Η άρνηση των παιδιών να επιστρέψουν στη μητέρα και η χειραγώγησή τους από τον πατέρα δεν απαλλάσσει τις αρχές από τη λήψη αναγκαίων μέτρων για αποκατάσταση των οικογενειακών δεσμών. Η μη εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων για επιμέλεια παραβιάζει το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή.

ΑΠΟΦΑΣΗ

R.Ι. κ.α. κατά Ρουμανίας της 4.12.2018 (αριθμ. προσφ. 57077/16)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Επιμέλεια τέκνων και εκτέλεση αποφάσεων. Οικογενειακή ζωή. Δικαστικές αποφάσεις που ανέθεταν την επιμέλεια των ανηλίκων παιδιών στη μητέρα, έμειναν ανεκτέλεστες, με αποτέλεσμα τα παιδιά να παραμένουν στον πατέρα. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι οι αρχές δεν είχαν ενεργήσει έγκαιρα και εύλογα για την εκτέλεση των αποφάσεων. Η άρνηση των παιδιών να επιστρέψουν στη μητέρα και η χειραγώγησή τους από τον πατέρα τους  δεν απαλλάσσει τις αρχές από τη λήψη αναγκαίων μέτρων για την αποκατάσταση των οικογενειακών δεσμών.

Το Δικαστήριο επέκρινε το γεγονός ότι οι αρχές δεν είχαν δώσει προσοχή στη σταδιακή διάλυση της σχέσης της μητέρας με τα παιδιά της κατά τη διάρκεια του χωρισμού τους, αλλά και στη χειραγώγηση που ασκούσε ο πατέρας σε αυτά. Μη αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων τόσο της μητέρας, όσο και των παιδιών της. Παραβίαση του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες η R. Ι. και τα δύο παιδιά της M.I. και Ι.Ι. είναι Ρουμάνοι υπήκοοι που γεννήθηκαν το 1975, 2006 και 2009 αντίστοιχα. H R.I ζει στο Βουκουρέστι.

H πρώτη προσφεύγουσα είχε σχέση με τον R., κατά τη διάρκεια της οποίας ο δεύτερος και τρίτος προσφεύγοντες γεννήθηκαν. Η σχέση διαλύθηκε το 2010 και οι γονείς συμφώνησαν ότι τα παιδιά θα ζούσαν με τη μητέρα τους και πρώτη προσφεύγουσα. Τον Οκτώβριο του 2013 ο R. πήρε τα παιδιά από την κατοικία της πρώτης προσφεύγουσας χωρίς τη συγκατάθεσή της και ζουν από τότε μαζί του. Η πρώτη προσφεύγουσα κίνησε δικαστικές  διαδικασίες και της επιδικάστηκε η αμετάκλητα η επιμέλεια. Ο πατέρας δεν συμμορφώθηκε με τις αποφάσεις και η πρώτη προσφεύγουσα απευθύνθηκε σε δικαστικούς επιμελητές για την εκτέλεσή τους, χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας,  η πρώτη προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας είχε στρέψει τα παιδιά εναντίον της, καταγγέλλοντας παιδική κακοποίηση. Μία ψυχολογική αξιολόγηση μετά από απόφαση του δικαστηρίου το Νοεμβρίου 2015 αποφάνθηκε ότι υπήρχε ένδειξη γονικής αποξένωσης την οποία καλλιεργούσε ο πατέρας.

Τον Αύγουστο του 2016 ο πατέρας ζήτησε την επιμέλεια και αρχικά του δόθηκε, καθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα παιδιά είχαν διαχωριστεί από τη μητέρα τους για τρία χρόνια και ότι ξαφνικά η αλλαγή της κατοικίας τους θα τους προκαλούσε δυσφορία. Η πρώτη προσφεύγουσα άσκησε έφεση που έγινε δεκτή το Μάιο του 2018.

Το Εφετείο διαπίστωσε ότι δεν ήταν λάθος της πρώτης προσφεύγουσας ότι τα παιδιά εξακολουθούσαν να ζουν με τον πατέρα τους και ότι δεν έπρεπε να τιμωρηθεί λόγω της μη εκτέλεσης της απόφασης για την επιμέλειά τους. Ο πατέρας είχε επίσης τη δυνατότητα να επηρεάσει τα παιδιά εναντίον της.

Στηριζόμενη στο άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης), η πρώτη προσφεύγουσα υπέβαλε προσφυγή για λογαριασμό του δεύτερου και του τρίτου των προσφευγόντων που είχαν υποβληθεί σε κακοποίηση με τη μορφή γονικής αποξένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), παραπονέθηκε επίσης ότι οι αρχές δεν κατάφεραν να βοηθήσουν την ίδια και τα παιδιά της ώστε να εκτελεστούν οι αποφάσεις επιμέλειας και να ενεργήσουν αποτελεσματικά κατά της ψυχολογικής κακοποίησης που είχαν υποστεί τα παιδιά της στα χέρια του πατέρα τους.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου αφού αποφάσισε να εξετάσει την υπόθεση μόνο βάσει του άρθρου 8, επισήμανε ότι οι αρχές είχαν την υποχρέωση να ενεργήσουν ταχύτατα σχετικά με την επανένωση της πρώτης προσφεύγουσας μητέρας  με τα παιδιά της.

Ωστόσο, δεν είχε ζήσει μαζί τους από τον Νοέμβριο του 2013 και εξακολουθούσε να μη ζει μαζί τους μέχρι τον Ιούλιο του  2018, ημερομηνία της τελευταίας επικοινωνίας των εκπροσώπων της.

Οι αρχές ήρθαν αντιμέτωπες με την αντίθεση του πατέρα και εκείνη των παιδιών, που είχαν αρνηθεί, ενδεχομένως υπό την επιρροή του, να επιστρέψουν στη μητέρα τους. Ωστόσο, μια τέτοια έλλειψη συνεργασίας δεν απαλλάσσει τις αρχές από τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση των οικογενειακών δεσμών.

Γενικά, φαίνεται ότι οι αρχές προστασίας των παιδιών ήταν παθητικές. Η πρώτη προσφεύγουσα είχε δηλώσει δύο φορές στην αρχή προστασίας παιδιών του Βουκουρεστίου τη δυσκολία επικοινωνίας με τα παιδιά της, και δεν μπορούσε να προβεί σε κάποια ενέργεια καθώς ο πατέρας δεν ήταν στο σπίτι. Δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι έχει προσπαθήσει κάτι άλλο πέρα από την απλή επίσκεψη στο σπίτι του πατέρα ή είχε στήσει κάποια πλεκτάνη για τη τιμωρία και εκδίκησή του.

Παρ’ όλο που ένας ψυχολόγος είχε επισημάνει την ανάγκη για εξέταση των παιδιών ήδη από τον Ιανουάριο του 2015, αυτή διεξήχθη μόνο αφού η πρώτη προσφεύγουσα ζήτησε την έκδοση δικαστικής απόφασης τον Ιούλιο του ίδιου έτους.

Αργότερα επιβεβαιώθηκε  ψυχολογική κατάχρηση με τη μορφή γονικής αποξένωσης που τους προκαλούσε η συμπεριφορά του πατέρα.

Το Δικαστήριο, εκφράζοντας τη λύπη του για το γεγονός ότι οι αρχές δεν έδωσαν καμία προσοχή στη σταδιακή διάλυση των σχέσεων μεταξύ της πρώτης προσφεύγουσας με τα παιδιά της και στη χειραγώγηση που ασκούσε σε αυτά ο πατέρας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αρχές δεν είχαν ενεργήσει εγκαίρως και δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων.

Δεν είχαν επιτύχει δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συγκρουόμενων συμφερόντων του ατόμου και του συνόλου και οι προσφεύγοντες δεν είχαν λάβει αποτελεσματική προστασία του δικαιώματός τους για σεβασμό της οικογενειακής τους ζωής. Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι η απόφαση δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι  οι αρχές έπρεπε να επανενώσουν την πρώτη προσφεύγουσα με τα παιδιά της χωρίς κατάλληλα προπαρασκευαστικά μέτρα.

Δεδομένης της απόφασης που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 8, το Δικαστήριο δεν έκρινε σκόπιμο να εξετάσει τις καταγγελίες που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο του άρθρου 13 (δικαίωμα για αποτελεσματική προσφυγή) και το άρθρο 34 (δικαίωμα υποβολής ατομικής προσφυγής).

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ρουμανία έπρεπε να καταβάλει στους δεύτερο και τρίτο προσφεύγοντα 7.500 ευρώ από κοινού όσον αφορά την ηθική τους βλάβη και 3.199,37 ευρώ στην πρώτη προσφεύγουσα  για δικαστικά έξοδα και λοιπές δαπάνες(επιμέλεια echrcaselaw.com). 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες