Παραβίασε τη δίκαιη δίκη η έλλειψη αιτιολογίας από τον Άρειο Πάγο για μη αναγνώριση ελαφρυντικών σε κατηγορούμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ

Felloni κατά Ιταλίας της 06.02.2020 (αριθ. προσφ. 44221/14)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Καταδίκη για παράνομη οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Αρχή της μη αναδρομικότητας του αυστηρότερου ποινικού νόμου. Έλλειψη αιτιολογίας σε απόφαση αναίρεσης.

Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε  ήταν αποτέλεσμα αναδρομικής εφαρμογής αυστηρότερου ποινικού νόμου. Συγκεκριμένα, παραπονέθηκε ότι δεν του αναγνωρίστηκαν ελαφρυντικά, σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών και στη συνέχεια τροποποιήθηκε. Επίσης, διαμαρτυρήθηκε για την έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης που εξέδωσε το  Ανώτατο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είχε προβάλει τον υπερασπιστικό ισχυρισμό του.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε  την απόφασή του αναφορικά με την μη αναγνώριση  των ελαφρυντικών περιστάσεων.

Ωστόσο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η τιμωρία του δεν ήταν αποτέλεσμα υπαγωγής της υποθέσεώς του στο νέο ΠΚ, ο οποίος είχε τεθεί σε εφαρμογή μετά τα γεγονότα. Παραβίαση του άρθρου 6 § 1 (δικαίωμα ακρόασης) της ΕΣΔΑ. Μη παραβίαση του άρθρου 7 (καμία τιμωρία, χωρίς νόμο).

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6

Άρθρο 7

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Riccardo Felloni, είναι Ιταλός υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1978 και ζει στο Ferrare της Ιταλίας. Το 2007 ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του με την κατηγορία της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ.

Το 2011, το Επαρχιακό Δικαστήριο καταδίκασε τον προσφεύγοντα σε ένα μήνα φυλάκισης με αναστολή και πρόστιμο 900 ευρώ. Το δικαστήριο διέταξε επίσης την αναστολή της άδειας οδήγησης. Άσκησε έφεση, δηλώνοντας αθώος, και, επικουρικώς, προέβαλε την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων βάσει του άρθρου 62Α του Ποινικού Κώδικα, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι είχε λευκό ποινικό μητρώο.

Το 2012, το Εφετείο επικύρωσε την καταδίκη και ποινή του. Απέρριψε τον ιδιαίτερο ισχυρισμό του αναφορικά με τις ελαφρυντικές περιστάσεις, διαπιστώνοντας ότι η ανυπαρξία καταδίκης στο ποινικό μητρώο δεν επέτρεπε πλέον τη μείωση της ποινής. Δεν διαπίστωσε λόγο μείωσης της ποινής και δεν μπορούσε να λάβει υπόψη του τη συμπεριφορά του στη δίκη, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν είχε επιδείξει ειλικρινή μεταμέλεια. Το Εφετείο είχε επίσης υπογραμμίσει, όσον αφορά το γεγονός ότι, μετά το σχετικό αδίκημα, ο προσφεύγων είχε εκ νέου συλληφθεί οδηγώντας υπό την επήρεια αλκοόλ.

Ο προσφεύγων άσκησε αναίρεση παραπονούμενος ειδικότερα ότι το άρθρο 62Α του Ποινικού Κώδικα είχε τροποποιηθεί από το νόμο αριθ. 125/2008 και ότι συνεπώς τέθηκε σε ισχύ η νέα τροποποίηση μετά τη διάπραξη του αδικήματος.

Το 2014 το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεσή του.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα ακρόασης)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν απάντησε στον 6ο λόγο αναίρεσης του προσφεύγοντος σχετικά με την υποτιθέμενη αναδρομική εφαρμογή του Ν. 125/2008 στην υπόθεσή του και για την άρνηση των δικαστηρίων να του αναγνωρίσουν ελαφρυντικά. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε απλώς κρίνει απαράδεκτους όλους τους λόγους αναίρεσης που άσκησε ο προσφεύγων με το σκεπτικό ότι επιδίωκαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την εκδοχή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκαν τα δικαστήρια της ουσίας.

Το Δικαστήριο δεν ήταν πεπεισμένο ότι το ερώτημα που έθιγε ο προσφεύγων στον λόγο αναίρεσης αφορούσε ένα πραγματικό ζήτημα που να εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Ακυρωτικού Δικαστηρίου. Διαπίστωσε επίσης ότι το ζήτημα της φερόμενης αναδρομικής εφαρμογής της νομοθεσίας περί μείωσης της ποινής ήταν ένας από τους βασικούς λόγους αναίρεσης, ο οποίος απαιτούσε συγκεκριμένη και ρητή απάντηση.

Επομένως, δεν υπήρξε αποτελεσματική εξέταση των επιχειρημάτων του ή μια απάντηση που να του επέτρεπε να κατανοήσει τους λόγους για την απόρριψή τους. Κατά συνέπεια, το Ακυρωτικό Δικαστήριο απέτυχε να αιτιολογήσει τις αποφάσεις του. Υπήρξε λοιπόν παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ.

Άρθρο 7 (Καμία τιμωρία, χωρίς νόμο)

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το Εφετείο της Μπολόνια είχε αξιολογήσει την υπόθεση του προσφεύγοντος υπό το νέο περιεχόμενο του άρθρου 62Α του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 125/2008, το οποίο ίσχυσε μετά τη διάπραξη του αδικήματος.

Το Δικαστήριο είχε την άποψη ότι έπρεπε να εξετάσει το ζήτημα αν τα εθνικά δικαστήρια είχαν εφαρμόσει τη νομοθεσία της οποίας οι διατάξεις ήταν ευνοϊκότερες για τον προσφεύγοντα. Διαπίστωσε ότι το ποινικό δίκαιο που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν προέβλεπε την αυτόματη αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων όταν ο καταδικασθείς είχε λευκό ποινικό μητρώο. Σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, αυτό ήταν μόνο ένα από τα κριτήρια που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 133 του Ποινικού Κώδικα. Παρόλο που ο Ν. 125/2008 είχε τροποποιήσει το άρθρο 62Α του Κώδικα περιορίζοντας την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όσον αφορά τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τη μείωση των ποινών, δεν είχε μεταρρυθμίσει το σύστημα των ελαφρυντικών περιστάσεων, καθιστώντας ανενεργό ένα νομικό κριτήριο που θα μπορούσε να έχει ευνοϊκό αποτέλεσμα για τον προσφεύγοντα.

Το Εφετείο της Μπολόνια απέρριψε το αίτημα του προσφεύγοντος για ελαφρυντικά μετά τη διεξαγωγή συνολικής εξέτασης των προϋποθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 133 του ΠΚ και διεξάγοντας μια σε βάθος αξιολόγηση της συμπεριφοράς του. Συνεπώς, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν περιστάσεις που να δικαιολογούν  τη μείωση της ποινής, συμπεριλαμβανομένης της συμπεριφοράς του κατά τη διάρκεια της δίκης, ούτε καν τη συμπεριφορά του μετά τη διάπραξη του αδικήματος, οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ευνοϊκές. Ο προσφεύγων δεν είχε δείξει κανένα σημάδι μεταμέλειας κατά τη διάρκεια της δίκης, αντίθετα είχε διαπράξει το ίδιο αδίκημα πάλι ενώ  εκκρεμούσαν ποινικές διαδικασίες.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο καθορισμός της ποινής του προσφεύγοντος ήταν αποτέλεσμα της εξέτασης όλων των σχετικών παραγόντων. Στο πλαίσιο αυτό, τίποτε δεν υποδηλώνει ότι το Εφετείο, αν δεν είχε εξετάσει την υπόθεση βάσει του νέου νόμου, θα του είχε αναγνωρίσει ελαφρυντικά, λαμβάνοντας υπόψη το λευκό  ποινικό μητρώο. Ο προσφεύγων δεν είχε συνεπώς τιμωρηθεί λόγω της εκτίμησης, σύμφωνα με τον νέο νόμο, των γεγονότων που είχαν λάβει χώρα  πριν από την έναρξη ισχύος της εν λόγω νομοθεσίας. Συνεπώς, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 7.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε, με έξι ψήφους έναντι μίας, ότι η Ιταλία οφείλει να καταβάλει στον προσφεύγοντα 2.500 ευρώ για ηθική βλάβη.

Ξεχωριστή γνώμη

Ο δικαστής Turković εξέδωσε σύμφωνη γνώμη, η οποία επισυνάπτεται στην απόφαση.

 

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες