωρεία αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψιν. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο  επαναλαμβάνει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις το άρθρο 8 της Σύμβασης απαιτεί από τα εθνικά δικαστήρια να διεξάγουν εμπεριστατωμένη εξέταση ολόκληρης της οικογενειακής κατάστασης και μιας σειράς σχετικών παραγόντων.

Επίσης έκρινε ότι δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 14 (απαγόρευση των διακρίσεων) γιατί η ανάθεση της επιμέλειας στην μητέρα βασίστηκε στην συνήθη κατοικία του παιδιού και όχι στο φύλο της.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 8

Άρθρο 14

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Dalius Širvinskas είναι υπήκοος της Λιθουανίας που γεννήθηκε το 1981 και κατοικεί στο Karmėlava, στην περιοχή Kaunas.

Η υπόθεση αφορούσε δικαστική διαδικασία που καθόριζε την προσωρινή και στη συνέχεια οριστική επιμέλεια του παιδιού.

Τον Ιούνιο του 2010 ο προσφεύγων παντρεύτηκε την Ι. Το Σεπτέμβριο του 2010 γεννήθηκε η κόρη τους P. Μέχρι τον Νοέμβριο του 2013 ζούσαν στο σπίτι των γονέων του προσφεύγοντος στην Karmėlava. Στις 9 Νοεμβρίου 2013 ο προσφεύγων κάλεσε την αστυνομία και τους είπε ότι αυτός και η σύζυγός του είχαν μια διαμάχη και ότι είχε αποφασίσει η τελευταία να φύγει από το σπίτι και να πάρει μαζί της την κόρη τους. Σύμφωνα με αυτόν, η αστυνομία τον διέταξε να επιτρέψει στην σύζυγό του να πάρει μαζί της την κόρη τους, αλλά οι γονείς συμφώνησαν ότι θα ζούσε και με τους δύο μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση.

Τον Δεκέμβριο του 2013 η Ι. υπέβαλε αγωγή διαζυγίου ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου ζητώντας να μείνει η κόρη τους προσωρινά μαζί της μέχρις ότου εκδοθεί οριστική απόφαση και η απόφαση περί της επιμέλειας. Μια μέρα αργότερα ο προσφεύγων ζήτησε από το δικαστήριο την έκδοση προσωρινής απόφασης  υπέρ του για την επιμέλεια του παιδιού τους.

Υποστήριξε ότι από τη γέννησή της μέχρι την αναχώρησή της με την Ι., η κόρη τους ζούσε στο πατρικό του σπίτι και το γνώριζε. Επίσης, κατέθεσε επιχειρήματα σχετικά με τους λόγους που το σπίτι του,  ήταν καλύτερα προσαρμοσμένο στις ανάγκες του παιδιού. Ωστόσο, τα δικαστήρια δήλωσαν ότι τα επιχειρήματα αυτά θα εξεταστούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Τον Ιανουάριο του 2014 τα δικαστήρια αποφάσισαν ότι ο συνήθης τόπος διαμονής της Ρ. δεν έπρεπε να αλλάξει χωρίς βάσιμους λόγους και επομένως πρέπει προσωρινά να κατοικήσει με τη μητέρα της. Η έφεση του κ. Širvinskas απορρίφθηκε τον Απρίλιο του 2014.

Η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο πλαίσιο της διαδικασίας διαζυγίου, συμπεριλαμβανομένου της προσωρινής διαταγής εκδόθηκε τον Νοέμβριο του 2015. Το δικαστήριο αυτό, και αργότερα ένα δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διαπίστωσε ότι το κορίτσι ζούσε ήδη με τη μητέρα της για δύο χρόνια και είχε συνηθίσει στο διαμέρισμα στο οποίο ζούσε, και η εκ νέου αλλαγή του τόπου διαμονής της θα ήταν επιζήμια. Ως εκ τούτου, εξέδωσαν προσωρινή διαταγή  υπέρ της Ι. Η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο τον Δεκέμβριο του 2016.

Βασιζόμενος ειδικότερα στο άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) της Ευρωπαϊκής  Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ο κ. Širvinskas διαμαρτυρήθηκε για τις αποφάσεις των δικαστηρίων σχετικά με την  διαμονή της κόρης τους στην οικία της μητέρας της.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Γενικές αρχές

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η αμοιβαία απόλαυση της επαφής των γονέων και των παιδιών, αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της οικογενειακής ζωής, ακόμη και αν οι σχέσεις μεταξύ των γονέων έχουν διαρρηχθεί  και τα δικαστικά  μέτρα που εμποδίζουν την εν λόγω απόλαυση ισοδυναμούν με παρέμβαση στο δικαίωμα που προστατεύεται από το άρθρο 8 της Σύμβασης

Το άρθρο 8 απαιτεί από τις εγχώριες αρχές να επιτυγχάνουν δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του παιδιού και των συμφερόντων των γονέων .

Όσον αφορά τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, το Δικαστήριο υπενθυμίζει κατ΄ αρχήν ότι η σχέση μεταξύ του προσφεύγοντος και της κόρης του αποτελεί αναμφίβολα οικογενειακή ζωή κατά την έννοια του άρθρου 8 της Σύμβασης. Αναγνωρίζει ότι οι αποφάσεις που καθόρισαν την προσωρινή και μεταγενέστερη μόνιμη κατοικία του παιδιού με τη μητέρα της συνιστούσαν παρέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος για σεβασμό της οικογενειακής του ζωή

Ο προσφεύγων διαμαρτυρήθηκε για τις δικαστικές αποφάσεις που επέτρεψαν την εξέταση αιτήματος προσωρινής διαταγής  από την πρώην σύζυγο και η απόφαση του Δικαστηρίου ότι η κόρη του πρέπει να διαμένει προσωρινά μαζί της, καθώς και για τις αποφάσεις με τις οποίες είχε εκδοθεί η διαταγή διαμονής υπέρ της πρώην συζύγου του.  Εντούτοις, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο προσφεύγων με τους ισχυρισμούς του ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου του Kaišiadorys και του περιφερειακού δικαστηρίου του Kaunas αμφισβήτησε το γεγονός ότι το διαμέρισμα της Ι ήταν η συνήθης κατοικία του παιδιού. Υποστήριξε ότι η συνήθης κατοικία της ήταν το σπίτι των γονέων του, όπου ζούσε από τη στιγμή της γέννησής της έως την αναχώρησή της με την Ι. Και ότι η Ι. είχε καταχραστεί τα γονικά της δικαιώματα αλλάζοντας μονομερώς αυτόν τον τόπο κατοικίας. Η Ι. δεν αμφισβήτησε ότι η κατοικία των γονέων του προσφεύγοντος ήταν η συνήθης κατοικία της κόρης τους πριν από τις 9 Νοεμβρίου 2013. Ο προσφεύγων δήλωσε επίσης ότι στις 9 Νοεμβρίου 2013 είχε επιτρέψει στην Ι. να την πάρει μαζί της, επειδή είχε αναγκαστεί  από την αστυνομία και επειδή ο ίδιος και η Ι. συμφώνησαν ότι η κόρη τους θα ζούσε σε αυτούς εναλλάξ, ενώ η Ι.  αρνήθηκε  την ύπαρξη μιας τέτοιας συμφωνίας. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ούτε το Kaišiadorys District Court ούτε το περιφερειακό δικαστήριο του Kaunas αντιμετώπισαν επαρκώς τα επιχειρήματα αυτά στις αποφάσεις τους. Τα δικαστήρια δεν έδωσαν καμία εξήγηση ως προς το γιατί θεωρούσαν ότι η συνήθης κατοικία της κόρης τους ήταν το διαμέρισμά της Ι., όπου εκείνη τη στιγμή το κορίτσι ζούσε μόνο λίγους μήνες,  μετά την αναχώρηση της από το προηγούμενο σπίτι και όχι στο σπίτι των γονέων του προσφεύγοντος, όπου ζούσε επί σειρά ετών από τη γέννησή της μέχρι τις 9 Νοεμβρίου 2013. Επιπλέον, τα δικαστήρια δεν εξέτασαν τις περιστάσεις σχετικά με το αν υπήρξε συμφωνία μεταξύ του προσφεύγοντος και της  Ι. σχετικά με τις μελλοντικές ρυθμίσεις διαβίωσης της κόρης τους. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο Λιθουανικός Κώδικας Πολιτικής Δκονομίας επιτρέπει στα δικαστήρια που εξετάζουν τις υποθέσεις οικογενειακών υποθέσεων να λαμβάνουν αποδεικτικά στοιχεία με δική τους πρωτοβουλία.

Επιπλέον, επισημαίνει ότι, παρόλο που, όπως υποδεικνύει η Κυβέρνηση, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι οι αποφάσεις επί των προσωρινών μέτρων πρέπει να λαμβάνονται σε γραπτές διαδικασίες, προβλέπει επίσης ότι οι αποφάσεις σε οικογενειακές υποθέσεις δεν μπορούν να λαμβάνονται κατά την απουσία των μερών, και  ότι ο προσφεύγων στην καταγγελία του προς το Kaišiadorys District Court ζήτησε από το δικαστήριο να εφαρμόσει την τελευταία αυτή διάταξη.

Αποφάσεις σχετικά με τη προσωρινή διαταγή διαμονής

Οι αρχές παιδικής φροντίδας που εξέτασαν τις συνθήκες στα σπίτια του προσφεύγοντος  και της  Ι. βρήκαν ότι και οι δύο είναι κατάλληλα για το παιδί. Παρόλο που φαίνεται ότι το διαμέρισμα της Ι. ήταν μέτριο και χρειάστηκε κάποια ανακαίνιση και ο προσφεύγων υποστήριξε ότι το σπίτι του ήταν καλύτερα προσαρμοσμένο στις ανάγκες της κόρης του, το Δικαστήριο μπορεί να συμφωνήσει την άποψη του Ανώτατου Δικαστηρίου της Λιθουανίας ότι οι ανώτερες υλικές συνθήκες  στην  κατοικία ενός από τους γονείς ενός παιδιού , δεν μπορεί να είναι αποφασιστικές όταν ο άλλος γονέας μπορεί επίσης να παρέχει επαρκείς προϋποθέσεις.

Αφού εξέτασε τα στοιχεία που υπέβαλαν οι διάδικοι, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία ενώπιον του Kaišiadorys District Court ήταν αρκετά ταχεία, ιδίως ενόψει της σημασίας τους για το δικαίωμα του προσφεύγοντος για σεβασμό στην οικογενειακή ζωή .

Συμπέρασμα

Τέλος, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι τόσο στο στάδιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων όσο και στο στάδιο της εκδόσεως της προσωρινής διαταγής διαμονής, ο προσφεύγων προέβαλε διάφορα επιχειρήματα προς στήριξη του ισχυρισμού του ότι η κόρη τους πρέπει να ζει μαζί του, όπως η ισχυρή προσκόλλησή του σ’ αυτόν , στους γονείς του  και το σπίτι του, τις υλικές συνθήκες στο σπίτι του,  και το ευνοϊκό του πρόγραμμα εργασίας. Τα δικαστήρια που εξέδωσαν τις αποφάσεις για τα προσωρινά μέτρα αρνήθηκαν να εξετάσουν την ουσία αυτών των επιχειρημάτων, δηλώνοντας ότι η προσκόλληση της κόρης στους γονείς της και η καταλληλότητα των σπιτιών τους θα εκτιμηθούν αργότερα. Ωστόσο, κατά το στάδιο της έκδοσης της προσωρινής διαταγής διαμονής, τα δικαστήρια έκριναν ότι και οι δύο γονείς ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν επαρκείς προϋποθέσεις και ότι, ως εκ τούτου, δεν υπήρχαν λόγοι να μεταβληθεί η συνήθης κατοικία της κόρης τους.  Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει ποιο είναι το βάρος που έπρεπε να έχουν τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος ή ποιο θα ήταν το καταλληλότερο στάδιο της διαδικασίας για να τα εξετάσει. Ωστόσο, επαναλαμβάνει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις το άρθρο 8 της Σύμβασης απαιτεί από τα εθνικά δικαστήρια να διεξάγουν εμπεριστατωμένη εξέταση ολόκληρης της οικογενειακής κατάστασης και μιας σειράς σχετικών παραγόντων. Εν προκειμένω, ο προσφεύγων βρισκόταν σε κατάσταση στην οποία εκδόθηκε προσωρινή διαταγή χωρίς να εξεταστεί το βάσιμο των επιχειρημάτων του και, με την πάροδο του χρόνου, η προσωρινή διαταγή καθόρισε την τελική έκβαση της υπόθεσης, με αποτέλεσμα τα επιχειρήματά του να μην θεωρούνται πλέον συναφή. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι η διαδικασία που αφορά το διαζύγιο του προσφεύγοντος  και της Ι., στο σύνολό της, ήταν ασυμβίβαστη με το δικαίωμά του σεβασμού της οικογενειακής ζωής του δυνάμει του άρθρου 8 της Σύμβασης.

Παραβίαση του άρθρου 8

Η ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ, ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΌ ΜΕ ΤΟ  ΑΡΘΡΟ 8

Ο προσφεύγων διαμαρτυρήθηκε επίσης ότι τα δικαστήρια που είχαν καθορίσει τον τόπο κατοικίας της κόρης του, τον αντιμετώπιζαν λιγότερο ευνοϊκά από την πρώην σύζυγό του, με αποτέλεσμα τη διάκριση σε βάρος του βάσει του φύλου του. Επικαλέστηκε το άρθρο 14 της Σύμβασης.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει ότι τόσο ο προσφεύγων όσο και η πρώην σύζυγός του θεωρήθηκαν εξίσου ικανοί να φροντίζουν την κόρη τους και να εξασφαλίζουν επαρκείς συνθήκες διαβίωσης γι΄ αυτήν. Ως εκ τούτου, η προσωρινή διαταγή επιμέλειας βασίστηκε κατ’ ουσίαν στη συνήθη κατοικία του κοριτσιού. Τα δικαστήρια που διαπίστωσαν πρώτα τον προσωρινό και μεταγενέστερο τόπο διαμονής της κόρης του προσφεύγοντος υπογράμμισαν την ανάγκη να εξασφαλιστεί η ασφάλεια και η σταθερότητα για ένα μικρό παιδί και να μην αλλάξει η συνήθης κατοικία του χωρίς σημαντικούς λόγους. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπό σημείωση τα συμπεράσματα του ψυχολογικού κέντρου Kaišiadorys, σύμφωνα με τα οποία η ανήλικη «Ήταν πιθανό να υποστεί άγχος αν διαχωριστεί από την μητέρα της» και ότι «ήταν αναμφισβήτητα απαραίτητο να εκπληρωθεί η ανάγκη της Π. να διαμένει με τη μητέρα της»  και για την οποία ο προσφεύγων παραπονέθηκε στον Διαμεσολαβητή Ισότητας Ευκαιριών. Ωστόσο, κανένα από τα δικαστήρια που διέκριναν τον τόπο κατοικίας της κόρης τους. δεν βασίστηκε στα συμπεράσματα αυτά ή δεν έκανε δηλώσεις που υποδηλώνουν ότι η μητέρα ήταν πιο σημαντική για το παιδί από τον πατέρα. Επομένως, μολονότι το Δικαστήριο επέκρινε τη διαδικασία εκδόσεως των αποφάσεων αυτών, δεν είναι σε θέση να διακρίνει διαφορετική μεταχείριση λόγω φύλου στις αποφάσεις που έλαβαν οι εθνικές αρχές.

Κατά συνέπεια, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία βάσει του άρθρου 14 της Σύμβασης, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, είναι προδήλως αβάσιμη και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 3 (α) και 4 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση: το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 5.000 ευρώ  για ηθική βλάβη (επιμέλεια echrcaselaw.com).

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες