Ομοφοβικά σχόλια, ρητορική μίσους και καταδίκη σε πρόστιμο. Μη παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης του σχολιαστή

ΑΠΟΦΑΣΗ

Carl Jóhann Lilliendahl κατά Ισλανδίας της 11.06.2020 (αριθμ. προσφ. 29297/18)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ελευθερία έκφρασης και ρητορική μίσους κατά λεσβιών, ομόφυλων, αμφιφυλόφιλων ή τρανσέξουαλ. Καταδίκη του προσφεύγοντος και επιβολή προστίμου για ομοφοβικά σχόλια που είχε κάνει ως απάντηση σε διαδικτυακό άρθρο. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα σχόλια του προσφεύγοντος ισοδυναμούσαν με ρητορική μίσους σύμφωνα με τη νομολογία του. Αποδέχθηκε τη διαπίστωση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ισλανδίας ότι τα σχόλια ήταν «σοβαρά, επιβλαβή και επιζήμια», και ότι η απόφαση που είχε αρχικά πυροδοτήσει τη συζήτηση, σχετικά με τα μέτρα ενίσχυσης της εκπαίδευσης σε σχολεία αναφορικά με την κοινότητα λεσβιών, ομόφυλων, αμφιφυλόφιλων ή τρανσέξουαλ δεν δικαιολογούσε τόσο σοβαρή αντίδραση.

Οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων στην υπόθεση, λήφθηκαν μετά από εξισορρόπηση των δικαιωμάτων στην ελευθερία έκφρασης (του προσφεύγοντος) και στην ταυτότητα φύλου και σεξουαλικό προσδιορισμό (των μειονοτήτων) και ήταν ως εκ τούτου λογικές και δικαιολογημένες. Απαράδεκτη η προσφυγή.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Carl Jóhann Lilliendahl είναι Ισλανδός υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1946 και ζει στο Ρέικιαβικ.

Τον Απρίλιο του 2015, οι τοπικές αρχές του Hafnarfjörður, μιας πόλης της Ισλανδίας, ενέκριναν πρόταση ενίσχυσης της εκπαίδευσης στα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια σχολεία  σχετικά με ζητήματα για λεσβίες, ομόφυλους, αμφιφυλόφιλους ή τρανσέξουαλ. Η πρωτοβουλία θα λάμβανε χώρα σε συνεργασία με την εθνική LGBT ένωση, Samtökin ‘78.

Η απόφαση οδήγησε σε ουσιαστική δημόσια συζήτηση, σε ειδησεογραφικά πρακτορεία και κοινωνικά μέσα, στην οποία ο προσφεύγων συμμετείχε. Συγκεκριμένα έγραψε σχόλια ως απάντηση σε ένα διαδικτυακό άρθρο, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του και χρησιμοποιώντας υποτιμητικές λέξεις για τους ομόφυλους, όπως το kynvilla (σεξουαλική απόκλιση) και kynvillingar (σεξουαλικές αποκλίσεις).

Το Samtökin ‘78 ανέφερε τα σχόλια του προσφεύγοντος στην αστυνομία. Μετά από έρευνα,  κατηγορήθηκε τον Νοέμβριο του 2016 σύμφωνα με το άρθρο 233 (α) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο ποινικοποιεί το δημόσιο χλευασμό, τη δυσφήμιση, την απειλή ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων λόγω προτιμήσεων και χαρακτηριστικών,  συμπεριλαμβανομένου του σεξουαλικού τους προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου.

Ο προσφεύγων αθωώθηκε πρωτοδίκως, αλλά τον Δεκέμβριο του 2017, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την απόφαση του δικαστηρίου και τον καταδίκασε σε πρόστιμο 100.000 ισλανδικών krónur (περίπου 800 ευρώ εκείνη τη περίοδο).

Το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα σχόλια του προσφεύγοντος ήταν «σοβαρά, βλαβερά και επιζήμια», και σταθμίζοντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα της υπόθεσης, έκρινε ότι ήταν δικαιολογημένος και απαραίτητος ο περιορισμός της ελευθερίας έκφρασης του προσφεύγοντος προκειμένου να εξουδετερωθούν οι προκαταλήψεις, το μίσος και η περιφρόνηση για την προστασία των δικαιωμάτων των κοινωνικών ομάδων που έχουν ιστορικά υποστεί διάκριση.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 10

Αρχικά, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα σχόλια του προσφεύγοντος δεν αντιστοιχούσαν στη σοβαρότερη μορφή «ρητορικής μίσους» όπως εντοπίζεται στη νομολογία του, η οποία θα μπορούσε να αποκλειστεί από την προστασία του άρθρου 10 μέσω της εφαρμογής του άρθρου 17 (απαγόρευση κατάχρησης δικαιωμάτων). Αν και τα σχόλια ήταν πολύ επιζήμια, δεν ήταν αμέσως σαφές ότι είχαν ως στόχο την υποκίνηση βίας ή μίσους ή καταστρατήγηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που προστατεύονται από τη Σύμβαση.

Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπίστωσε, όπως το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισλανδίας, ότι τα σχόλια είχαν προωθήσει τη μισαλλοδοξία και το μίσος κατά των ομοφύλων. Επομένως, θεώρησε ότι συμπεριλαμβάνονταν στη λιγότερο σοβαρή μορφή «ρητορικής μίσους» σύμφωνα με τη νομολογία του,  όπου είχε προηγουμένως κρίνει ότι τα κράτη δικαιούνται να περιορίσουν.

Συμφώνησε επίσης με το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το άρθρο 233 (α) του Ποινικού Κώδικα διατυπώνονταν με αρκετά σαφή τρόπο ώστε ο προσφεύγων θα  μπορούσε  να προβλέψει ότι θα είχε εφαρμογή στην περίπτωσή του. Η παρέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης είχε επομένως ήταν σύμφωνη με το νόμο και επιπλέον επιδίωξε τον νόμιμο στόχο της «προστασίας των δικαιωμάτων των άλλων».

Όσον αφορά την αναλογικότητα της παρέμβασης, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εκτίμηση της φύσης και της σοβαρότητας των σχολίων εκ μέρους του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν ήταν προφανώς παράλογη. Ούτε  η ποινή που είχε επιβάλει (πρόστιμο περίπου 800 ευρώ και όχι ποινή φυλάκισης) ήταν υπερβολική.

Πράγματι, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε σταθμίσει εκτενώς τα διακυβευόμενα αντικρουόμενα συμφέροντα, δηλαδή το δικαίωμα του προσφεύγοντος στην ελευθερία της έκφρασης και των δικαιωμάτων των ομοφύλων στην ιδιωτική ζωή.

Επομένως, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η καταγγελία του προσφεύγοντος βάσει του άρθρου 10 ήταν προδήλως αβάσιμη και την απέρριψε ως απαράδεκτη.

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες