Η απαγόρευση της επικοινωνίας της ανάδοχης μητέρας και οικογένειας με το παιδί μετά την επιστροφή στους γονείς του παραβιάζει την οικογενειακή της ζωή

ΑΠΟΦΑΣΗ

V.D. κ.α. κατά Ρωσίας της 09.04.2019 (αρ. 72931/10)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

De facto οικογένεια και δικαίωμα στην επικοινωνία. Παιδί με πρόβλημα υγείας τίθεται υπό την επιμέλεια της πρώτης προσφεύγουσας και ανάδοχης μητέρας για τα πρώτα 9 έτη της ζωής του. Ζούσε στο ίδιο σπίτι με την ανάδοχη μητέρα και με άλλα 7 παιδιά (λοιπούς προσφεύγοντες) που είχαν και αυτά την ίδια ανάδοχη μητέρα. Στη συνέχεια τα εθνικά δικαστήρια απέδωσαν την επιμέλειά του στους βιολογικούς του γονείς. Παράλληλα διέταξαν  τη στέρηση κάθε επικοινωνίας με αυτό τόσο της ανάδοχης μητέρας όσο και των λοιπών μελών της ανάδοχης οικογένειας, εφαρμόζοντας την εθνική νομοθεσία.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η επιστροφή του παιδιού στους βιολογικούς του γονείς ήταν προς το συμφέρον του και τα  εθνικά δικαστήρια στάθμισαν ορθά τις καταστάσεις. Έκρινε όμως ότι δεν υπήρξε ορθή εκτίμηση των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης αναφορικά με τη στέρηση στην ανάδοχη οικογένεια οποιασδήποτε επακόλουθης επικοινωνίας με το παιδί, με το οποίο είχαν αναπτύξει στενούς δεσμούς επί εννέα χρόνια. Η απόφαση των εθνικών δικαστηρίων βασίστηκε αποκλειστικά στην τυπική εφαρμογή της ρωσικής νομοθεσίας για τα δικαιώματα επικοινωνίας, η οποία ήταν άκαμπτη και δεν λάμβανε υπόψη διαφορετικές οικογενειακές καταστάσεις που δεν περιλαμβάνουν δεσμό αίματος ή νομικό δεσμό με το τέκνο. Παραβίαση του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΣΧΟΛΙΟ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

Σημαντική η απόφαση του Στρασβούργου για τα δικαιώματα της  de facto οικογένειας. Το δικαίωμα επικοινωνίας του ανήλικου παιδιού με την ανάδοχη μητέρα και την ανάδοχη οικογένεια με την οποία είχε αναπτύξει στενούς οικογενειακούς δεσμούς για αρκετά χρόνια περιλαμβάνεται στην προστατευτική ασπίδα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και στο δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής. Το δικαίωμα αυτό υπερισχύει  κάθε  αντίθετης εθνικής νομοθεσίας γιατί είναι θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα που δεν συνδέεται μόνον με άτομα που έχουν δεσμούς αίματος ή συγγενείας. Έτσι δεν μπορεί να αποκλειστεί η επικοινωνία της ανάδοχης μητέρας ή της ανάδοχης οικογένειας ή της θετής οικογένειας με το ανήλικο παιδί, όταν το τελευταίο επιστρέψει στους φυσικούς του γονείς. Η de facto οικογένεια λαμβάνει μεγαλύτερες διαστάσεις και σημαντικότερη προστασία από το Δικαστήριο του Στρασβούργου.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, V.D., Ν.Ρ., Α.Ζ., Μ.Ρ., Μ.Μ., L.K., A.U., and K.S., είναι Ρώσοι υπήκοοι που ζουν στο Astrakhan της Ρωσία. Η πρώτη προσφεύγουσα εκπροσωπεί τον εαυτό της και τους άλλους επτά προσφεύγοντες. Η ίδια επίσης υπέβαλε προσφυγή για λογαριασμό του R., Ρώσου υπηκόου που γεννήθηκε το 2000.

Η υπόθεση αφορά δικαστικές αποφάσεις, με τις οποίες αφαιρέθηκε από την προσφεύγουσα η επιμέλεια του R., ο οποίος και επέστρεψε στους βιολογικούς γονείς του, και με τις οποίες στερήθηκαν οι προσφεύγοντες την επικοινωνία με το παιδί.

Η πρώτη προσφεύγουσα κατέστη ανάδοχος του R. τον Νοέμβριο του 2001, αφού το παιδί γεννήθηκε με μία σοβαρή ασθένεια και οι γονείς του δήλωσαν ότι δεν ήταν σε θέση να τον φροντίσουν. Αργότερα έγινε ανάδοχος και των άλλων επτά προσφευγόντων.

Το 2007 οι γονείς του R. εξέφρασαν την επιθυμία να τον πάρουν πίσω αφ’ ότου η κατάσταση της υγείας του έγινε πιο σταθερή και η πρώτη προσφεύγουσα είχε ξεκινήσει τη διαδικασία αφαίρεσης της γονική τους μέριμνας.

Τον Νοέμβριο του 2008, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της πρώτης προσφεύγουσας, απόφαση που επικυρώθηκε και κατ’ έφεση τον Μάρτιο του 2009. Τα δικαστήρια διέταξαν τη διαμονή του R. με την πρώτη προσφεύγουσα. Το Μάιο του 2009, χορηγήθηκε δικαίωμα επικοινωνίας στους γονείς. Αργότερα οι γονείς προσέφυγαν ξανά στα δικαστήρια, ώστε ο R. να μείνει μαζί τους και τον Μάιο του 2010 το εθνικό δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημά τους, απόφαση που κατέστη αμετάκλητη. Ο R. μεταφέρθηκε στους γονείς του τον Ιούνιο του 2010.

Τα δικαστήρια αργότερα αρνήθηκαν να επιτρέψουν στους προσφεύγοντες οποιαδήποτε επικοινωνία με τον R. Απέρριψαν το επιχείρημα της πρώτης προσφεύγουσας ότι είχε δημιουργήσει στενή σχέση μαζί του και παρέπεμψε στο εσωτερικό δίκαιο ότι μόνο τα μέλη της οικογένειας ή συγγενείς είχαν δικαίωμα να ζητήσουν τέτοια επικοινωνία.

Οι προσφεύγοντες καταγγέλλουν παραβίαση του άρθρου 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) λόγω των αποφάσεων των δικαστηρίων, με τις οποίες ο R. επιστράφηκε στους βιολογικούς γονείς του, αφαιρέθηκε η επιμέλεια από την πρώτη προσφεύγουσα και δεν επιτράπηκε η επικοινωνία του R. με όλους τους προσφεύγοντες.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο έκρινε πρώτα ότι η πρώτη προσφεύγουσα δεν είχε τη δυνατότητα να υποβάλει προσφυγή εξ ονόματος του R., καθώς δεν ήταν πλέον η κηδεμόνας του, δεν ήταν συγγενής και δεν είχε την άδεια των γονέων του

Η απόφαση να επιστρέψει ο R. στους βιολογικούς γονείς του

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η σχέση μεταξύ των πρώτων προσφευγόντων και του R. ενέπιπτε στο ορισμό της «οικογενειακής ζωής» κατά την έννοια της Σύμβασης. Συγκεκριμένα, βρίσκονταν υπό την φροντίδα της πρώτης προσφεύγουσας για τα πρώτα εννέα χρόνια της ζωής του και είχε ζήσει με τους άλλους προσφεύγοντες, με τους οποίους είχε επίσης δημιουργηθεί σχέση.

Ήταν σαφές ότι υπήρξε παρέμβαση σε αυτή την οικογενειακή ζωή καθώς ο R. είχε επιστραφεί στους  βιολογικούς του γονείς. Η πράξη αυτή ήταν «σύμφωνη με τον νόμο», αφού είχε στηριχθεί στο Ρωσικό Οικογενειακό Κώδικα. Αποσκοπούσε επίσης έναν από τους θεμιτούς στόχους του άρθρου 8 § 2 καθώς στόχευε στο να προστατεύσει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των άλλων, εκείνων του R. και των βιολογικών του γονέων. Επομένως, το δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει εάν το μέτρο ήταν «αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία».

Αυτό συνεπάγεται ότι το Δικαστήριο αξιολογεί κατά πόσο οι αποφάσεις των δικαστηρίων ήταν «σχετικές και επαρκείς» και κατά πόσον η διαδικασία λήψης αποφάσεων στο σύνολό της ήταν δίκαιη και είχε παράσχει επαρκή προστασία των δικαιωμάτων της πρώτης προσφεύγουσας.

Σημείωσε ότι οι αρχές αντιμετώπισαν μια δύσκολη επιλογή – να επιτρέψουν στους προσφεύγοντες ως de facto οικογένεια του R. να συνεχίζουν να έχουν την επιμέλειά του ή να διατάξουν να επιστραφεί στους γονείς του. Έπρεπε να λάβουν υπόψιν τα διακυβευόμενα συμφέροντα και το ευάλωτο της κατάστασης του R.

Ήταν αλήθεια ότι ο R. είχε περάσει τα πρώτα εννέα χρόνια της ζωής του με την πρώτη προσφεύγουσα, αλλά αυτό από μόνο του δεν ήταν καθοριστικό. Οι βιολογικοί του γονείς συμφώνησαν να τον φροντίζει η πρώτη προσφεύγουσα, αλλά δεν είχαν παραιτηθεί ποτέ από τα δικαιώματά τους ως γονείς. Επιπλέον, είχαν διατηρήσει μια παρουσία στη ζωή του με την παροχή οικονομικής βοήθειας και την ικανοποίηση των αιτημάτων της πρώτης προσφεύγουσας για βοήθεια σχετικά με την ιατρική περίθαλψη και το φαγητό. Το 2009 τα δικαστήρια είχαν ρυθμίσει την επικοινωνία του τέκνου με αυτούς.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πρώτη προσφεύγουσα δεν μπορούσε να πιστεύει βάσιμα ότι ο R. θα παρέμενε μόνιμα στην επιμέλειά  της. Πράγματι, οι αποφάσεις για την επιμέλειά του ήταν προσωρινές και θα μπορούσαν να λάβουν τέλος, όταν οι περιστάσεις το επέτρεπαν.

Τα δικαστήρια είχαν εξετάσει προσεκτικά την υπόθεση, σημειώνοντας την αφιέρωση της πρώτης προσφεύγουσας και τη φροντίδα της προς τον R. Εκτίμησαν επίσης την ικανότητα των γονέων να φροντίζουν τον ίδιο, αρχικά δε απέρριψαν το αίτημα επιστροφής του παιδιού, αλλά στη συνέχεια τους έκριναν ικανούς και διέταξαν την επιστροφή του R. Τα αποδεικτικά στοιχεία περιλάμβαναν ψυχολογικές αναφορές και καταθέσεις μαρτύρων.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αποφάσεις των εθνικών αρχών ήταν προς το συμφέρον του παιδιού, είχαν ληφθεί εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας («περιθώριο εκτίμησης») και αιτιολογήθηκαν από σχετικούς και επαρκείς λόγους. Επομένως, η παρέμβαση ήταν απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία και δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8.

Η απόφαση άρνησης της επικοινωνίας μεταξύ των προσφευγόντων και του R.

Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η απόφαση των δικαστηρίων να αρνηθούν την επικοινωνία των προσφευγόντων με τον  R. είχε βασιστεί στον Οικογενειακό Κώδικα, ο οποίος παρέχει εξαντλητικό κατάλογο των προσώπων που έχουν δικαίωμα σε επικοινωνία.

Οι προσφεύγοντες δεν διέθεταν κανένα δεσμό αίματος ή νομικό δεσμό με τον R. και έτσι δεν είχαν κανένα δικαίωμα επικοινωνίας. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι στις προηγούμενες περιπτώσεις εξέφρασε την ανησυχία του για την έλλειψη ευελιξίας στη  Ρωσική νομοθεσία σχετικά με την επικοινωνία των τέκνων, η οποία δεν ελάμβανε υπόψη την ύπαρξη ποικίλων οικογενειακών καταστάσεων ή το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων παιδιών.

Τέτοια ζητήματα οδήγησαν το Δικαστήριο να διαπιστώσει παραβίαση του άρθρου 8 στην υπόθεση Nazarenko κατά Ρωσίας όπου ο νόμος είχε αποκλείσει την προσφεύγουσα  από τη ζωή του παιδιού, μετά την αφαίρεση της γονικής μέριμνας, αν και τον είχε υπό την επιμέλειά της πέντε χρόνια.

Το Δικαστήριο δεν βρήκε κανένα λόγο να απομακρυνθεί από τη συλλογιστική του στην υπόθεση Nazarenko. Τα εθνικά δικαστήρια δεν έκαναν καμία προσπάθεια να εκτιμήσουν τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης σε σχέση με τον R., καθώς η φύση των σχέσεων των προσφευγόντων με αυτόν, είτε ήταν προς το συμφέρον του για να συνεχίσουν να έχουν επικοινωνία, ή να σταθμίσουν τα συμφέροντα των προσφευγόντων και των γονέων.

Η εξάρτηση των δικαστηρίων μόνο από την εθνική νομοθεσία (Οικογενειακό Κώδικα) για την άρνηση της επικοινωνίας του παιδιού με τους προσφεύγοντες, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «σχετικός και επαρκής» λόγος και δεν ήταν αποδεκτό ότι δεν είχαν εκτιμήσει τα εν λόγω περιστατικά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αποτυχία να σταθμιστούν δίκαια τα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων και επομένως υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8.

Άλλα άρθρα

Οι προσφεύγοντες ζήτησαν από το Δικαστήριο να λάβει μέτρα βάσει του άρθρου 46 (δεσμευτική ισχύς και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων) ώστε να ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα για να αποκαταστήσουν την επικοινωνία τους με τον R. Ωστόσο, το Δικαστήριο αποφάσισε να αφήσει στην κυβέρνηση να επιλέξει τα μέσα στην εσωτερική έννομη τάξη για να εκπληρώσουν την νομική υποχρέωση τους.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ρωσία οφείλει να καταβάλει στους προσφεύγοντες 16.000 ευρώ από κοινού για την ηθική βλάβη που υπέστησαν και 200 ​​ευρώ από κοινού για τα έξοδα και τις δαπάνες(επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες