Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δικαιούνται να κηρύττουν την θρησκεία τους και να διανέμουν τα βιβλία τους. Παράνομη κράτηση

ΑΠΟΦΑΣΗ

Nasirov κ.α. κατά Αζερμπαϊτζάν της 20.02.2020 (αριθ. προσφ. 58717/10)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι προσφεύγοντες είναι υπήκοοι του Αζερμπαϊτζάν και Μάρτυρες του Ιεχωβά. Όλοι οι προσφεύγοντες μεταφέρθηκαν σε αστυνομικά κέντρα μετά την απόπειρα να κηρύξουν από πόρτα σε πόρτα τη θρησκεία τους, και κρατήθηκαν διοικητικά χωρίς επίσημη καταγραφή για τουλάχιστον 3 ώρες επειδή διένειμαν θρησκευτικά βιβλία. Τα εγχώρια Δικαστήρια διέταξαν την επιστροφή των κατασχεμένων βιβλίων αλλά μόνο για δική τους εσωτερική χρήση.

Άρθρο 5

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο  5§1 είναι θεμελιώδης αρχή και ότι καμία αυθαίρετη κράτηση δεν μπορεί να είναι συμβατή,  έτσι ώστε η στέρηση της ελευθερίας να μπορεί να είναι νόμιμη με όρους του εσωτερικού δικαίου, αλλά παρά ταύτα  αυθαίρετη και κατά συνέπεια αντίθετη προς τη Σύμβαση.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η κράτηση των προσφευγόντων δεν ήταν καταγεγραμμένη, δεν εξυπηρετούσε κανένα  υπέρτερο στόχο όπως η διασφάλιση της ορθής εξέτασης της υπόθεσης ή της επιβολής ποινής, συνεπώς έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 της σύμβασης.

Άρθρο 9

Το Δικαστήριο τόνισε ότι αυτή η πτυχή του δικαιώματος που διατυπώνεται στο άρθρο 9§1, για το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία και στην αλλαγή της θρησκείας ή πεποιθήσεων, είναι απόλυτη και ανεπιφύλακτη.

Στην υπό κρίση περίπτωση διαπίστωσε ότι οι αποφάσεις των εγχώριων Δικαστηρίων ήταν αντιφατικές για το περιεχόμενο των βιβλίων και διαπίστωσε ότι στα εγχώρια Δικαστήρια δεν προσκομίστηκαν ή εξετάστηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ακατάλληλες μεθόδους προσηλυτισμού από μέλη της κοινότητας των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Κατά συνέπεια έκρινε ότι η επίδικη παρέμβαση της κατάσχεσης των βιβλίων  δεν ήταν «νόμιμη» κατά την έννοια του άρθρου 9 § 2 της Σύμβασης.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 5§1

Άρθρο 9

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Famil Zakir oglu Nasirov, Amina Talat gizi Mammadova, Gulnaz Mahammadali gizi Hasanova, Salatin Ali gızı Iskandarova, Shafiga Mahammad gizi Mammadova, Rahima Amikishi gizi Huseynova, και Aygul Novruz gizi Nasirova είναι υπήκοοι του Αζερμπαϊτζάν  και ζουν όλοι στο ίδιο κράτος.

Η υπόθεση αφορούσε καταγγελίες παρέμβασης στα δικαιώματά τους ενώ κήρυτταν ως  Μάρτυρες του Ιεχωβά.

Όλοι οι προσφεύγοντες μεταφέρθηκαν σε αστυνομικά κέντρα μετά την προσπάθεια να κηρύξουν την πίστη τους από πόρτα σε πόρτα  το 2010.

Επιβλήθηκε σε όλους τους προσφεύγοντες, εκτός από τον δεύτερο προσφεύγοντα, πρόστιμο περίπου 200 ευρώ (σε τοπικό νόμισμα) από τα πρωτοβάθμια δικαστήρια στις πόλεις αντίστοιχα για τη διανομή της λογοτεχνίας που δεν είχε προηγουμένως εγκριθεί για εισαγωγή.

Οι εφέσεις τους, στις οποίες οι προσφεύγοντες επικαλέστηκαν διάφορα άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης           Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, είχαν κατ’ ελάχιστο διαφορετικά αποτελέσματα. Στην υπόθεση του πρώτου προσφεύγοντος, το εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, διαπιστώνοντας ότι τα βιβλία που είχε διανείμει είχαν επιτραπεί μόνο για τους εσωτερικούς σκοπούς των εν λόγω θρησκευτικών οργανώσεων.  Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέπεμψε την έφεση του δεύτερου προσφεύγοντα  πίσω για νέα κρίση τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε και πάλι ένοχο και διέταξε την επιστροφή των κατασχεθέντων βιβλίων.

Στην υπόθεση του τρίτου , τέταρτου και πέμπτου προσφευγόντων το εφετείο διέταξε τη επιστροφή όλων των βιβλίων εκτός από «Τι πραγματικά διδάσκει το Ιερό Βιβλίο;»  στην έδρα των Μαρτύρων του Ιεχωβά στο Μπακού.  Έκρινε ότι ο συγκεκριμένος τίτλος που είχαν διανείμει είχε  απαγορευτεί από την Επιτροπή και ότι τα υπόλοιπα επιτρέπονται μόνο για εσωτερική χρήση στα κεντρικά γραφεία του οργανισμού.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ακύρωσε τις πρωτοβάθμιες αποφάσεις στην υπόθεση του έκτου και του έβδομου προσφεύγοντος και διαπίστωσε ότι παρόλο που είχαν στην κατοχή τους βιβλία απαγορευμένα, τα στοιχεία δεν έδειχναν ότι τα διένειμαν. Το δικαστήριο έπαυσε την ποινική δίωξη και διέταξε η κατασχεθείσα περιουσία να τους επιστραφεί.

Ο τρίτος, ο τέταρτος, ο πέμπτος, ο έκτος και ο έβδομος προσφεύγων υπέβαλαν καταγγελία σύμφωνα με το άρθρο 5 § 1 (δικαίωμα στην ελευθερία και ασφάλεια) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης ότι η σύλληψή τους και η κράτησή τους ήταν παράνομες.

Όλοι οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν για παραβίαση του άρθρου 9 (ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας).

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ….

Άρθρο 5

Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει ένα θεμελιώδες δικαίωμα, δηλαδή την προστασία του ατόμου από την αυθαίρετη επέμβαση του κράτους στο  δικαίωμά του στην ελευθερία και στην ασφάλεια. Κατά τη διακήρυξη του «δικαιώματος στην ελευθερία», η παράγραφος 1 του άρθρου 5 εξετάζει τη φυσική ελευθερία του προσώπου. ο στόχος του είναι να εξασφαλίσει ότι κανείς δεν πρέπει να στερηθεί αυτή την ελευθερία  με αυθαίρετο τρόπο. Τα εδάφια α) έως στ) του άρθρου 5 § 1 περιλαμβάνουν εξαντλητικό κατάλογο επιτρεπτών λόγων με τους οποίους τα πρόσωπα μπορούν να στερηθούν την ελευθερία τους και η στέρηση της ελευθερίας δεν είναι νόμιμη, εκτός αν εμπίπτει σε έναν από τους λόγους αυτούς.

Το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξακριβώσει αν η στέρηση της ελευθερίας από τους προσφεύγοντες ήταν σύμφωνη με τις απαιτήσεις του άρθρου 5 § 1 και δεν ήταν αυθαίρετη.  Ωστόσο, η τήρηση του εθνικού δικαίου δεν αρκεί: το άρθρο 5 § 1 απαιτεί επιπλέον ότι κάθε στέρηση της ελευθερίας πρέπει να συνάδει με τον σκοπό του άρθρου 5, δηλαδή την προστασία των ατόμων από την αυθαιρεσία. Είναι θεμελιώδης αρχή ότι καμία κράτηση που είναι αυθαίρετη μπορεί να είναι συμβατή με το άρθρο 5 § 1 και η έννοια της «αυθαιρεσίας» στο άρθρο 5 § 1 εκτείνεται πέρα ​​από την έλλειψη συμμόρφωσης με το εθνικό δίκαιο, έτσι ώστε η στέρηση της ελευθερίας να μπορεί να είναι νόμιμη με τους όρους του εσωτερικού δικαίου, αλλά αυθαίρετη και κατά συνέπεια αντίθετη προς την ΕΣΔΑ.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει κατ΄ αρχάς ότι, αν οι αστυνομικοί θεωρούσαν ότι οι προσφεύγοντες διέπραξαν διοικητική παράβαση, υποχρεούνταν να συντάξουν έκθεση διοικητικής παράβασης.

Δεύτερον, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι δεν καταρτίστηκε κανένα αρχείο διοικητικής σύλληψης για κανέναν από τους προσφεύγοντες αφού είχαν οδηγηθεί στους αστυνομικούς σταθμούς. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η στέρηση της ελευθερίας των προσφευγόντων δεν υπερέβαινε τις τρεις ώρες που επιτρέπονται από την εσωτερική νομοθεσία όπως υποβλήθηκε από την κυβέρνηση, φαίνεται ότι αυτή η στέρηση της ελευθερίας δεν ήταν καθόλου τεκμηριωμένη και αποτελούσε κράτηση μη καταγεγραμμένη και μη αναγνωρισμένη, σύμφωνα  δε με πάγια νομολογία, είναι μια πλήρης άρνηση των βασικά σημαντικών εγγυήσεων που περιέχονται στο άρθρο 5 της Σύμβασης και αποκαλύπτει μια σοβαρή παραβίαση της εν λόγω διάταξης

Τρίτον, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 398 παρ. 1 του CAO, η διοικητική κράτηση θα μπορούσε να εφαρμοστεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δηλαδή όταν ήταν «αναγκαία» λόγω της ειδικής κατάστασης που αντικειμενικά υποδεικνύει ότι χωρίς ένα τέτοιο μέτρο θα ήταν «αδύνατη » η επίτευξη των υποχρεωτικών στόχων, όπως η διασφάλιση της ορθής εξέτασης της υπόθεσης ή η επιβολή ποινής.

Οι προεκτεθείσες σκέψεις αρκούν για να καταστήσουν δυνατό στο Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η στέρηση της ελευθερίας του τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου και έβδομου προσφεύγοντα ήταν αδικαιολόγητη, αυθαίρετη και περιττή, ανεξαρτήτως της διάρκειας της.

Επομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 όσον αφορά τον τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο προσφεύγοντα.

ΑΡΘΡΟ 9

Όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 9, η ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας είναι ένα από τα θεμέλια μιας «δημοκρατικής κοινωνίας» κατά την έννοια της Σύμβασης. Αυτή η ελευθερία είναι, στη θρησκευτική της διάσταση, ένα από τα πιο ζωτικά στοιχεία που συνθέτουν την ταυτότητα των πιστών και την αντίληψή τους για τη ζωή, αλλά είναι επίσης πολύτιμο πλεονέκτημα για τους αθεϊστές, τους αγνωστικούς, τους σκεπτικιστές και τους αδιάφορους. Ο πλουραλισμός που δεν μπορεί να διαχωριστεί από μια δημοκρατική κοινωνία, η οποία έχει κερδηθεί κατά τη διάρκεια των αιώνων, εξαρτάται από αυτήν. Αυτή η ελευθερία συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, την ελευθερία να έχουν ή όχι θρησκευτικές πεποιθήσεις και να πρεσβεύουν  ή να μην πρεσβεύουν  θρησκεία.

Η θρησκευτική ελευθερία είναι κατά κύριο λόγο θέμα ατομικής σκέψης και συνείδησης. Αυτή η πτυχή του δικαιώματος που διατυπώνεται στο άρθρο 9, παρ. 1, για την θρησκευτική πίστη και την αλλαγή θρησκείας ή πεποιθήσεων, είναι απόλυτη και ανεπιφύλακτη. Ωστόσο, όπως εξάλλου ορίζεται στο άρθρο 9 § 1, η θρησκευτική ελευθερία περιλαμβάνει επίσης την ελευθερία έκφρασης των πεποιθήσεων τόσο σε προσωπικό επίπεδο, όσο και την πρακτική έκφρασης σε κοινότητα με άλλους και δημοσίως. Η εκδήλωση της θρησκευτικής πίστης μπορεί να λάβει τη μορφή λατρείας, διδασκαλίας, άσκησης και τήρησης. Η μαρτυρία με λόγια και πράξεις συνδέεται με την ύπαρξη θρησκευτικών πεποιθήσεων. Δεδομένου ότι η εκδήλωση ενός θρησκευτικού προσανατολισμού από ένα άτομο μπορεί να έχει αντίκτυπο σε άλλους, οι συντάκτες της Σύμβασης, προσδιόρισαν αυτή την πτυχή της θρησκευτικής ελευθερίας με τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 9 § 2. Η δεύτερη παράγραφος προβλέπει ότι κάθε περιορισμός που επιβάλλεται για την ελευθερία του ατόμου να εκδηλώσει την θρησκεία ή πεποιθήσεις του πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να είναι απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία που επιδιώκει έναν ή περισσότερους από τους νόμιμους στόχους που εκτίθενται σε αυτό.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι τα μέρη δεν αμφισβητούν ότι τα μέτρα που ελήφθησαν μετά την κατανομή της θρησκευτικής λογοτεχνίας από τους προσφεύγοντες συνιστούσαν παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματός τους για θρησκευτική ελευθερία, όπως κατοχυρώνονται από το άρθρο 9 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο συμμερίζεται αυτή την άποψη.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η κυβέρνηση στηρίχθηκε στο άρθρο 300.0.2 του CAO ως νομική βάση για την παρέμβαση στο δικαίωμα των προσφευγόντων.

Εντούτοις, το επιχείρημα της Κυβέρνησης από αυτή την άποψη αντικρούεται από τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, οι οποίες διαπίστωσαν ότι τα βιβλία που είχαν στην κατοχή τους οι προσφεύγοντες δεν είχαν απαγορευτεί για εισαγωγή από την Επιτροπή και διέταξαν την επιστροφή τους στους προσφεύγοντες. Επιπλέον, παρόλο που οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων ήταν αντιφατικές όσον αφορά το βιβλίο με τίτλο «Τι πραγματικά διδάσκει το ιερό βιβλίο;», το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το έγγραφο της Επιτροπής της 1ης Ιουλίου 2006 που επιτρέπει την εισαγωγή 1.000 αντιγράφων του βιβλίου αυτού . Η κυβέρνηση δεν παρείχε καμία εξήγηση σχετικά με αυτή την αντίφαση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα επίμαχα βιβλία δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν βιβλιογραφία θρησκευτικού χαρακτήρα που εισάγεται χωρίς τη συναίνεση της αρμόδιας αρχής και ότι η κατανομή τους δεν μπορούσε να εμποδιστεί βάσει του άρθρου 300.0. 2 του CAO.

Το Δικαστήριο δεν μπορεί επίσης να δεχθεί τη συλλογιστική των εθνικών δικαστηρίων σύμφωνα με την οποία η χρήση της εν λόγω θρησκευτικής λογοτεχνίας περιοριζόταν στους εσωτερικούς σκοπούς της θρησκευτικής οργάνωσης στην κατατεθειμένη νομική της διεύθυνση και ότι τα βιβλία δεν μπορούσαν να διανεμηθούν σε δημόσιους χώρους σε  ανθρώπους που δεν ήταν μέλη των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι τα εγχώρια δικαστήρια παρέλειψαν να επικαλεστούν  οποιαδήποτε διάταξη του εσωτερικού δικαίου όταν ερμήνευαν με τόσο περιοριστικό τρόπο την έκταση της χρήσης από τους πιστούς της νομίμως εισαγόμενης θρησκευτικής λογοτεχνίας.

Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης ότι, αν και ορισμένες από τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων αναφέρθηκαν στη δημόσια διαταραχή και την εισβολή στην ιδιωτική ζωή των άλλων, που προκλήθηκε από την πρακτική των προσφευγόντων  να κηρύξουν πόρτα – πόρτα, οι διαπιστώσεις τους περιορίζονταν σε μια σύντομη αιτιολογία και δεν υποστηρίχθηκαν από πειστικές αποδείξεις. Επιπλέον, αφήνοντας πίσω το ερώτημα αν η νομοθεσία του  Αζερμπαϊτζάν προέβλεπε οποιοδήποτε αδίκημα του προσηλυτισμού, κάτι που δεν συμβαίνει, δεν προσκομίστηκαν ή εξετάστηκαν στην εγχώρια διαδικασία στοιχεία που να αποδεικνύουν ακατάλληλες μεθόδους προσηλυτισμού από μέλη της κοινότητας των Μαρτύρων του Ιεχωβά, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Κυβέρνησης ενώπιον του Δικαστηρίου.

Οι προαναφερθείσες σκέψεις αρκούν για να επιτρέψουν στο Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη επέμβαση δεν ήταν «νόμιμη» κατά την έννοια του άρθρου 9 § 2 της Σύμβασης.

Αφού κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να βεβαιωθεί ότι τηρήθηκαν οι λοιπές απαιτήσεις του άρθρου 9 § 2 (όσον αφορά τον «νόμιμο σκοπό» και την «αναγκαιότητα της επέμβασης»).

Παραβίαση του άρθρου 5 § 1 (όσον αφορά τον τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο προσφεύγοντα).

Παραβίαση του άρθρου 9  για όλους τους προσφεύγοντες

Δίκαιη ικανοποίηση: 3.000 ευρώ σε καθένα των προσφευγόντων  για ηθική βλάβη,  103 ευρώ στον πρώτο προσφεύγοντα και 96 ευρώ  στον τρίτο, τέταρτο και  πέμπτο προσφεύγοντα ως αποζημίωση (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες