Δικαστήριο αγόρασε το δικαστικό μέγαρο που στεγαζόταν από εναγομένη εταιρεία ενώ δίκαζε υπόθεσή της! Έλλειψη δικαστικής αμεροληψίας

ΑΠΟΦΑΣΗ

Cosmos Maritime Trading και Shipping Agency κατά Ουκρανίας της 27.06.2019 (αρ. προσφ. 53427/09)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σε δίκη μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης εταιρείας η εναγομένη μεταβίβασε το δικαστικό μέγαρο ιδιοκτησίας της στα δικαστήρια που δίκαζαν την υπόθεση. Έλλειψη αμεροληψίας δικαστηρίων.

Η προσφεύγουσα ναυτιλιακή εταιρεία, προσέφυγε στα Ουκρανικά δικαστήρια προκειμένου να αναγνωριστεί μεγάλη χρηματική απαίτηση της, εναντίον ναυτιλιακής κρατικής  εταιρείας που βρισκόταν σε διαδικασία πτώχευσης. Η αγωγή  της έγινε δεκτή, ωστόσο η απόφαση ανακλήθηκε,  και η έφεση που άσκησε,  εκδικάστηκε όταν η οφειλέτρια εναγόμενη εταιρεία είχε μεταβιβάσει στα Δικαστήρια, το ακίνητο που στεγάζονταν. Η όλη διαδικασία διήρκησε πάνω από 15 χρόνια και καμία απαίτηση δεν αναγνωρίστηκε στην προσφεύγουσα εταιρεία.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι κάθε εθνικό δικαστήριο έχει την υποχρέωση να ελέγχει αν συνιστά «αμερόληπτο δικαστήριο» κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, αμφισβητείται ένας λόγος που δεν φαίνεται εκ πρώτης να είναι προφανώς αβάσιμος και διαπίστωσε ότι υπήρξε παραβίαση της δίκαιης δίκης,  γιατί α) οι εγγυήσεις που θέτει η σύμβαση για την εξασφάλιση της αμεροληψίας δεν τηρήθηκαν, και η απόρριψη του αιτήματος της προσφεύγουσας εταιρείας για αποχή των δικαστών, δεν αιτιολογήθηκε επαρκώς και β) γιατί το χρονικό διάστημα των 15 ετών που διήρκησε η δίκη δεν δύναται να θεωρηθεί ως «εύλογος χρόνος».

Δεν διαπιστώθηκε  παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας, γιατί το ιδιοκτησιακό καθεστώς που επικαλείται η προσφεύγουσα και δεν ικανοποιήθηκε, έχει τον χαρακτήρα απαίτησης και όχι ιδιοκτησίας.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα εταιρεία Cosmos Maritime και Foreign Trading Ltd. είναι μια τουρκική εταιρεία με έδρα στην Κωνσταντινούπολη.

Η υπόθεση αφορούσε τις προσπάθειες της εταιρείας να αναγνωρίσει αξιώσεις σε πτωχευτικές διαδικασίες κατά της ουκρανικής κρατικής ναυτιλιακής εταιρείας,  με την επωνυμία «Ναυτιλιακή Εταιρεία της Μαύρης Θάλασσας» και τον διακριτικό τίτλο (“Blasco”). Η Blasco ήταν μια από τις μεγαλύτερες ναυτιλιακές εταιρείες στον κόσμο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν ήρθε αντιμέτωπη με νομικές και οικονομικές δυσκολίες.

Το 2003, η προσφεύγουσα εταιρεία υπέβαλε Αγωγή ενώπιον των ουκρανικών εμπορικών δικαστηρίων και ζητούσε αναγνώριση χρέους άνω των δύο εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ που οφείλει η Blasco για υπηρεσίες στα πλοία της. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή το 2012. Ωστόσο, η απόφαση αυτή ανακλήθηκε κατόπιν ασκηθείσας έφεσης το 2013. Τα δικαστήρια διαπίστωσαν ότι η προσφεύγουσα εταιρία και λοιποί ναυλωτές είχαν παρουσιάσει αβάσιμα χρέη στην Blasco για το κόστος λειτουργίας των πλοίων, το οποίο στην πραγματικότητα ήταν υπό την ευθύνη τους.

Η προσφεύγουσα εταιρεία εξέφρασε τις ανησυχίες της ότι τα δικαστήρια δεν διαδραμάτισαν ενεργό ρόλο στην προστασία των συμφερόντων των πιστωτών. Υποστήριξε συγκεκριμένα ότι αυτό μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι το Εμπορικό Δικαστήριο και το Εφετείο στεγάζονταν  σε ένα κτίριο στην Οδησσό που είχε μεταβιβασθεί από τη αντίδικο και εναγομένη Blasco στα δικαστήρια το 2005, ενώ  εκκρεμούσαν οι διαδικασίες πτώχευσης. Στο πλαίσιο αυτό, το 2013, ο δικαστής που προεδρεύει της διαδικασίας πτώχευσης απέρριψε αίτημα για την αποχή του από την υπόθεση, αποφασίζοντας ότι  δεν επηρεάστηκε δεδομένου ότι είχε αναλάβει την υπόθεση πολύ αργότερα το 2011.

Βασιζόμενη ειδικότερα στο άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η προσφεύγουσα εταιρεία παραπονέθηκε ότι τα εθνικά δικαστήρια τα οποία είχαν εξετάσει την υπόθεσή της δεν ήταν αμερόληπτα και ότι η διαδικασία σχετικά με την αναγνώριση των ισχυρισμών της διήρκησε μεγάλο χρονικό διάστημα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η μη αναγνώριση των ισχυρισμών της είχε παραβιάσει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία της περιουσίας) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Αμεροληψία δικαστηρίου

Για να διαπιστωθεί εάν ένα δικαστήριο μπορεί να θεωρηθεί «ανεξάρτητο» κατά την έννοια του άρθρου 6 § 1, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, ο τρόπος διορισμού των μελών του και η θητεία τους, η ύπαρξη εγγυήσεων ενάντια στις εξωτερικές πιέσεις και το ερώτημα εάν το σώμα παρουσιάζει εγγυήσεις ανεξαρτησίας. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η έννοια του διαχωρισμού των εξουσιών μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας έχει αποκτήσει όλο και μεγαλύτερη σημασία στη νομολογία του. Ωστόσο, ούτε το άρθρο 6 ούτε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της Σύμβασης απαιτεί από τα κράτη να συμμορφώνονται με οποιεσδήποτε θεωρητικές συνταγματικές έννοιες σχετικά με τα επιτρεπόμενα όρια της αλληλεπίδρασης των αρμοδιοτήτων.

Η προσφεύγουσα εταιρεία δεν προέβαλε επιχειρήματα για να αποδείξει ότι τα εθνικά δικαστήρια ή οι δικαστές που εξέτασαν την υπόθεσή της δεν είχαν ανεξαρτησία από το εκτελεστικό όργανο όσον αφορά τον τρόπο διορισμού, τη θητεία τους ή την ύπαρξη επίσημων εγγυήσεων έναντι εξωτερικών πιέσεων. Πράγματι, το εσωτερικό δίκαιο, όπως επεσήμανε η κυβέρνηση, παρέχει εγγυήσεις από την άποψη αυτή.

Η προσφεύγουσα παρείχε, τόσο στο εγχώριο δικαστήριο όσο και στο ΕΔΔΑ, αποδεικτικά στοιχεία εκ πρώτης όψεως ότι το εμπορικό δικαστήριο που ήταν υπεύθυνο για την υπόθεση πτώχευσης ήταν το ίδιο στεγασμένο σε ένα κτίριο που είχε μεταβιβασθεί  από την οφειλέτρια εταιρεία στα δικαστήρια πολύ πριν από την έναρξη της διαδικασίας , όταν η οφειλέτρια βρισκόταν ήδη σε οικονομική κατάσταση και η μεταφορά αυτή ολοκληρώθηκε όταν η διαδικασία πτώχευσης βρισκόταν σε εξέλιξη. Δεν υπήρξε απάντηση στα επιχειρήματα της προσφεύγουσας εταιρείας ως προς το σημείο αυτό, πλην της απόφασης ενός δικαστή ότι δεν επηρεάστηκε από τη μεταβίβαση αυτή δεδομένου ότι ανέλαβε την υπόθεση αργότερα .

Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρά την έλλειψη λόγων αμφιβολίας ως προς την αμεροληψία των επιμέρους δικαστών, η αντίληψη της προσφεύγουσας εταιρείας  ότι το δικαστήριο που ασχολείται με την υπόθεσή του στερείται αμεροληψίας μπορεί να θεωρηθεί από έναν αντικειμενικό παρατηρητή ως μη προδήλως αυθαίρετο.

Για το λόγο αυτό, η μόνη απάντηση των εθνικών δικαστηρίων στις σχετικές ανησυχίες της προσφεύγουσας εταιρείας, σύμφωνα με την οποία ένας επιμέρους δικαστής του εμπορικού δικαστηρίου δεν επηρεάστηκε προσωπικά από τη μεταβίβαση, δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης επιβάλλει σε κάθε εθνικό δικαστήριο την υποχρέωση να ελέγχει αν συνιστά «αμερόληπτο δικαστήριο» κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, αμφισβητείται ένας λόγος που δεν φαίνεται εκ πρώτης να είναι προφανώς αβάσιμος. Εντούτοις, ούτε το Εμπορικό Δικαστήριο ούτε το Εφετείο πραγματοποίησαν, εν προκειμένω, έναν τέτοιο έλεγχο, ο οποίος θα επέτρεπε την επανόρθωση, εάν αυτό κρίνονταν αναγκαίο, μιας κατάστασης αντίθετης προς τις απαιτήσεις της Σύμβασης.

Λαμβάνοντας υπόψη την εμπιστοσύνη που πρέπει να εμπνέουν τα δικαστήρια σε όσους υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, οι σκέψεις αυτές αρκούν για να διαπιστώσει το Δικαστήριο ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης όσον αφορά την απαίτηση αμεροληψίας.

Διάρκεια της διαδικασίας

Η προσφεύγουσα εταιρία διαμαρτυρήθηκε ότι η διαδικασία στην υπόθεση της είχε αρχίσει τον Σεπτέμβριο του 2003 και ακόμη συνεχιζόταν όταν είχε υποβάλει τις παρατηρήσεις της, απαντώντας στις παρατηρήσεις της κυβέρνησης (10 Ιουλίου 2018) και, ως εκ τούτου, κατά την εκτίμησή της, συνεχίζεται για 15 χρόνια.

Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η εύλογη διάρκεια της διαδικασίας πρέπει να εκτιμάται με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης και με βάση τα ακόλουθα κριτήρια: την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τη συνεργασία  των αιτούντων και των αρμόδιων αρχών και  τα συμφέροντα των διαδίκων που διακυβεύονταν.

Αφού εξέτασε όλα τα στοιχεία που του υποβλήθηκαν, το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε κανένα γεγονός ή επιχείρημα ικανό να το πείσει να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα. Λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του επί του θέματος, το Δικαστήριο θεωρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση η διάρκεια της διαδικασίας ήταν υπερβολική και δεν ικανοποιούσε την απαίτηση του «εύλογου χρόνου».

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης όσον αφορά τη διάρκεια της διαδικασίας.

Αναφερόμενη παραβίαση του άρθρου 1 του 1ου πρωτοκόλλου

Το ιδιοκτησιακό συμφέρον που επικαλείται η προσφεύγουσα εταιρεία είχε χαρακτήρα απαίτησης και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «υπάρχουσα κατοχή» κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου. Απομένει να εξακριβωθεί αν η προσφεύγουσα εταιρεία είχε, νόμιμο λόγο αναγνώρισης της απαίτησης της.

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει «νόμιμος λόγος» όταν υπάρχει διαφορά ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου και οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας απορρίπτονται στη συνέχεια από τα εθνικά δικαστήρια.

Ως εκ τούτου, το τμήμα αυτό της προσφυγής είναι ασυμβίβαστο με τη σύμβαση και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 3 (α) και 4.

Δίκαιη ικανοποίηση: το ΕΔΔΑ επιδίκασε στην προσφεύγουσα ποσό 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 650 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες