Ο προσωπικός χώρος σε κελί (1,72 έως 2,76μ.) συνιστά απάνθρωπη μεταχείριση. Δεν αποδείχτηκε έλλειψη αμεροληψίας δικαστή που μείωσε την ποινή του κατηγορουμένου

ΑΠΟΦΑΣΗ

George-Laviniu Ghiurău κατά Ρουμανίας της 16.06.2020 (αρ. προσφ. 15549/16)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Συνθήκες κράτησης  στις φυλακές. Δίκαιη δίκη, αμεροληψία δικαστών και εξέταση μαρτύρων.

Ο προσφεύγων καταδικάστηκε για βαριά σωματική βλάβη σε ποινή φυλάκισης 2 ετών. Προσέφυγε στο Στρασβούργο παραπονούμενος για ανεπαρκείς συνθήκες κράτησης, έλλειψη αμεροληψίας δικαστών που δίκασαν στον β’ βαθμό και αποτυχία του αρχών να εντοπίσουν βασικό μάρτυρα.

Κατά τη νομολογία του Στρασβούργου όταν ο προσωπικός χώρος στο κελί είναι περιορισμένος και  κυμαίνεται μεταξύ 1,72 m2 και 2,76 m2 στοιχειοθετείται απάνθρωπη μεταχείριση και έκρινε παραβίαση του άρθρου 3 για τον προσφεύγοντα για το χρονικό διάστημα που κρατήθηκε σε τέτοιο κελί. Αντιθέτως όταν μεταφέρθηκε σε μεγαλύτερο κελί, διέθετε χρόνο για εργασία και για προαυλισμό και δεν διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Ο προσφεύγων παραπονέθηκε για έλλειψη αμεροληψίας δικαστή εξαιτίας του ότι δικαστής του εφετείου που τον δίκασε γνώριζε τον γιό του θύματος και δήλωσε ο ίδιος αποχή αλλά δεν έγινε δεκτή.  Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι αμφιβολίες του προσφεύγοντα  δεν δικαιολογούνται αντικειμενικά αφού το δικαστήριο μείωσε την ποινή του. Δεν διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 6§1 όσον αφορά την αμεροληψία δικαστή.

Τέλος όσον αφορά την καταγγελία για αποτυχία των αρχών να εντοπίσουν βασικό μάρτυρα, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι το Εφετείο ανέγνωσε την προανακριτική  κατάθεση του μάρτυρα που δεν εντοπίστηκε, και ότι ο προσφεύγων παρουσίασε πληθώρα αντισταθμιστικών αποδεικτικών στοιχείων για την υπεράσπιση του. Καμία παραβίαση του άρθρου 6§3δ όσον αφορά τον μάρτυρα.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3

Άρθρο 6§1

Άρθρο 6§ 1 και 3 (δ)

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων George-Laviniu Ghiurău, είναι Ρουμάνος υπήκοος ο οποίος γεννήθηκε το 1987 και ζει στην πόλη Oradea.

Η υπόθεση αφορούσε καταγγελία του σχετικά με τη διάρκεια και τον εικαζόμενο άδικο χαρακτήρα της καταδίκης  εναντίον του, λόγω έλλειψης αμεροληψίας του δικαστηρίου που είχε δικάσει  την έφεσή του και την αποτυχία του δικαστηρίου  να συναγάγει αποδείξεις από τον μάρτυρα που κατέθεσε εναντίον του. Ο προσφεύγων επίσης παραπονέθηκε για τις συνθήκες κράτησής του στη φυλακή Oradea.

Στις 12 Αυγούστου 2010 ασκήθηκε ποινική δίωξη  εναντίον του προσφεύγοντος από το θύμα τον οποίο είχε  χτυπήσει και τραυματίσει. Στις 18 Νοεμβρίου 2010, η εισαγγελία αποφάσισε να κινήσει ποινικές διαδικασίες και πραγματοποίησε μια σειρά από διερευνητικά βήματα.

Σε κατηγορητήριο της 16ης Ιουλίου 2013, ο προσφεύγων παραπέμφθηκε  σε δίκη με την κατηγορία ότι προκάλεσε βαριές σωματικές βλάβες.

Στις 26 Μαρτίου 2015, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων είχε κτυπήσει το θύμα, προκαλώντας τραυματισμούς, για τους οποίους υποβλήθηκε σε θεραπεία 70 ημερών και είχε ως αποτέλεσμα μόνιμη σωματική αναπηρία.

Το δικαστήριο καταδίκασε τον προσφεύγοντα σε ποινή φυλάκισης δύο ετών και οκτώ μηνών για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και τον διέταξε να καταβάλει αποζημίωση στο θύμα. Ο προσφεύγων άσκησε έφεση. Στις 27 Μαΐου 2015 η δικαστής  S.L. ζήτησε άδεια να απέχει από την υπόθεση, δηλώνοντας ότι γνώριζε τον γιο του πολιτικώς ενάγοντος. Το αίτημα αποχής  εξετάστηκε από σύνθεση του Εφετείου, η οποία το απέρριψε με την αιτιολογία ότι η κατάσταση του δικαστή S.L. δεν αντιστοιχούσε σε καμία από τις περιπτώσεις ασυμβατότητας που προβλέπονται από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι είχε κάποιο συμφέρον από την υπόθεση.

Ο προσφεύγων ζήτησε να καταθέσει ένας  μάρτυρας ο οποίος αρχικά δεν μπόρεσε να καταθέσει. Εκδόθηκε κλήση στις 24 Ιουνίου 2015, αλλά ο μάρτυρας δεν μπόρεσε να εντοπιστεί και να προσέλθει στο δικαστήριο.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2015, το Εφετείο δέχτηκε  εν μέρει την έφεση του προσφεύγοντος και μείωσε την ποινή φυλάκισης σε δύο έτη. Επικύρωσε τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και την καταδίκη  του προσφεύγοντος. Ο προσφεύγων τέθηκε υπό κράτηση στη φυλακή Oradea από τις 16.09.2015 έως τις 29.11.2016.

Βασιζόμενος στο άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης) της Σύμβασης, ο προσφεύγων κατήγγειλε ότι ο χώρος διαβίωσης που του είχε δοθεί στη φυλακή Oradea ήταν ανεπαρκής και ότι οι συνθήκες κράτησής του ήταν κακές. Σύμφωνα με το άρθρο 6 §§ 1 και 3 (δ) (δικαίωμα σε δίκαιη  δίκη / δικαίωμα εξέτασης μαρτύρων εναντίον του), ισχυρίστηκε επίσης  ότι το Εφετείο δεν εξασφάλιζε αμεροληψία και επέκρινε τα δικαστήρια που εξέτασαν την υπόθεση για μη κατάθεση  μάρτυρα και ότι δεν ελήφθησαν τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν την παρουσία αυτού του μάρτυρα με σκοπό να δώσει καταθέσει.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3

Ο προσφεύγων  ισχυρίστηκε ότι τέθηκε υπό κράτηση υπό συνθήκες αντίθετες με το άρθρο 3 της Σύμβασης καθ’  όλη τη διάρκεια της κράτησής του.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι από τις 16 Σεπτεμβρίου έως τις 6 Νοεμβρίου 2015 και από την 1η Μαρτίου έως την 1η Σεπτεμβρίου 2016 ο προσφεύγων  τέθηκε υπό κράτηση σε κελιά όπου ο προσωπικός χώρος κυμαίνετο μεταξύ 1,72 m2 και 2,76 m2. Αυτή η έλλειψη προσωπικού χώρου δημιουργεί ισχυρό τεκμήριο παραβίασης για εξευτελιστική μεταχείριση (άρθρο 3 της Σύμβασης).

Συνεπώς, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε  παραβίαση του Άρθρου 3 της Σύμβασης όσον αφορά τους όρους κράτησης του προσφεύγοντος  κατά τις περιόδους από τις 16 Σεπτεμβρίου έως τις 6 Νοεμβρίου 2015 και από την 1η Μαρτίου έως την 1η Σεπτεμβρίου 2016.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η κυβέρνηση ανέφερε ότι, κατά τη διάρκεια δύο άλλων περιόδων, από τις 6 Νοεμβρίου 2015 έως την 1η Μαρτίου 2016 και από την 1η Σεπτεμβρίου έως τις 29 Νοεμβρίου 2016, ο προσφεύγων  είχε χώρο διαβίωσης 4,33 μ2. Ο προσφεύγων αμφισβήτησε αυτές τις πληροφορίες, χωρίς ωστόσο να υποστηρίξει τις δηλώσεις του με αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, το Δικαστήριο όφειλε να εξακριβώσει εάν οι άλλες πτυχές της κράτησης του προσφεύγοντος ήταν προβληματικές ως προς την παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης.

Κατά το Δικαστήριο η πτυχή της κράτησης του προσφεύγοντος δεν ήταν περιστασιακό ή βραχυχρόνιο περιστατικό. Στη συνέχεια, σημείωσε, όπως παρατηρήθηκε παραπάνω, ότι ο προσφεύγων μπόρεσε να αφήσει το κελί του κατά τη διάρκεια του προγράμματος εργασίας του και κατά τη διάρκεια περιπάτων στην αυλή της φυλακής. Έτσι, ο προσφεύγων μπόρεσε να ασκήσει επαρκείς δραστηριότητες έξω από το κελί του και του δόθηκαν ορισμένα προνόμια λόγω του προγράμματος εργασίας του. Το Δικαστήριο είχε πλήρη επίγνωση της ύπαρξης, που διαπίστωσε, ενός γενικού προβλήματος στο ρουμανικό σύστημα φυλακών, αλλά θεωρεί ότι οι άλλες πτυχές που εγείρει  ο προσφεύγων, που συνδέονται ιδίως με κακές συνθήκες υγιεινής, δεν ήταν αποφασιστικές από μόνες τους και δεν μπορούσαν από μόνες τους να τεκμηριώσουν παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης στην παρούσα υπόθεση στο πλαίσιο της απουσίας υπερπλήρωσης φυλακών. Γι’ αυτό, λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι ο προσφεύγων μπόρεσε να απολαύσει επαρκή ελευθερία κινήσεων και επαρκείς δραστηριότητες εντός και εκτός της φυλακής για περιόδους που, από κοινού, αντιπροσώπευσαν σχεδόν το ήμισυ της κράτησής του.

Συνεπώς, δεν διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης όσον αφορά τους όρους κράτησης του προσφεύγοντος κατά τις δύο προαναφερθείσες περιόδους, από τις 6 Νοεμβρίου 2015 έως την 1η Μαρτίου 2016 και από 1 Σεπτεμβρίου έως 29 Νοεμβρίου 2016.

Άρθρο 6

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η αμεροληψία ορίζεται συνήθως από απουσία προκατάληψης και μπορεί να εκτιμηθεί με διάφορους τρόπους. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων σε θέματα που αφορούν την αμεροληψία, το Δικαστήριο χρησιμοποίησε την αντικειμενική προσέγγιση.

Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το Δικαστήριο σημείωσε ότι, με την καταγγελία του, ο προσφεύγων κατήγγειλε την έλλειψη αμεροληψίας στο σχηματισμό της έδρας του Εφετείου και  θεώρησε ορθώς στην υπόθεσή του ως έσχατη λύση τη δήλωση αποχής που έγινε από τον δικαστή SL, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτή η δήλωση εξετάστηκε από το Εφετείο  που απαρτίστηκε, μεταξύ άλλων, από τον δικαστή C.A., ο οποίος στη συνέχεια συμμετείχε στην εξέταση επί της ουσίας. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο προσφεύγων αμφισβήτησε την αμεροληψία του δικαστή S.L. και ότι αμφισβητώντας τη διαδικασία με την οποία επιβεβαιώθηκε το ερώτημα αυτό, αμφισβήτησε επίσης την αμεροληψία και του δικαστή C.A.

Το Στρασβούργο δεν διαπίστωσε ότι οι δύο δικαστές δεν είχαν υποκειμενική αμεροληψία. Πράγματι, δεν υπήρξε τίποτα που να δείχνει ότι επέδειξαν εχθρότητα ή κακία για προσωπικούς λόγους έναντι του προσφεύγοντος. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο σημείωσε, ότι οι δύο δικαστές δέχτηκαν εν μέρει την Έφεση του προσφεύγοντα και μείωσαν την ποινή φυλάκισης.

Τέλος, όσον αφορά την αμεροληψία του δικαστή C.A., ο οποίος ήταν μέλος του δικαστηρίου, που εξέτασε την αίτηση αποχής του δικαστή  S.L. και ο οποίος στη συνέχεια αποφάσισε και επί της ουσίας της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αποδεχτεί το επιχείρημα του προσφεύγοντος  ότι το αίτημα αποχής  είχε εξεταστεί κατά παράβαση των νομικών διατάξεων.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα στοιχεία, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αμφιβολίες που μπορεί να είχε ο προσφεύγων σχετικά με την αμεροληψία του δικαστηρίου κατά της έφεσης δεν δικαιολογούνται αντικειμενικά.

Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

Σχετικά με τη μη ακρόαση του μάρτυρα Κ.Ι.

Όσον αφορά το ερώτημα εάν η απουσία του μάρτυρα Κ.Ι. δικαιολογείται από σοβαρό λόγο, το Δικαστήριο  σημείωσε ότι τόσο το πρωτοβάθμιο  δικαστήριο όσο και το εφετείο κάλεσαν αυτόν τον μάρτυρα να εμφανιστεί, αλλά ότι δεν εμφανίστηκε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, παρά τα εντάλματα σύλληψης που εκδόθηκαν εναντίον του. Από τις αποδείξεις ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτός ο μάρτυρας δεν μπορούσε να βρεθεί στις διευθύνσεις που ανέφεραν οι διάδικοι ή να ταυτοποιηθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Ωστόσο, το Δικαστήριο αμφισβήτησε ότι τα εγχώρια δικαστήρια είχαν λάβει επαρκή μέτρα για τον εντοπισμό του. Πράγματι, αν το δικαστήριο ζητούσε  από την αρμόδια  διοικητική αρχή πληροφορίες σχετικά με την κατοικία του εν λόγω μάρτυρα και εάν η αστυνομία ήταν υπεύθυνη για την εκτέλεση των ενταλμάτων σύλληψης θα έπρεπε να είχε εντοπιστεί αφού ο μάρτυρας είχε καταθέσει  τουλάχιστον πέντε φορές κατά τη διάρκεια της ποινικής έρευνας. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο είχε αμφιβολίες ως προς το εάν τα ρουμανικά δικαστήρια κατέβαλαν όλες τις προσπάθειες που εύλογα θα μπορούσαν να αναμένονται από αυτά για να διασφαλίσουν την εμφάνιση του Κ.Ι.

Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι, παρόλο που  τα εγχώρια δικαστήρια δεν είχαν ακούσει τον μάρτυρα αυτό, το δικαστήριο προχώρησε σε ανάγνωση σε δημόσια ακρόαση των καταθέσεων που είχε κάνει κατά τη διάρκεια της έρευνας. Αυτό ήταν ένα στοιχείο που όφειλε να ληφθεί υπόψη.

Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι ο προσφεύγων  δεν ισχυρίστηκε ότι δεν μπόρεσε να παρουσιάσει άλλα αποδεικτικά στοιχεία για την υπεράσπισή του.

Επομένως, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο προσφεύγων μπορούσε να επωφεληθεί από σημαντικό αριθμό αντισταθμιστικών στοιχείων. Το Δικαστήριο εκτίμησε ότι τα αντισταθμιστικά στοιχεία από τα οποία ωφελήθηκε ο προσφεύγων ήταν επαρκή και ικανά  να αντισταθμίσουν τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η υπεράσπιση του.

Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (δ) της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση: Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό1.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 650 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες