Παραίτηση έφεσης από μη νομίμως διορισθέντα εκπρόσωπο της εκκαλούσας. Παραβίαση δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο

ΑΠΟΦΑΣΗ

Madžarović κ.λπ. κατά Μαυροβουνίου της 05.05.2020 (αριθ.προσφ. 54839/17 και 71093/17)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής. Οι προσφεύγοντες είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος εταιρείας και 2 θυγατρικές εταιρείες. Από αυτές ιδρύθηκε μία τρίτη εταιρεία η οποία συνήψε με Τράπεζα σύμβαση δανείου παρέχοντας για εξασφάλιση ως ενέχυρο τις μετοχές της στο κοινό επενδυτικό ταμείο. Η εταιρεία δεν τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και η πιστώτρια τράπεζα μεταβίβασε το ενέχυρο (μετοχές) σε άλλη εταιρεία. Οι προσφεύγοντες προσέφυγαν στα εγχώρια Δικαστήρια για την ακύρωση της μεταβίβασης, όμως στο δεύτερο βαθμό, οι εφέσεις τους αποσύρθηκαν (παραίτηση) από τον μη νομίμως εκλεγέντα νέο Διευθύνοντα Σύμβουλο της προσφεύγουσας πρώτης εταιρείας.
Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι οι εφέσεις ασκήθηκαν νομότυπα και παραδεκτά αφού η εταιρεία εξακολουθούσε να εκπροσωπείται από τον μέχρι τότε Διευθύνοντα Σύμβουλο και πρώτο προσφεύγοντα. Το Εφετείο μη νόμιμα δέχτηκε την παραίτηση από τις εφέσεις που έγινε από τον νέο Διευθύνοντα Σύμβουλο. Ως εκ τούτου το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η παρεμπόδιση των προσφευγόντων από τη δυνατότητα προσφυγής συνιστά παραβίαση της δίκαιης δίκης (άρθρο 6§1).
Όσον αφορά τη μεταβίβαση των ενεχυριασθέντων μετοχών, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η οφειλέτρια εταιρεία δεν είχε τηρήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις επομένως οι αποφάσεις των εγχώριων δικαστηρίων που απέρριψαν τις αγωγές της για να αποφευχθεί η μεταβίβαση δεν ήταν δυσανάλογες. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6§1,
Άρθρο 1 ΠΠΠ

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες στην προκειμένη περίπτωση είναι ο Mihailo Madžarović, Σλοβένος υπήκοος που γεννήθηκε το 1949 και ζει στη Λιουμπλιάνα, και δύο εταιρείες που ίδρυσε στο Μαυροβούνιο το 2000, οι Zetmont d.o.o. και Bermont d.o.o.
Η υπόθεση αφορά δύο σειρές δικαστικών διαδικασιών που ασκήθηκαν εναντίον άλλης εταιρείας, της T., η οποία είχε ιδρυθεί και ανήκε στις δύο προσφεύγουσες εταιρείες, επειδή δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της κατά τη λήψη τραπεζικού δανείου ποσού 7.500.000 ευρώ από τράπεζα με έδρα την Αυστρία. Το τραπεζικό δάνειο είχε εξασφαλιστεί με μετοχές ως ενέχυρο που η εταιρεία T. κατείχε σε κοινό ταμείο επενδύσεων.
Ο κ. Madžarović ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτών των τριών εταιρειών στη διαδικασία. Υπήρχαν δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου και στις δύο διαδικασίες. Οι πρώτες και κύριες αποφάσεις διέταξαν τη μεταφορά μετοχών στο επενδυτικό ταμείο στην τράπεζα επειδή η εταιρεία Τ δεν είχε εκπληρώσει τις οφειλές της, ενώ οι δεύτερες αποφάσεις διόρθωσαν τις πρώτες.
Η εταιρεία T. άσκησε έφεση κατά των τεσσάρων αποφάσεων. Ωστόσο, δύο από τις προσφυγές, κατά της απόφασης διόρθωσης της 25ης Νοεμβρίου 2013 στην πρώτη σειρά διαδικασιών (καταγγελία στην προσφ. με αριθ. 54839/17) και κατά της απόφασης της 08.11.2013 για μεταβίβαση μετοχών στη δεύτερη σειρά διαδικασιών (καταγγελία στην προσφ. με αριθ. 71093/17), αποσύρθηκαν από έναν νέο διορισμένο Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας Τ. Ειδικότερα, ενώ εκκρεμούσαν οι εφέσεις, η τράπεζα είχε πουλήσει τις μετοχές σε τρίτο μέρος, την εταιρεία με την επωνυμία Ο.Β., και ένας νέος Διευθύνων Σύμβουλος στην εταιρεία T., διορίστηκε για να αντικαταστήσει τον κ. Madžarović.
Οι δύο εκκρεμούσες εφέσεις τελικά απορρίφθηκαν. Στην πρώτη σειρά διαδικασιών, το Εφετείο, εξετάζοντας όλα τα επιχειρήματα και στις δύο εφέσεις, έκρινε ότι η εταιρεία T. δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της βάσει της δανειακής σύμβασης που είχε εξασφαλιστεί με σύσταση ενεχύρου. Στη δεύτερη διαδικασία, το Εφετείο διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να εξετάσει τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της εταιρείας Τ., επειδή αφορούσαν την κύρια απόφαση και η έφεση κατά της απόφασης αυτής είχε αποσυρθεί.
Εν τω μεταξύ, οι προσφεύγοντες αμφισβήτησαν την απόφαση της διοικητικής αρχής για την εκλογή του νέου Διευθύνοντος Συμβούλου και ενημέρωσαν τα εθνικά δικαστήρια σχετικά με αυτό, ισχυριζόμενοι ότι δεν μπορούσε να αποσύρει τις εφέσεις. Αυτές οι διαδικασίες σταμάτησαν τελικά αφού η εταιρεία O.B. απέσυρε το αίτημά της για εγγραφή του νέου Διευθύνοντα Συμβούλου και το Υπουργείο Οικονομικών σε κάθε περίπτωση ακύρωσε την απόφαση για το διορισμό του νέου συμβούλου.
Ο κ. Madžarović υπέβαλε συνταγματικές προσφυγές εκ μέρους της εταιρείας T. και στις δύο διαδικασίες, καταγγέλλοντας έλλειψη πρόσβασης στο δικαστήριο, δεδομένου ότι ένα μη εξουσιοδοτημένο άτομο είχε αποσύρει τις εφέσεις του, έλλειψη αποτελεσματικής έννομης προστασίας και στέρηση περιουσίας. Το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε και τις δύο προσφυγές το 2016.
Βασιζόμενοι ειδικότερα στο άρθρο 6 (δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο) της ΕΣΔΑ, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι στερήθηκαν την πρόσβαση σε δικαστήριο και αποτελεσματική εγχώρια προσφυγή, δεδομένου ότι οι εφέσεις κατά των αποφάσεων 8 και 25.11.2013 απορρίφθηκαν επειδή αποσύρθηκαν από ένα άτομο που δεν είχε δικαιοδοσία γιατί δεν ήταν ποτέ νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Τ. Στηριζόμενοι επίσης στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου (προστασία περιουσίας) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, οι προσφεύγοντες παραπονούνται ότι οι αποφάσεις που δεν ήταν οριστικές επιβλήθηκαν στην περίπτωσή τους και ότι η πώληση των μετοχών τους ισοδυναμούσε με στέρηση ιδιοκτησίας.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

α) αρ. προσφ. 71093 / 17
Άρθρο 6§1

ΤοΔικαστήριο παρατηρεί ότι, εν προκειμένω, υπήρχαν επίσης δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου: η κύρια, η οποία διατάσσει τη μεταβίβαση των μετοχών και η δεύτερη, η οποία διορθώνει την κύρια. Η οφειλέτρια εταιρεία άσκησε έφεση εναντίον και των δύο, ενώ οι δύο αγωγές είναι ουσιαστικά οι ίδιες και αμφότερες σχετίζονται ουσιαστικά με την κύρια απόφαση. Ενώ εκκρεμούσαν αυτές οι εφέσεις, η πιστώτρια τράπεζα πούλησε τις μεταβιβαζόμενες μετοχές σε τρίτο μέρος, στην εταιρεία O.B. Μετά από αυτήν την πώληση και το αίτημα της εταιρείας O.B., το Υπουργείο Εμπορίου κοινοποίησε απόφαση για την εγγραφή των μετόχων της εταιρείας στον οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένου ενός νέου Διευθύνοντα Συμβούλου, του Ι.Ρ.

Ο   Ι.Ρ. απέσυρε την έφεση της οφειλέτριας εταιρείας κατά της κύριας απόφασης και το Εφετείο απέρριψε την έφεση. Ενώ το δικαστήριο εξέτασε επί της ουσίας τη δεύτερη έφεση, η οποία δεν είχε αποσυρθεί, περιορίστηκε στο να διαπιστώσει ότι η διόρθωση έγινε δεόντως σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Υποστήριξε ρητά ότι δεν μπορούσε να εξετάσει τις υπόλοιπες παρατηρήσεις της οφειλέτριας εταιρείας, καθώς στην ουσία αφορούσαν την κύρια απόφαση.
Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 6, συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα του ατόμου του οποίου έχουν θιγεί ατομικά δικαιώματα να ασκήσει αγωγή άμεσα και ανεξάρτητα. Το Δικαστήριο σημειώνει συναφώς ότι οι προσφεύγοντες είχαν έννομο συμφέρον δεδομένου ότι η απόφαση του Δικαστηρίου επηρέασε τόσο τους ίδιους όσο και την οφειλέτρια εταιρεία. Επιπλέον, οι εφέσεις ασκήθηκαν νομότυπα και παραδεκτά αφού η εταιρεία εξακολουθούσε να εκπροσωπείται από τον μέχρι τότε διευθύνοντα σύμβουλο και πρώτο προσφεύγοντα.
Όσον αφορά την εκλογή του Ι.Ρ., το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι προσφεύγοντες άσκησαν έφεση κατά της απόφασης αυτής και ενημέρωσαν τα εθνικά δικαστήρια ότι το έπραξαν. Επιπλέον, αφού το Εφετείο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη, το Υπουργείο Οικονομικών, απαντώντας στην έφεση των προσφευγόντων, ακύρωσε την απόφαση σχετικά με την εγγραφή των μετόχων της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένης της εγγραφής του Ι.Ρ. Ως εκ τούτου, η απόφαση για το διορισμό του Ι.Ρ. δεν είχε γίνει ποτέ οριστική, καθώς ποτέ δεν έγινε δεκτή από ένα δευτεροβάθμιο όργανο.
Τέλος, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι σε μια μεταγενέστερη υπόθεση που αφορούσε την οφειλέτρια εταιρεία, τα ίδια εγχώρια δικαστήρια ανέστειλαν τη διαδικασία έως ότου διαπιστώθηκε ποιος ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το εάν ο επίδικος περιορισμός ήταν νόμιμος. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ήταν, η κυβέρνηση δεν προσκόμισε κανένα επιχείρημα όσον αφορά τον σκοπό της ή την αναλογικότητα μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και του σκοπού που εξυπηρετούσε όποιος και αν ήταν.
Το Δικαστήριο θεωρεί συνεπώς ότι η παρεμπόδιση των προσφευγόντων από τη δυνατότητα προσφυγής σε ένδικα μέσα που ευλόγως θεωρούσαν ότι ήταν δυνατά για αυτούς, ισοδυναμεί με δυσανάλογο εμπόδιο. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

β) Προσφ. αρ. 54839/17
Άρθρο 1 του ΠΠΠ

Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει επίσης ότι, σε όλα τα Κράτη Μέρη της Σύμβασης, η νομοθεσία που διέπει τις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου μεταξύ ιδιωτών, συμπεριλαμβανομένων των νομικών προσώπων, περιλαμβάνει κανόνες που καθορίζουν τις επιπτώσεις αυτών των νομικών σχέσεων σε σχέση με την περιουσία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, υποχρεώνουν ένα άτομο να μεταβιβάσει την κυριότητα σε άλλο. Αυτός ο κανόνας δεν μπορεί κατ’ αρχήν να θεωρηθεί αντίθετος με το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου, εκτός εάν ένα άτομο έχει στερηθεί αυθαίρετα και αδικαιολόγητα περιουσία υπέρ άλλου.
Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο σημειώνει καταρχάς ότι η διαδικασία εκτέλεσης που κίνησε η πιστώτρια τράπεζα είχε ως αποτέλεσμα την κατάσχεση και τη μεταφορά των μετοχών της οφειλέτριας εταιρείας στην τράπεζα. Το Δικαστήριο παρατηρεί επίσης ότι κανένα από τα μέρη δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη και το περιεχόμενο των συμβάσεων δανείου.
Σημειώνεται επίσης ότι η οφειλέτρια εταιρεία όντως ήταν υπερήμερη στην αποπληρωμή του δανείου. Συγκεκριμένα, κατά τη διαδικασία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ο πρώτος προσφεύγων, ως νόμιμος εκπρόσωπος της, αναγνώρισε το κύριο χρέος και διαφωνούσε μόνο με τους υπολογισμένους τόκους.
Το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι οι δανειακές συμβάσεις με τον όρο της εξασφάλισης με ενέχυρο, είχαν συναφθεί από τους προσφεύγοντες με τη δική τους ελεύθερη βούληση, και ότι αποδέχτηκαν τους όρους και ως εκ τούτου εγγυήθηκαν το τραπεζικό δάνειο με τις μετοχές που καθορίζονται σε αυτό. Επομένως, το γεγονός ότι ο κρατικός οργανισμός μετέφερε το αντικείμενο της δέσμευσης στον πιστωτή – σε αυτήν την περίπτωση τις μετοχές της οφειλέτριας εταιρείας – ενώ οι εφέσεις της εταιρείας εκκρεμούσαν στο Εφετείο, δεν ήταν ούτε προβλέψιμη ούτε παράνομη. Επίσης, δεν ήταν δυσανάλογο, δεδομένου ότι οι ίδιοι οι προσφεύγοντες είχαν συμφωνήσει να δεσμευτούν αρχικά και στην πιθανότητα ότι οι μετοχές της οφειλέτριας εταιρείας θα μπορούσαν να μεταφερθούν στον πιστωτή. Το Δικαστήριο, επομένως, δεν βρίσκει καμία ένδειξη ότι οι αποφάσεις αυτές βασίστηκαν σε αυθαίρετες ή προδήλως αδικαιολόγητες εκτιμήσεις ή ότι ήταν παράνομες βάσει του εσωτερικού δικαίου.
Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης ότι η οφειλέτρια εταιρεία, και ως εκ τούτου οι προσφεύγοντες είχαν την ευκαιρία να ασκήσουν έφεση κατά της απόφασης του Δικαστηρίου της 10ης Οκτωβρίου 2013, την οποία άσκησαν. Το γεγονός ότι το αποτέλεσμα της έφεσης δεν ήταν ευνοϊκό γι ‘αυτούς δεν σημαίνει ότι το κράτος δεν συμμορφώθηκε με τη θετική του υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, καθώς αποτελεί υποχρέωση μέσων και όχι αποτελέσματος .
Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η καταγγελία των προσφευγόντων σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΠΠΠ είναι προδήλως αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το άρθρο 35 §§ 3 στοιχείο α) και 4 της Σύμβασης.
Δίκαιη ικανοποίηση: 3.600 ευρώ για ηθική βλάβη (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες