Παιδιά γεννηθέντα από παρένθετη μητέρα στο εξωτερικό. Παραβιάζει την οικογενειακή ζωή η άρνηση καταχώρισης στο ληξιαρχείο του πιστοποιητικού γέννησης που αναγράφεται ως μητέρα η «επιδιωκόμενη» και όχι η βιολογική;

ΑΠΟΦΑΣΗ

C και E κατά Γαλλίας της 12.12.2019 (αριθ. προσφ. 1462/18 και 17348/18)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Γέννηση μέσω παρένθετης μητέρας και δικαίωμα αναγνώρισης γονικής σχέσης με το πρόσωπο που επιθυμεί το ίδιο το παιδί. Άρνηση των γαλλικών αρχών να εισάγουν στο γαλλικό ληξιαρχείο τα πλήρη στοιχεία των πιστοποιητικών γέννησης των παιδιών που γεννήθηκαν στο εξωτερικό μέσω παρένθετης μητέρας, των οποίων η τεκνοποίηση πραγματοποιήθηκε με τη χρήση των γαμετών του επιδιωκόμενου πατέρα και ενός τρίτου δωρητή αντίστοιχα, στο βαθμό που τα πιστοποιητικά γέννησης ορίζουν την «επιδιωκόμενη» μητέρα ως νόμιμη μητέρα.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η άρνηση των γαλλικών αρχών δεν ήταν δυσανάλογη, καθώς  το εθνικό δίκαιο παρέχει τη δυνατότητα αναγνώρισης της σχέσης γονέα-παιδιού μεταξύ των προσφευγόντων τέκνων και της μητέρας που επιδιώκουν να έχουν μέσω υιοθεσίας του παιδιού του άλλου συζύγου. Το Δικαστήριο παρατήρησε, ειδικότερα, ότι ο μέσος χρόνος αναμονής για μια απόφαση ανέρχεται μόνο σε 4,1 μήνες μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας πλήρους υιοθεσίας και 4,7 μήνες σε περίπτωση απλής υιοθεσίας. Το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα ότι οι προσφυγές είναι απαράδεκτες ως προδήλως αβάσιμες.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η Προσφυγή με αριθ. 1462/18 κατατέθηκε από τρεις Γάλλους υπηκόους: τον κ. C, την κα C, γεννηθέντες το 1963 και 1965 αντίστοιχα, και από ένα παιδί που γεννήθηκε το 2010.

Το παιδί γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 2010 στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχοντας συλληφθεί με τη χρήση των γαμετών του κ. C και ενός τρίτου δωρητή. Στο πιστοποιητικό γέννησης, το οποίο καταρτίστηκε τον Οκτώβριο του 2010 στη Florida, καταχωρήθηκε η  κα C ως μητέρα και ο κ. C ως ο πατέρας.

Το 2014, το ζεύγος ζήτησε να εισαχθούν τα στοιχεία του πιστοποιητικού γέννησης του παιδιού στο ληξιαρχείο γεννήσεων, γάμων και θανάτων στο γαλλικό προξενείο στο Μαϊάμι. Το αίτημα διαβιβάστηκε στο εισαγγελέα της πόλης της Νάντης , καθώς υπήρχαν ενδείξεις ότι ο κ. και η κα. C είχαν προσφύγει σε κυοφορία μέσω παρένθετης μητέρας.

Το 2015 ο κ. και η κα C ενημερώθηκαν από το εισαγγελέα της Νάντης  ότι το αίτημά τους για καταχώριση είχε απορριφθεί. Βασιζόμενοι στα άρθρα 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) και 14 (απαγόρευση των διακρίσεων) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το ζεύγος κίνησε διαδικασίες κατά του εισαγγελέα στο δικαστήριο της Νάντης , επιδιώκοντας να καταχωρηθούν τα στοιχεία του πιστοποιητικού γέννησης του παιδιού στο μητρώο γεννήσεων, γάμων και θανάτων του ληξιαρχείου.

Το 2016 το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημά τους. Το 2017 το Εφετείο επικύρωσε την εν λόγω απόφαση στο μέτρο που είχε δεχθεί την αίτηση καταχώρησης όσον αφορά τις έννομες σχέσεις πατέρα-παιδιού. Εντούτοις, ακύρωσε την απόφαση στο μέτρο που αφορούσε τη νομική σχέση μητέρας-παιδιού, με το σκεπτικό ότι το ζευγάρι είχε συνάψει συμφωνία κυοφορίας μέσω παρένθετη μητέρας στο εξωτερικό και η κα C. δεν είχε γεννήσει το παιδί.

Η προσφυγή με αριθ. 17348/18 κατατέθηκε από πέντε Γάλλους υπηκόους: τον κ. και την κα Ε., γεννηθέντες το 1962 και 1969, και από τρία παιδιά που γεννήθηκαν το 2014.

Τα τρία παιδιά γεννήθηκαν τον Φεβρουάριο του 2014 στη Γκάνα, έχοντας συλληφθεί χρησιμοποιώντας τους γαμέτες του κ. Ε και ενός τρίτου δωρητή. Στα πιστοποιητικά γέννησής τους, που καταρτίστηκαν στη Γκάνα τον Μάιο του 2014, καταχωρήθηκε η κα. Ε ως μητέρα τους και ο κ. Ε ως ο πατέρας τους. Ο κ. και η κα Ε ζήτησαν από τη γαλλική πρεσβεία στην Γκάνα να καταχωρίσει τα στοιχεία των πιστοποιητικών γέννησης στο μητρώο.

Το 2014, ο Εισαγγελέας της Νάντης ενημέρωσε το ζευγάρι ότι επειδή τα παιδιά γεννήθηκαν μέσω παρένθετης μητέρας, που απαγορεύεται από το άρθρο 16-7 του γαλλικού αστικού κώδικα, είχε αποφασίσει να αναβάλει την καταχώριση των στοιχείων των πιστοποιητικών γέννησης εν αναμονή των εντολών του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Το 2015, ο κ. και η κα Ε  προσέφυγαν κατά της απόφασης του  Εισαγγελέα της Νάντης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ζητώντας την εγγραφή των στοιχείων των πιστοποιητικών γέννησης των τριών παιδιών. Το δικαστήριο δέχθηκε το αίτημά τους και η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Εφετείο το Μάρτιο του 2017.

Το 2018, ύστερα από αναίρεση από τον Εισαγγελέα, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του Εφετείου κατά το μέτρο που είχε διατάξει την καταχώρηση των στοιχείων των πιστοποιητικών γέννησης όσον αφορά την έννομη σχέση μητέρας-παιδιού.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής)

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, στις 10 Απριλίου 2019, είχε διατυπώσει γνωμοδότηση σχετικά με περιπτώσεις κατά τις οποίες τα παιδιά είχαν γεννηθεί στο εξωτερικό μετά από κυοφορία μέσω παρένθετης μητέρας, τα οποία συνελήφθησαν με τη χρήση των γαμετών του επιδιωκόμενου πατέρα και ενός τρίτου δωρητή και όπου η νομική σχέση μεταξύ του παιδιού και του επιδιωκόμενου πατέρα είχε αναγνωριστεί από την εθνική νομοθεσία.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα προσφεύγοντα παιδιά στην παρούσα υπόθεση βρίσκονταν στην ίδια θέση. Επίσης παρατήρησε ότι το εθνικό δίκαιο παρέχει τη δυνατότητα αναγνώρισης της σχέσης γονέα-παιδιού μεταξύ των παιδιών και της επιδιωκόμενης μητέρας τους μέσω της υιοθεσίας των παιδιών του άλλου συζύγου.

Αυτό ήταν σαφές από τις αποφάσεις του Ακυρωτικού Δικαστηρίου της 5ης Ιουλίου 2017, και το Δικαστήριο δεν είχε κανένα λόγω να αμφιβάλλει για τις διαβεβαιώσεις που έδωσε η κυβέρνηση σχετικά. Ήταν αλήθεια ότι αυτή η δυνατότητα είχε διαπιστωθεί με βεβαιότητα από τις 5 Ιουλίου 2017, όταν το παιδί C ήταν επτά ετών και τα παιδιά της οικογένειας Ε ήταν ηλικίας τριών ετών και κατά πάσα πιθανότητα αρκετός χρόνος παρήλθε αφού η σχέση μεταξύ των παιδιών και της επιδιωκόμενης μητέρας τους έγινε πρακτικά πραγματικότητα. Στη συμβουλευτική γνωμοδότησή του της 10ης Απριλίου 2019, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, το αργότερο όταν, σύμφωνα με την εκτίμηση των περιστάσεων κάθε περίπτωσης, η σχέση μεταξύ του παιδιού και της επιδιωκόμενης μητέρας είχε γίνει μια πραγματικότητα στην πράξη, πρέπει να υπάρχει ένας αποτελεσματικός μηχανισμός  που να επιτρέπει την αναγνώριση αυτής της σχέσης. Εντούτοις, το Δικαστήριο έκρινε ότι στο παρόν δεν θα επιβάρυνε υπερβολικά τα παιδιά να αναμένουν από τους προσφεύγοντες να κινήσουν τις διαδικασίες υιοθεσίας για το σκοπό αυτό. Το Δικαστήριο παρατήρησε ειδικότερα, όπως προέκυψε από τις πληροφορίες που έδωσε η κυβέρνηση, ότι ο μέσος χρόνος αναμονής για μια απόφαση σε περίπτωση πλήρους υιοθεσίας ήταν μόνο 4,1 μήνες και 4,7 μήνες σε περίπτωση απλής υιοθεσίας.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η άρνηση των γαλλικών αρχών να καταχωρίσουν τα στοιχεία των πιστοποιητικών γέννησης τέκνων των αλλοδαπών στο γαλλικό ληξιαρχείο, στο βαθμό που στα πιστοποιητικά ήταν καταχωρημένη η επιδιωκόμενη μητέρα ως μητέρα των παιδιών δεν ήταν δυσανάλογη με   τους επιδιωκόμενους στόχους. Αυτό το τμήμα των προσφυγών ήταν επομένως προδήλως αβάσιμο.

Άρθρο 14 (απαγόρευση των διακρίσεων) σε συνδυασμό με το άρθρο 8

Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η μόνη διαφορά μεταξύ «άλλων παιδιών που γεννήθηκαν στο εξωτερικό» και «παιδιών τα οποία γεννήθηκαν μετά από κύηση με παρένθετη μητέρα» ήταν ότι τα τελευταία δεν θα μπορούσαν να καταχωρίσουν τα πλήρη στοιχεία του αλλοδαπού πιστοποιητικού γέννησης στο ληξιαρχείο και έπρεπε να προσφύγουν στην υιοθεσία. Επισήμανε  ότι προέκυπτε, από τις εξηγήσεις της Κυβέρνησης,  ότι ήταν σαφής η διαφορά στη μεταχείριση σχετικά με τα μέσα δημιουργίας της έννομης σχέσης μητέρας-παιδιού, και  ότι για το θέμα αυτό υπήρχε εποπτεία από τα δικαστήρια. Κατέστησε δε δυνατή την επαλήθευση υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε περίπτωσης, δηλαδή το εάν ήταν προς το συμφέρον ενός παιδιού που γεννήθηκε μέσω παρένθετης μητέρας, να δημιουργήσει σχέση με την επιδιωκόμενη μητέρα. Επιπλέον, το Δικαστήριο είχε αναφέρει στην γνωμοδότησή του της 10.04.2019 ότι η επιλογή των μέσων με τα οποία θα επιτρέπεται η αναγνώριση της έννομης σχέσης μεταξύ του παιδιού και των γονέων που επιθυμούν αυτή τη σχέση, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του περιθωρίου εκτίμησης των κρατών μελών και ότι το άρθρο 8 δεν επέβαλε γενική υποχρέωση στα κράτη να αναγνωρίζουν από την αρχή μια σχέση γονέα-παιδιού μεταξύ του παιδιού και της μητέρας που επιθυμεί.

Κατά συνέπεια, η καταγγελλόμενη διαφορά μεταχείρισης βασιζόταν σε αντικειμενικό και εύλογο κριτήριο αιτιολόγησης. Έτσι έκρινε το τμήμα αυτό των προσφυγών προδήλως αβάσιμο.

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες