Πολιτική κριτική για ασυμβατότητα ιδιότητας βουλευτή και δικηγόρου. Η καταδίκη σε αποζημίωση λόγω δυσφήμισης παραβίασε την ελευθερία της έκφρασης.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Macovei κατά Ρουμανίας της 28.07.2020 (Αρ. προσφ. 53028/14)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κριτική από πολιτικό για ασυμβατότητα ιδιότητας βουλευτή και επαγγέλματος δικηγόρου. Αγωγή για δυσφήμιση, καταδίκη σε αποζημίωση και υποχρέωση δημοσίευσης της απόφασης σε εφημερίδες με δικά της έξοδα.

Το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι οι δηλώσεις της προσφεύγουσας, με τις οποίες είχε θέσει τη συμπεριφορά των δύο πολιτικών ως παράδειγμα μιας «τυπικής πράξης διαφθοράς υπό πολιτική επιρροή», αποτελούσε συνδυασμό αξιολογικής κρίσης και γεγονότος. Δεν είχε την πρόθεση να επιτεθεί εναντίον του άλλου πολιτικού, αλλά είχε προβεί σε ένα σχόλιο για τη διαφθορά, στο πλαίσιο υποστήριξης ενός νόμου που θα απαγόρευε να εργάζεται κάποιος ως δικηγόρος και παράλληλα να είναι βουλευτής.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο είχε ανατρέψει την πρωτοβάθμια απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή δυσφήμισης, δεν είχε επαρκή αιτιολογία και δεν είχε επιτύχει μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των διακυβευόντων ανταγωνιστικών δικαιωμάτων. Η επιδίκαση αποζημίωσης και η υποχρέωση να δημοσιευτεί η οριστική απόφαση σε εφημερίδες με έξοδα της προσφεύγουσας- είχαν ανασταλτική επίδραση στην ελευθερία της έκφρασης.

Παραβίαση του άρθρου 10 (δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα, Monica Luisa Macovei, είναι υπήκοος της Ρουμανίας η οποία γεννήθηκε το 1959 και ζει στο Βουκουρέστι.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 2009 δύο εφημερίδες δημοσίευσαν σχόλια της κα Macovei, πρώην υπουργού Δικαιοσύνης και μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, για δύο άλλους πολιτικούς. Σε ομιλία της σε θερινή κατασκήνωση του Δημοκρατικού Φιλελεύθερου Κόμματος στο οποίο ανήκε, δήλωσε ότι δύο σοσιαλδημοκράτες πολιτικοί, μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων, ο V.P. και ο D.Ş., εργάζονταν  ως δικηγόροι και υπέγραψαν συμβάσεις αξίας εκατομμυρίων ευρώ με κρατικές εταιρείες στις  εκλογικές περιφέρειές τους, γεγονός το  οποίο χαρακτήρισε τυπική πράξη διαφθοράς υπό πολιτική επιρροή.

Σε ένα από τα άρθρα, σχολίασε επίσης ότι δεν πρέπει να είναι δυνατό να εργάζεται κάποιος ως δικηγόρος και παράλληλα να είναι  μέλος του κοινοβουλίου και ότι πρέπει να ψηφιστεί νόμος προς αποτροπή των παραπάνω.

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο D.Ş. κατέθεσε αγωγή υποστηρίζοντας ότι τα σχόλια της προσφεύγουσας τον είχαν δυσφημίσει στα μάτια του κοινού και των επαγγελματικών και πολιτικών συναδέλφων του.

Τον Οκτώβριο του 2010, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του, διαπιστώνοντας ότι η προσφεύγουσα ασκούσε το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Κατόπιν έφεσης, το Εφετείο του Βουκουρεστίου δέχθηκε την αγωγή δυσφήμισης, διατάζοντας την προσφεύγουσα να καταβάλει αποζημίωση περίπου 2.300 ευρώ και να δημοσιεύσει την απόφαση με δικά της έξοδα σε εθνικές εφημερίδες. Το Νοέμβριο του 2013 το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο  απέρριψε την αναίρεση εκ μέρους της προσφεύγουσας και του D.Ş. Διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι η προσφεύγουσα είχε εκφέρει ένα αναληθές γεγονός όταν κατηγόρησε τον D.Ş. για  διαφθορά εξαιτίας της εργασίας του ως δικηγόρου και ως μέλους του κοινοβουλίου. Η φήμη και υπόληψή του είχε πληγεί. Η προσφεύγουσα είχε υπερβεί τα όρια της αποδεκτής κριτικής, ακόμη και αν οι πολιτικοί θα έπρεπε να ανέχονται ένα υψηλότερο βαθμό κριτικής · και δεν θεώρησε ότι η αποζημίωση που διατάχθηκε κατά της προσφεύγουσας θα την απέτρεπε από παρόμοιες πράξεις, ωστόσο η δημοσίευση  των εν λόγω αποφάσεων θα το έκανε.

Η προσφεύγουσα κατήγγειλε ότι η απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου παραβίασε τα δικαιώματα που προστατεύονται από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ (ελευθερία της έκφρασης).

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση κατά της προσφεύγουσας ισοδυναμούσε με παρέμβαση στα δικαιώματά της σύμφωνα με το άρθρο 10 και προχώρησε στην εξέταση του κατά πόσο ήταν «αναγκαία σε μια  δημοκρατική κοινωνία».

Επαναλαμβάνοντας τη νομολογία του, σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι οι δηλώσεις θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως εκτιμήσεις/κρίσεις, οι οποίες δεν υπάγονταν σε αποδεικτικά στοιχεία, όπως ήταν οι δηλώσεις επί πραγματικών περιστατικών. Καθώς τα σχόλια της προσφεύγουσας είχαν επικεντρωθεί στη συμπεριφορά του D.Ş. και ειδικότερα στην πολιτική του ιδιότητα και όχι στην προσωπική του ζωή, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι αρχές είχαν περιορισμένη διακριτική ευχέρεια («ένα μικρό περιθώριο εκτίμησης ») κατά την αξιολόγηση της ανάγκης για παρέμβαση.

Παρατήρησε ότι τα δικαστήρια κατέληξαν σε διαφορετικά συμπεράσματα: το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα σχόλια της προσφεύγουσας ήταν αξιολογικές κρίσεις, ενώ το Εφετείο τα χαρακτήρισε ως αναληθείς δηλώσεις πραγματικών γεγονότων ότι ο D. είχε ενεργήσει με διεφθαρμένο τρόπο, καθώς εργαζόταν ως δικηγόρος και κατείχε ταυτόχρονα θέση στο κοινοβούλιο.

Ωστόσο, το Στρασβούργο, αναφερόμενο στον περιορισμένο συλλογισμό του Εφετείου, διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να συμφωνήσει με τα συμπεράσματά του. Διαπίστωσε ότι οι δηλώσεις της προσφεύγουσας ήταν ένας συνδυασμός αξιολογικών κρίσεων και δηλώσεων πραγματικών γεγονότων. Είχε θέσει τη συμπεριφορά των δύο πολιτικών ως παράδειγμα μιας «τυπικής πράξης διαφθοράς υπό πολιτική επιρροή», σε ευρύτερο πλαίσιο, υποστηρίζοντας την θέσπιση νόμου που θα απαγόρευε την άσκηση δικηγορικού επαγγέλματος ταυτόχρονα με τη βουλευτική ιδιότητα.

Το ερώτημα ήταν αν υπήρχε μια αρκετά ακριβής και αξιόπιστη πραγματική βάση, ανάλογα με τη φύση και το βαθμό των δηλώσεων και των ισχυρισμών της προσφεύγουσας.  Σε αυτό το σημείο, έκρινε ότι ορισμένες από τις δηλώσεις της δεν είχαν επαρκή πραγματική βάση, όπως η υποτιθέμενη υπογραφή του D.Ş. ή η νομική του πρακτική σύναψης μεγάλων συμβάσεων με κρατικές εταιρείες στην εκλογική του περιφέρεια όταν ήταν δικηγόρος και μέλος του κοινοβουλίου. Στην πραγματικότητα, καμία τέτοια πληροφορία δεν θα μπορούσε να εντοπιστεί στις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας.

Ωστόσο, οι δηλώσεις της είχαν συλλογικό χαρακτήρα, αφορούσαν και τους D.Ş. και V.P., και είχαν απεικονίσει ένα είδος πολιτικής διαφθοράς. Δεν είχε σκοπό να κατηγορήσει τους δύο πολιτικούς για διαφθορά. Επιπλέον, οι διαθέσιμες πληροφορίες έδειξαν ότι ο V.P. ήταν και  μέλος του κοινοβουλίου και συνεργάτης του D.Ş. όταν είχε υπογράψει επικερδή συμβάσεις νομικής συνδρομής με κρατικές εταιρείες στην περιφέρεια του V.P..

Συνεπώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ισχυρισμοί και, ιδίως, οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν  ήταν ίσως ακατάλληλα αιχμηρές, και θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως εχθρικές και κάπως υπερβολικές. Δεδομένων των περιστάσεων, ωστόσο, διαπίστωσε ότι οι δηλώσεις δεν ισοδυναμούσαν με κατάφωρη προσωπική επίθεση κατά του D.Ş. Πράγματι, η προσβολή στο πλαίσιο της πολιτικής, συχνά στοχεύει την προσωπική σφαίρα, γεγονός που  αποτελούσε μέρος του κινδύνου  της πολιτικής και της ελεύθερης συζήτησης ιδεών, αρχές οι οποίες αποτελούν τις εγγυήσεις μιας δημοκρατικής κοινωνίας.

Το ύψος των αποζημιώσεων και η εντολή για τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης με δικά της έξοδα, ήταν επίσης ικανά να έχουν  αποτρεπτική και ανασταλτική επίδραση στην άσκηση του δικαιώματός της στην ελευθερία της έκφρασης.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αιτιολογία του Εφετείου, είχε ελλείψεις, λόγω της εμφανούς αδυναμίας του δικαστηρίου να αντιληφθεί το συλλογικό πλαίσιο που έγιναν οι δηλώσεις της προσφεύγουσας, και λόγω του ανασταλτικού αποτελέσματος της κύρωσης που επιβλήθηκε στην ίδια.

Τα εγχώρια δικαστήρια δεν κατάφεραν να επιτύχουν δίκαιη ισορροπία μεταξύ των διακυβευόμενων συμφερόντων και να αποδείξουν μια «επιτακτική κοινωνική ανάγκη» για την προστασία των δικαιωμάτων του D.Ş. έναντι της προσφεύγουσας. Η παρέμβαση στα δικαιώματά της δεν ήταν απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία και υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε, με πέντε ψήφους έναντι δύο, ότι η Ρουμανία όφειλε να καταβάλει στην προσφεύγουσα  4.505 ευρώ ως αποζημίωση, 2.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 3.000 ευρώ για τα έξοδα και τις δαπάνες.

Μειοψηφούσες απόψεις

Ο δικαστής Carlo Ranzoni εξέφρασε μια αντίθετη γνώμη στην οποία συμμετείχε ο δικαστής Stéphanie Mourou-Vikström. Η δικαστής Stéphanie Mourou-Vikström εξέφρασε επίσης μια ξεχωριστή αντίθετη γνώμη. Ο δικαστής  Krzysztof Wojtyczek εξέφρασε σύμφωνη γνώμη. Οι απόψεις αυτές επισυνάπτονται στην απόφαση.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες