Η καταβολή μικρότερης αποζημίωσης σε απαλλοτρίωση από την πραγματική αξία του ακινήτου, παραβιάζει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία

ΑΠΟΦΑΣΗ

Volchkova και Mironov κατά Ρωσίας της 15.10.2019 (αρ.προσφ. 45668/05 και 2292/06),

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αναγκαστική απαλλοτρίωση και μη καταβολή προσήκουσας αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν ακίνητο. Παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας.

Οι προσφεύγοντες είναι συνιδιοκτήτες ακινήτου επί του οποίου είναι χτισμένη η κατοικία τους. Με δημοτική απόφαση, η ιδιοκτησία τους κηρύχθηκε σε αναγκαστική απαλλοτρίωση για την κατασκευή ενός πολυώροφου κτιρίου. Προσέφυγαν στα εγχώρια Δικαστήρια για την αιτία της απαλλοτρίωσης η οποία εξυπηρετούσε συμφέρον ιδιώτη και όχι δημόσιο, αλλά και για το ποσό της αποζημίωσης, το οποίο δεν ανταποκρίνονταν στην αξία του ακινήτου τους.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι το ζήτημα της αποτελεσματικής προστασίας της ιδιωτικής ιδιοκτησίας που βασίζεται στις καταγγελίες βάσει του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου,  δεν περιορίζεται απαραίτητα στο ζήτημα της αποζημίωσης, το οποίο όμως είναι ουσιαστικά σημαντικό για την εκτίμηση της απαλλοτρίωσης,  στην δε υπό κρίση περίπτωση, το ΕΔΔΑ δεν έχει πειστεί ότι τα εγχώρια Δικαστήρια εκτίμησαν με κατάλληλο τρόπο τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στα εγχώρια δικαστήρια  για τον καθορισμό της τιμής μονάδος, συνεπώς έκρινε ότι η αποζημίωση δεν καθορίστηκε βάσει αντικειμενικών στοιχείων και κατά συνέπεια παραβιάστηκε το δικαίωμα στην ιδιοκτησία των προσφευγόντων.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η υπόθεση αφορούσε το ζήτημα αν υπήρχε δημόσιο συμφέρον ως αιτία απαλλοτρίωσης ακινήτου  και για την  αποζημίωση της απαλλοτρίωσης του ακινήτου που βρίσκεται στην πόλη Lyubertsy, κοντά στη Μόσχα, προκειμένου να υλοποιηθεί  ένα σχέδιο κατασκευής ιδιώτη επενδυτή.

Οι προσφεύγοντες, οι οποίοι έχουν στην πλήρη κυριότητα τους κατά ½ εξ’αδιαιρέτου ένα οικόπεδο μετά οικίας στη Lyubertsy, διαμαρτυρήθηκαν, ειδικότερα, ότι είχαν στερηθεί την ιδιοκτησία τους αποκλειστικά προς όφελος ενός ιδιωτικού επενδυτικού σχεδίου χωρίς κοινωνικό όφελος, όσον αφορά την κατασκευή ενός πολυώροφου κτιρίου. Υποστήριξαν επίσης ότι το ποσό που είχαν λάβει ως αποζημίωση ήταν μικρό και αποτελούσε «εμπαιγμό».

Στην κύρια απόφασή του της 28ης Μαρτίου 2017, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας των προσφευγόντων.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο  θεωρεί ότι τα θέματα «δημοσίου συμφέροντος» και η εκτίμηση της αναλογικότητας στην προκειμένη περίπτωση είναι στενά συνδεδεμένα. Έτσι, θα τα εξετάσει από κοινού.

Το βασικό επιχείρημα των προσφευγόντων ήταν ότι η απαλλοτρίωση δεν είχε επιτύχει ένα πραγματικό και επιτακτικό δημόσιο συμφέρον. Ισχυρίστηκαν, ουσιαστικά, ότι ο ιδιώτης επενδυτής ήταν ο μοναδικός πραγματικός δικαιούχος και ότι η διαδικασία απαλλοτρίωσης είχε χρησιμοποιηθεί ως νομικό μέσο για τη χορήγηση δυσανάλογου οφέλους. Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η απαλλοτρίωση είχε ως στόχο να παράσχει στον πληθυσμό της πόλης εγκαταστάσεις για κοινωνικές και πολιτιστικές λειτουργίες που αποτελούσαν «σημαντικό κοινωνικό παράγοντα που επηρέαζε τα συμφέροντα ενός μεγάλου αριθμού οικονομικών παραγόντων».

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το ζήτημα της αποτελεσματικής προστασίας της ιδιωτικής ιδιοκτησίας που βασίζεται στις καταγγελίες βάσει του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης δεν περιορίζεται απαραίτητα στο ζήτημα της αποζημίωσης, το οποίο είναι ουσιαστικά σημαντικό για την εκτίμηση της απαλλοτρίωσης βάσει του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου (τόσο στις σχετικές εσωτερικές διαδικασίες όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου)

Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο επισήμανε ότι αφορούσε ατομικές διοικητικές αποφάσεις που εξέδωσε ένας δήμος αντί για την θέσπιση και εφαρμογή νόμων περί απαλλοτρίωσης  ιδιοκτησίας σε σχέση με συγκεκριμένες εκτιμήσεις πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών ή πλαισίων που θα μπορούσαν να σχετίζονται. Το Δικαστήριο παρατηρεί επίσης ότι, μολονότι η παρέμβαση στην ιδιοκτησία των προσφευγόντων συνδέεται με ένα μεγαλύτερο σχέδιο πολεοδομίας, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι η απαλλοτρίωση  της γης των προσφευγόντων  προσπάθησε να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε σημαντικό γενικό πρόβλημα. Η σχετική διοικητική απόφαση αφορούσε «τη βελτίωση της αρχιτεκτονικής εμφάνισης της πόλης και την επανεγκατάσταση των κατοίκων από κατοικίες που δεν πληρούσαν πλέον τις υγειονομικές απαιτήσεις». Δεν υπάρχει τίποτα που να καταδεικνύει ότι η κατοικία των προσφευγόντων ήταν ερειπωμένη, ώστε να καταστεί ακατάλληλη για κατοικία, οπότε μπορεί να υπόκειται στη διαδικασία κατεδάφισης λόγω ακαταλληλότητας και όχι στη διαδικασία απαλλοτρίωσης που χρησιμοποιήθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Τουλάχιστον  σε μία από τις διαθέσιμες εκτιμήσεις,  δηλώθηκε  σαφώς ότι το σπίτι ήταν κατοικήσιμο, αν και απαιτούσε επιφανειακές επισκευές. Όσον αφορά το αισθητικό στοιχείο του εν λόγω πολεοδομικού σχεδίου, δεν υπάρχει τίποτα στο υλικό ή στις παρατηρήσεις της κυβέρνησης για να τεκμηριώσει την προτίμηση για αντικατάσταση μεμονωμένων οικιστικών κατοικιών με πολυκατοικίες ή για να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια αυτής της αντιπαράθεσης έναντι νόμιμων συμφερόντων, των ιδιοκτητών αυτών των σπιτιών.

Το ΕΔΔΑ έκρινε επίσης ότι ο υποτιθέμενος χαρακτήρας του δημόσιου συμφέροντος ήταν, τουλάχιστον, υπονομευμένος από τις εναπομένουσες αμφιβολίες σχετικά με την έκδοση του κύριου εγγράφου για τον πολεοδομικό σχεδιασμό, όπως επιβεβαίωσε η Εισαγγελία της Περιφέρειας της Μόσχας. Σημειώνεται επίσης ότι ο δήμος έλαβε τίτλο στο 5% του νεόκτιστου οικιστικού χώρου. Η υπεύθυνη  κυβέρνηση δεν θεμελίωσε το επιχείρημα ότι χαρακτηρίστηκε ως κοινωνική κατοικία.

Για να εκτιμηθεί η συμμόρφωση της συμπεριφοράς του κράτους προς τις απαιτήσεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει συνολικά τα διάφορα διακυβευόμενα συμφέροντα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Σύμβαση αποσκοπεί στην εξασφάλιση δικαιωμάτων με τρόπο «πρακτικό και αποτελεσματικό», όχι θεωρητικό ή απατηλό. Έχοντας υπόψιν το ευρύ περιθώριο εκτίμησης στο πλαίσιο της απαλλοτρίωσης, το Δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το αν, υπό τις ιδιαιτερότητες της υπό κρίση υποθέσεως, η στέρηση περιουσιακών στοιχείων προς όφελος της συλλογικής κατοικίας επιδιώκει να επιτύχει ένα επιτακτικό δημόσιο συμφέρον.

Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο σημείωσε τα επιχειρήματα της κυβέρνησης σχετικά με το θέμα της αποζημίωσης, δηλαδή ότι οι προσφεύγοντες απέρριψαν ευνοϊκότερες προσφορές από τον επενδυτή και δεν ζήτησαν από το δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια να διατάξει άλλη πραγματογνωμοσύνη αν δεν ήταν ικανοποιημένοι με τη μεθοδολογία ή και τα συμπεράσματα της έκθεσης πραγματογνωμόνων που εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2005.

Αναμφισβήτητα, η επιλογή των προσφευγόντων ήταν να μην δεχθούν τις προσφορές που υποβλήθηκαν στο προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας. Ωστόσο, μια τέτοια συμπεριφορά δεν ισοδυναμεί με «παραίτηση» του δικαιώματός τους για επαρκή αποζημίωση, είτε βάσει του εθνικού δικαίου είτε βάσει του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης. Η διαδικασία απαλλοτρίωσης βάσει του ρωσικού δικαίου προέβλεπε ότι, όταν τα μέρη δεν κατέληγαν σε συμφωνία για την τιμή αγοράς, το ζήτημα θα καθοριζόταν από τα δικαστήρια. Συνεπώς, εναπόκειται στα δικαστήρια να καθορίζουν την αποζημίωση που θα ανέρχεται στην πραγματική αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων.

Το διαθέσιμο υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποκαλύπτει ότι οι προσφεύγοντες διατύπωσαν ορθά αντιρρήσεις ή αντιρρήσεις σχετικά με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης κατά τη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι μη χρησιμοποιώντας την ευκαιρία να ζητήσουν άλλη εκτίμηση πραγματογνωμόνων, οι προσφεύγοντες βρισκόταν σε μειονεκτική θέση. Ωστόσο, παρατηρεί ότι ο ρωσικός νόμος δεν τους εμπόδιζε να απαλλάξουν την έκθεση πραγματογνωμόνων με άλλα μέσα, τα οποία δεν περιορίστηκαν σε άλλη εκτίμηση πραγματογνωμόνων. Οι προσφεύγοντες υπέβαλαν παρατηρήσεις στην έφεσή τους, καθώς και ορισμένους υπολογισμούς και συναφείς εξηγήσεις, αμφισβητώντας την έκθεση και προβάλλοντας διαφορετική εκτίμηση της περιουσίας. Συγκεκριμένα, ο πρώτος προσφεύγων  ισχυρίστηκε ότι ο πραγματογνώμονας θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιήσει τη μέθοδο της «μελλοντικής χρήσης» για να καθορίσει την αξία του σπιτιού και της γης. Επιπλέον, υποστήριξε ότι η εκτίμηση των πραγματογνωμόνων βασίστηκε στην αρχή ότι η χρήση γης ήταν για χρήση εξοχικού σπιτιού και όχι για χρήση σε συγκρότημα διαμερισμάτων, που ήταν ακατάλληλη, δεδομένου ότι το ακίνητο ήταν ήδη περιτριγυρισμένο από παρόμοιες πολυκατοικίες. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν φαίνεται να στερούνται ουσιαστικής σημασίας ή βάσης. Εναπόκειται λοιπόν στο εγχώριο δικαστήριο να εκτιμήσει τα εκατέρωθεν επιχειρήματα και να αιτιολογήσει την απόρριψή τους εφόσον συνδέονται άμεσα με το αντικείμενο της υπόθεσης, ήτοι την αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων που πρόκειται να απαλλοτριωθούν.

Το Δικαστήριο δεν είναι πεπεισμένο ότι η δικαστική εκτίμηση του ακινήτου  έλαβε υπόψη τα προαναφερθέντα στοιχεία.

Οι προαναφερθείσες σκέψεις οδήγησαν το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της σύμβασης στην παρούσα υπόθεση.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ρωσία θα πρέπει να καταβάλει σε κάθε προσφεύγοντα  3.000 ευρώ για ηθική βλάβη και για  αποζημίωση 16.700 δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών (USD) στην κα Volchkova και 42.000 δολάρια ΗΠΑ στον κ. Mironov (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες