Μη αμερόληπτο δικαστήριο γιατί δίκασε ο πατέρας του ανακριτή που συμμετείχε στην προδικασία. Η καταδίκη εισαγγελέα και πολιτικού που συμμετείχαν σε διαδήλωση για εκλογική νοθεία παραβίασε το δικαίωμα του συνέρχεσθαι

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

Jhangiryan κατά Αρμενίας της 08.10.2020 (αριθ. προσφ.  44841/08 και 63701/09) &

Smbat Ayvazyan εναντίον Αρμενίας  της 08.10.2020 (αρ. προσφ. 49021/08)

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Συμμετοχή σε διαδήλωση – διαμαρτυρία και δικαίωμα του συνέρχεσθαι. Οι προσφεύγοντες είναι δημόσια πρόσωπα, εισαγγελέας και πρώην βουλευτής της αντιπολίτευσης αντιστοίχως.  Συμμετείχαν σε διαδηλώσεις που ξέσπασαν στην Αρμενία για νοθεία στις εκλογές. Συνελήφθησαν και κρατήθηκαν προσωρινά  χωρίς κατηγορίες που να είναι βάσιμες.

Ο πρώτος προσφεύγων εισαγγελέας κατηγορήθηκε για παράνομη οπλοκατοχή και αντίσταση εναντίον αστυνομικών.

Το ΕΔΔΑ  διαπίστωσε ότι κατά την διάρκεια της σύλληψης,  είχε άδεια κατοχής όπλου γεγονός το οποίο γνώριζαν οι αστυνομικοί που τον συνέλαβαν. Κατά συνέπεια  έκρινε ότι η σύλληψη του και η συνεχιζόμενη κράτηση του χωρίς δικαστική απόφαση ήταν παράνομες. Παραβίαση του άρθρου 5§ 1 (γ) εξαιτίας της παράνομης σύλληψης και του άρθρου 5§3 λόγω της παράνομης κράτησης.

Ακολούθως έκρινε παραβίαση της δίκαιης δίκης, γιατί το Δικαστήριο που τον δίκασε δεν εξασφάλιζε αμεροληψία καθόσον ο δικαστής ήταν ο πατέρας του ανακριτή που τον ανέκρινε στο προανακριτικό στάδιο. Παραβίαση του άρθρου 6§1.

Ο δεύτερος προσφεύγων συνελήφθη με την κατηγορία της αντίστασης κατά αστυνομικών και κρατήθηκε προσωρινά χωρίς δικαστική απόφαση.

Άσκησε έφεση κατά της συνέχισης της προσωρινής κράτησης, Τα εγχώρια δικαστήρια αρνήθηκαν να εκδικάσουν την έφεση. Το ΕΔΔΑ έκρινε παραβίαση του άρθρου 5§1 λόγω της παράνομης προσωρινής κράτησης και του άρθρου 5§3 λόγω της συνέχισης αυτής και παράβαση του άρθρου 5§4 λόγω της άρνησης των εγχώριων δικαστηρίων να εξετάσουν την έφεση του κατά της προσωρινής κράτησης.

Ακολούθως το ΕΔΔΑ έκρινε παραβίαση της δίκαιης δίκης γιατί τα εγχώρια δικαστήρια δεν εξασφάλισαν  κατ’ αντιμωλία δίκη καθόσον δεν επέτρεψαν στον προσφεύγοντα να εξετάσει μάρτυρες αλλά στήριξαν την αιτιολογία των αποφάσεων τους στις καταθέσεις των εμπλεκόμενων αστυνομικών. Παραβίαση του άρθρου 6 §1,

Τέλος  ΕΔΔΑ  και για τους δύο προσφεύγοντες , αφού διαπίστωσε ότι οι κατηγορίες για τις οποίες συνελήφθησαν   δεν ήταν βάσιμες,  έκρινε ότι η σύλληψη τους έγινε εξαιτίας της  συμμετοχής τους σε διαδήλωση,  συνεπώς υπήρχε παραβίαση του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ. Επιδίκασε σε καθένα το ποσό των 14.000 για ηθική βλάβη.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 5§1,

Άρθρο 5§1 (γ),

Άρθρο 5§3,

Άρθρο 5§4,

Άρθρο 6§1,

Άρθρο 11

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Αυτές οι υποθέσεις αφορούσαν  ισχυρισμούς  δύο γνωστών δημόσιων προσώπων της Αρμενίας για «παράνομη κράτηση»  λόγω πολιτικών κινήτρων μετά από πολύβουη διαμαρτυρία  κατά των προεδρικών εκλογών του 2008.

Εθνικές συγκεντρώσεις, με σύνθημα ότι υπήρχε νοθεία  στις εκλογές, ξέσπασαν μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου 2008. Καθημερινές διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στο κέντρο του Ερεβάν, όπου οι διαδηλωτές δημιούργησαν επίσης στρατόπεδο. Την 1η Μαρτίου στις πρώτες πρωινές ώρες, η αστυνομία έσπασε το κλοιό των διαδηλωτών πυροδοτώντας συγκρούσεις.

Ο προσφεύγων στην πρώτη υπόθεση, ο Gagik Jhangiryan, ήταν τότε Αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας, και ο προσφεύγων στη δεύτερη υπόθεση, ο Smbat Ayvazyan, ήταν πρώην βουλευτής, και  είχε μάλιστα καταλάβει διάφορες θέσεις στην κυβέρνηση. Και οι δύο προσφεύγοντες συμμετείχαν στις διαδηλώσεις.  Ο κ. Ayvazyan συμμετείχε ενεργά στις συγκεντρώσεις, ενώ ο κ. Jhangiryan ήταν ομιλητής στην πλατεία Ελευθερίας στις 22 Φεβρουαρίου επικρίνοντας τη διεξαγωγή των εκλογών και εκφράζοντας την υποστήριξή του προς τον υποψήφιο της αντιπολίτευσης. Απολύθηκε από τη θέση του την επόμενη μέρα.

Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, τους σταμάτησε μια ομάδα ενόπλων κουκουλοφόρων ενώ επέβαιναν  στα αυτοκίνητά τους και μεταφέρθηκαν σε αστυνομικό τμήμα στις 23 και 24 Φεβρουαρίου, αντίστοιχα. Η αστυνομία υποπτεύονταν ότι οι προσφεύγοντες  ήταν οπλισμένοι από ανώνυμη πηγή.

Οι προσφεύγοντες συνελήφθησαν επισήμως την επόμενη ημέρα μετά την κράτησή τους. Και οι δύο κατηγορήθηκαν για επίθεση κατά των αστυνομικών κατά τη διάρκεια της κράτησής τους. Ο κ. Jhangiryan κατηγορήθηκε επίσης για  παράνομη κατοχή δύο όπλων, κατηγορίες που αργότερα απορρίφθηκαν επειδή διαπιστώθηκε ότι είχε  έγκυρη άδεια οπλοφορίας.  Στις 27 Φεβρουαρίου παραπέμφθηκαν σε δικαστή που διέταξε την  προσωρινή κράτησή τους για δύο μήνες. Όλες οι εφέσεις τους κατά της προσωρινής  κράτησής τους απορρίφθηκαν.

Αρκετούς μήνες αργότερα, μια νέα δίωξη με την κατηγορία της  προσβολής του πολιτεύματος,  ασκήθηκε εναντίον τους και  χρησιμοποιήθηκε ως έδαφος για την παράταση της κράτησής τους μετά την ένταξη των υποθέσεων τους στις κύριες ποινικές διαδικασίες  εναντίον των ηγετών και των υποστηρικτών της αντιπολίτευσης που συμμετείχαν στις διαμαρτυρίες.

Ωστόσο, αυτή η κατηγορία απορρίφθηκε λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων και τελικά κρίθηκαν ένοχοι τον Μάρτιο του 2009 και Νοέμβριο 2008 για τη κατηγορίας της επίθεσης. Καταδικάστηκαν σε 2 έως και  3 χρόνια φυλάκισης, ο καθένας. Ο κ. Ayvazyan κρίθηκε επίσης ένοχος για άλλη μία κατηγορία, που συμπεριλήφθηκε στο κατηγορητήριο τον Ιούνιο του 2008, για παράνομη κατοχή συσκευής εκτόξευσης που βρέθηκε πάνω του  όταν συνελήφθη.

Άσκησαν έφεση, υποστηρίζοντας ιδίως ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων βασίστηκαν αποκλειστικά σε μαρτυρίες της αστυνομίας και ότι ο πραγματικός λόγος για τη δίωξη και την καταδίκη τους ήταν η τιμωρία τους  για τις πολιτικές τους απόψεις  και την ενεργή υποστήριξή τους στο κίνημα διαμαρτυρίας. Οι εφέσεις τους απορρίφθηκαν ως αβάσιμες, ωστόσο, και οι δύο αφέθηκαν ελεύθεροι τον Ιούνιο του 2009 με αμνηστία.

Οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν, ιδίως, σύμφωνα με το άρθρο 11 (ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι) ότι η δίωξη και η καταδίκη είχαν ως σκοπό να τους εμποδίσουν να συμμετάσχουν σε διαδηλώσεις και να τους τιμωρήσουν  για τις πολιτικές τους απόψεις.

Ισχυρίστηκαν επίσης διάφορες παραβιάσεις σύμφωνα με το άρθρο 5 §§ 1, 3 και 4 (δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια). Ο κ. Jhangiryan ισχυρίστηκε ότι η σύλληψή του ήταν παράνομη και δεν βασίστηκε σε εύλογες υποψίες, ενώ ο κ. Ayvazyan παραπονέθηκε ότι η κράτησή του μεταξύ 15 και 22.07.2008 χωρίς δικαστική απόφαση ήταν παράνομη και ότι τα δικαστήρια αρνήθηκαν να εξετάσουν μία από τις εφέσεις του,  εναντίον της κράτησής του.  Και οι δύο ισχυρίστηκαν ότι τα δικαστήρια δεν είχαν αιτιολογήσει επαρκώς τη συνέχιση της κράτησή στους.

Επίσης διαμαρτυρήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 6 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη) για το άδικο χαρακτήρα των ποινικών διώξεων εναντίον τους: ο κ. Jhangiryan ισχυρίστηκε ότι ο δικαστής του δικαστηρίου που έκρινε την υπόθεσή του δεν ήταν  αμερόληπτος επειδή ο γιος του ήταν ένας από τους ανακριτές  που ασχολήθηκε με τη κύρια  ποινική υπόθεση σχετικά με το κίνημα διαμαρτυρίας και ο κ. Ayvazyan παραπονέθηκε ότι η καταδίκη του αναφορικά με το αδίκημα της επίθεσης  βασίστηκε στις καταθέσεις αστυνομικών χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να εξετάσει  μερικούς από αυτούς τους αστυνομικούς ή να καλέσει μάρτυρες για την υπεράσπισή του.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ….

Jhangiryan κατά Αρμενίας  (προσφ. 44481/08 και 63701/09)

Άρθρο  5§ 1 (γ)

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η εύλογη υποψία στην οποία πρέπει να βασίζεται μια σύλληψη αποτελεί ουσιαστικό μέρος της διασφάλισης κατά της αυθαίρετης σύλληψης και κράτησης που ορίζεται στο άρθρο 5 § 1 (γ) της Σύμβασης.

Το Δικαστήριο παρέπεμψε επίσης στον ισχυρισμό του προσφεύγοντος, τον οποίο η Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε ρητά, ότι η αστυνομία γνώριζε τη στιγμή της σύλληψής του ότι διέθετε άδεια σε ισχύ από την αρμόδια αρχή για την κατοχή του  εν λόγω όπλου. Σε κάθε περίπτωση, είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι, το αργότερο κατά τη σύνταξη της έκθεσης  σύλληψης του προσφεύγοντος, αυτές οι πληροφορίες ήταν ήδη διαθέσιμες στην αστυνομία. Δεν είναι σαφές εάν ο ανακριτής που διέταξε τη σύλληψη του προσφεύγοντος αγνόησε αυτό το γεγονός. Δεδομένων των επίσημων εγγράφων της σύλληψης,  δεν μπορεί να ειπωθεί ότι η σύλληψη του προσφεύγοντα βασίστηκε σε εύλογη υποψία ότι διέπραξε αδίκημα.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 (γ) της Σύμβασης για το λόγο αυτό.

Άρθρο 5 § 3

Στην παρούσα υπόθεση, τα εθνικά δικαστήρια δικαιολόγησαν ομοίως τη συνεχιζόμενη κράτηση του προσφεύγοντος με απλή αναφορά των σχετικών εσωτερικών διατάξεων και αναφορά στη σοβαρότητα του υποτιθέμενου  αδικήματος χωρίς να εξετάσουν  τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσής του ή να παράσχουν λεπτομέρειες σχετικά με τον κίνδυνο παρεμπόδισης της δικαιοσύνης ή της μη εμφάνισης του στο Δικαστήριο. Συνεπώς, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα εθνικά δικαστήρια παρέλειψαν να παράσχουν σχετικούς και επαρκείς λόγους για την κράτηση του προσφεύγοντος. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 3 της Σύμβασης.

Άρθρο  6 § 1

Ο προσφεύγων  παραπονέθηκε ότι η ποινική του υπόθεση δεν είχε εκδικαστεί  από αμερόληπτο δικαστήριο. Στηρίχθηκε στο άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, το οποίο, στο βαθμό που είναι συναφές, έχει ως εξής:

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι έχει θεμελιώδη σημασία σε μια δημοκρατική κοινωνία τα δικαστήρια να εμπνέουν εμπιστοσύνη στο κοινό και, κυρίως, όσον αφορά τις ποινικές διαδικασίες, στους κατηγορούμενους. Για το σκοπό αυτό, το άρθρο 6 απαιτεί από το δικαστήριο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του να είναι αμερόληπτο. Η αμεροληψία υποδηλώνει συνήθως απουσία προκατάληψης ή μεροληψίας, στοιχείο που μπορεί να διαπιστωθεί με διάφορους τρόπους.

Όσον αφορά το υποκειμενικό στοιχείο, η προσωπική αμεροληψία ενός δικαστή πρέπει να τεκμαίρεται έως ότου αποδειχθεί το αντίθετο.   Όσον αφορά το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να καθοριστεί εάν, πέρα ​​από τη συμπεριφορά του δικαστή, υπάρχουν αποδεδειγμένα γεγονότα που μπορεί να εγείρουν αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του.

Στην παρούσα υπόθεση, ο  ανακριτής A.V., είναι  ο γιος του δικαστή του δικαστηρίου, Z.V., ο οποίος εξέτασε την υπόθεση του προσφεύγοντος. Έτσι, ο δικαστής Z.V. και ανακριτής  A.V. είναι συγγενείς πρώτου βαθμού σε ευθεία γραμμή.   Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, τα παραπάνω αρκούν για να συμπεράνει  ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, υπήρχαν αποδεδειγμένα  γεγονότα που θα μπορούσαν να εγείρουν αντικειμενικά δικαιολογημένες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του δικαστή του δικαστηρίου. Έτσι, υπήρξε τουλάχιστον ένα κριτήριο  έλλειψης αμεροληψίας από τον δικαστή Z.V., λόγω της συμμετοχής του γιου του στην προανάκριση  της εν λόγω ποινικής υπόθεσης.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης λόγω έλλειψης αμεροληψίας του δικαστηρίου.

Άρθρο 10 και 11

Στην παρούσα υπόθεση, αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων κατά πόσον υπήρξε παρέμβαση στο δικαίωμα της ελευθερίας του συνέρχεσθαι. Ο προσφεύγων  ισχυρίστηκε ότι ο πραγματικός λόγος για  τη δίωξη και την καταδίκη του ήταν να τιμωρηθεί  για την ομιλία που είχε δώσει στην Πλατεία Ελευθερίας ενώ η Κυβέρνηση το αρνήθηκε και υποστήριξε ότι είχε διωχθεί αποκλειστικά για τα εν λόγω αδικήματα.

Πρώτον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο προσφεύγων  ήταν υψηλόβαθμος δημόσιος υπάλληλος που απολύθηκε από τη θέση του αφού εξέφρασε δημόσια την υποστήριξή του στο κίνημα διαμαρτυρίας και επέκρινε τις εκλογές ως διαβλητές. Την επόμενη ημέρα μετά την ομιλία του στην Πλατεία Ελευθερίας που επέκρινε  τις αρχές και την ίδια ημέρα της απόλυσης του, διεξήχθη αστυνομική επιχείρηση η οποία είχε ως αποτέλεσμα την άσκηση  ποινικής δίωξης εναντίον του .

Δεύτερον, το Δικαστήριο σημείωσε τον αμφιλεγόμενο τρόπο με τον οποίο κινήθηκε η ποινική υπόθεση εναντίον του προσφεύγοντος. Συγκεκριμένα, από την ανακοίνωση που έγινε στις 23 Φεβρουαρίου 2008 στον ιστότοπο της Αρμενικής αστυνομίας ότι η αιτία της αστυνομικής επιχείρησης που οδήγησε στη σύλληψη του προσφεύγοντα, υπήρχαν  ορισμένες απροσδιόριστες «διαδικαστικές πληροφορίες» που ελήφθησαν στο PDFOC. Επιπλέον, όσον αφορά το όπλο    που βρέθηκε στην κατοχή του προσφεύγοντος το οποίο χρησίμευσε, τουλάχιστον επισήμως, ως αιτία για τη σύλληψή του, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο προσφεύγων είχε άδεια κατοχής όπλου, και η πληροφορία αυτή ήταν γνωστή στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, αυτές οι πληροφορίες παρασχέθηκαν στους αστυνομικούς κατά την στιγμή της σύλληψης  συνεπώς αν υποτεθεί ότι ισχύει αυτός ο ισχυρισμός, ο προσφεύγων  τέθηκε υπό κράτηση αυθαίρετα. Ωστόσο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτές οι πληροφορίες ήρθαν στο φως μόνο κατά την επαλήθευση στο PDFOC, θα προέκυπτε ένα ερώτημα γιατί ήταν αδύνατο να επαληθευτούν επιτόπου αυτές οι πληροφορίες και, επομένως, να αποφευχθεί η περιττή στέρηση της ελευθερίας του προσφεύγοντος. Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτός ο αρχικός λόγος για τη σύλληψη του προσφεύγοντος «ξεχάστηκε»  μόλις κατηγορήθηκε για άλλα αδικήματα  μετά τη σύλληψή του. Όλοι οι παραπάνω παράγοντες, καθώς και η εντυπωσιακή ασάφεια όλων των επίσημων εγγράφων σχετικά με τους αρχικούς λόγους της σύλληψης του προσφεύγοντος, ωθούν το Δικαστήριο να πιστεύει ότι δεν υπήρχαν πραγματικοί λόγοι για να τεθεί υπό κράτηση και το γεγονός ότι συνελήφθη για επισφαλείς λόγους,  πραγματικά δίνουν την εντύπωση ότι η πρόθεση των αρχών ήταν να στερήσουν  την ελευθερία του προσφεύγοντος  με οποιοδήποτε κόστος και ότι η σύλληψή του μπορεί να είχε γίνει με κακή πίστη.

Τρίτον, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, ενώ οι αρχικές κατηγορίες εναντίον του προσφεύγοντος, δηλαδή η φερόμενη παράνομη κατοχή ενός όπλου  και μια επίθεση σε δύο αστυνομικούς ενώ ήταν υπό κράτηση, φάνηκε ότι δεν σχετίζεται με το κίνημα διαμαρτυρίας που ξέσπασε μετά τις εκλογές της  19ης Φεβρουαρίου 2008, για ανεξήγητους λόγους η υπόθεσή του συσχετίστηκε με την κύρια ποινική υπόθεση που εισήχθη εναντίον των ηγετών και των υποστηρικτών της αντιπολίτευσης σε σχέση με αυτό το κίνημα διαμαρτυρίας.

Τέταρτον, είναι αναμφισβήτητο ότι το όπλο  Browning, όπως και το όπλο τύπου CZ-75, ανήκε νόμιμα στον προσφεύγοντα.

Συνεπώς, το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να υποθέσει ότι το σύνολο των πραγματικών περιστατικών στα οποία βασίστηκε η δίωξη και η καταδίκη του προσφεύγοντος μπορούν να θεωρηθούν, για αμφισβητήσιμους λόγους, ως «παρέμβαση» στο δικαίωμά του στην ελευθερία της ειρηνικής συνάθροισης.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι μια παρέμβαση θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 11 εκτός εάν «ορίζεται από το νόμο», επιδιώκει έναν ή περισσότερους νόμιμους στόχους σύμφωνα με την παράγραφο 2 και είναι «απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την επίτευξη αυτών των στόχων.

Ο προσφεύγων καταδικάστηκε για ορισμένες πράξεις, δηλαδή επίθεση σε δύο αστυνομικούς, σύμφωνα με το άρθρο 316 § 1 του ΚΚ, ενώ ο πραγματικός λόγος για την ποινική του τιμωρία ήταν η ενεργός συμμετοχή του στο κίνημα διαμαρτυρίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επίμαχη παρέμβαση στην ελευθερία ειρηνικής συνάθροισης του προσφεύγοντος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μόνο ως προδήλως αυθαίρετη και, κατά συνέπεια, παράνομη για τους σκοπούς του άρθρου 11 της Σύμβασης.

Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω παρέμβαση δεν πληρούσε την προϋπόθεση νομιμότητας της Σύμβασης. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν απαιτείται να καθοριστεί εάν η παρέμβαση επιδιώκει θεμιτό σκοπό και, εάν ναι, εάν ήταν ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 11 της Σύμβασης.

 

SMBAT AYVAZYAN κατά ARMENIA (Αίτηση αρ. 49021/08)

Άρθρο 5 § 1

Στην παρούσα υπόθεση, το εγχώριο δικαστήριο εξέδωσε απόφαση για την αναβολή  της υπόθεσης στις 14 Ιουλίου 2008, αλλά παρέλειψε να αποφασίσει σχετικά με τη συνεχιζόμενη κράτηση του προσφεύγοντος, η οποία έπειτα έληξε στις 15 Ιουλίου 2008. Συνεπώς, δεν υπήρχε δικαστική απόφαση που να διατάσει  την κράτηση του προσφεύγοντος έως τις 22 Ιουλίου 2008, όταν το εθνικό δικαστήριο εξέτασε  το ερώτημα αυτό. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει εν προκειμένω ότι μια απλή αναδρομική αναφορά σε τυπογραφικό σφάλμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποκατάσταση αυτής της κατάστασης.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης.

Άρθρο 5 § 3

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η καταγγελία του προσφεύγοντα αφορά την αδυναμία των εγχώριων δικαστηρίων να παράσχουν σχετικούς και επαρκείς λόγους για τη συνέχιση της κράτησής του, η οποία ξεκίνησε με την προαναφερθείσα αρχική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου στις 27 Φεβρουαρίου 2008 και έληξε την ημερομηνία κατά την οποία κρίθηκε  αιτών ένοχος, δηλαδή στις 19 Νοεμβρίου 2008. Είναι αλήθεια ότι ο προσφεύγων δεν άσκησε έφεση κατά της συγκεκριμένης αρχικής απόφασης. Ωστόσο, έθεσε το ζήτημα της έλλειψης λόγων για την προσωρινή κράτηση του  ενώπιον του Εφετείου σε δύο επακόλουθες προσφυγές. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποφάσισε  να απορρίψει το υπόλοιπο της ένστασης της κυβέρνησης για μη εξάντληση ένδικων μέσων.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 5 § 3 της Σύμβασης.

Άρθρο 5 § 4 της Σύμβασης

Ο προσφεύγων  ισχυρίστηκε ότι η άρνηση εξέτασης της έφεσης του στις 24 Ιουνίου 2008 είχε παραβιάσει τις εγγυήσεις του άρθρου 5 § 4.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι έχει ήδη εξετάσει μια παρόμοια καταγγελία σε ορισμένες υποθέσεις κατά της Αρμενίας, στις οποίες έκρινε ότι η άρνηση δικαστικού ελέγχου της κράτησης του προσφεύγοντος  με μοναδικό λόγο ότι η ποινική υπόθεση δεν θεωρήθηκε πλέον στο προανακριτικό στάδιο ήταν ένας αδικαιολόγητος περιορισμός του δικαιώματός του να προσφύγει σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4 και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε παραβίαση αυτής της διάταξης. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης.

 Άρθρο 6§1

Ο προσφεύγων  παραπονέθηκε ότι (α) η καταδίκη του βασίστηκε στις δηλώσεις των αστυνομικών, ενώ δεν του είχε επιτραπεί να καλέσει μάρτυρες εκ μέρους του και (β) δεν ήταν σε θέση να εξετάσει δύο μάρτυρες.

Η κατηγορία εναντίον του προσφεύγοντος σύμφωνα βασίστηκε σε μεγάλο και αποφασιστικό βαθμό στη μαρτυρία τριών αστυνομικών που είχαν εμπλακεί ενεργά στις επίμαχες εκδηλώσεις.

Επιπλέον, το γεγονός ότι οι γραπτές δηλώσεις του δικηγόρου του προσφεύγοντος για  τα άτομα που είχε ζητήσει να καλέσει ως μάρτυρες,  συμπεριλήφθηκαν στον φάκελο της υπόθεσης δεν μπορούσε να αντισταθμίσει το γεγονός ότι οι μάρτυρες αυτοί  δεν κλήθηκαν και δεν συμμετείχαν στην ακροαματική διαδικασία. Ούτε φαίνεται ότι δόθηκε η δέουσα προσοχή στα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία από το δικαστήριο. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα εγχώρια δικαστήρια, σε μια διαμάχη για τα βασικά γεγονότα στα οποία βασίζονται οι κατηγορίες, δεν χρησιμοποίησαν κάθε εύλογη ευκαιρία για να επαληθεύσουν τις ενοχοποιητικές δηλώσεις των αστυνομικών που ήταν οι μόνοι μάρτυρες της δίωξης και είχαν διαδραματίσει ενεργό ρόλο τις αμφισβητούμενες εκδηλώσεις. Η ανεπιφύλακτη έγκρισή τους για την εκδοχή των γεγονότων βάσει των καταθέσεων των αστυνομικών,  η μη ικανοποιητική αντιμετώπιση των αιτημάτων του προσφεύγοντος και η άρνηση εξέτασης των μαρτύρων υπεράσπισης χωρίς να ληφθεί δεόντως υπόψη η σημασία των δηλώσεών τους μπορεί να θεωρηθεί ότι οδήγησε σε περιορισμό των δικαιωμάτων άμυνας,  ασυμβίβαστων με τις εγγυήσεις του δικαιώματος της κατ’αντιμωλία δίκης.

Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ποινικές διαδικασίες εναντίον του προσφεύγοντος, στο σύνολό τους, διεξήχθησαν κατά παράβαση του δικαιώματός του για δίκαιη κατ’αντιμωλία σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης.

Άρθρα 10 και 11

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι στην ουσία οι διάδικοι αμφισβητούν την πραγματική βάση για τη δίωξη και την καταδίκη του προσφεύγοντος.

Πρώτον, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο προσφεύγων  ήταν μέλος της πολιτικής αντιπολίτευσης και γνωστό δημόσιο πρόσωπο  που συμμετείχε ενεργά στις διαδηλώσεις μετά τις εκλογές  και του οποίου η σύλληψη συνέβη όταν οι συγκεντρώσεις ήταν σε πλήρη εξέλιξη και συνδέθηκε έμμεσα με τη συμμετοχή του στην συνεχιζόμενες διαμαρτυρίες, καθώς ο προσφεύγων φέρεται να είχε οπλιστεί παράνομα ενώ πήγαινε στη  διαδήλωση.

Δεύτερον, το Δικαστήριο σημειώνει τον αμφιλεγόμενο τρόπο με τον οποίο κινήθηκε η ποινική υπόθεση εναντίον του προσφεύγοντος. Συγκεκριμένα, η αιτία για τη σύλληψη του προσφεύγοντος ήταν μια υποτιθέμενη ανώνυμη τηλεφωνική κλήση που ελήφθη στο PDFOC . Δεν υπάρχουν, ωστόσο, αντικειμενικά στοιχεία που να υποστηρίζουν το γεγονός ότι μια τέτοια τηλεφωνική κλήση ελήφθη πράγματι στο PDFOC, όπως για παράδειγμα μια καταγραφή αυτής της συνομιλίας ή το λεπτομερές αντίγραφο της. Όλοι οι παραπάνω παράγοντες, καθώς και η εντυπωσιακή ασάφεια όλων των επίσημων εγγράφων σχετικά με τους αρχικούς λόγους της σύλληψης του προσφεύγοντος, ώθησαν το Δικαστήριο να πιστέψει ότι δεν υπήρχαν πραγματικοί λόγοι για να τεθεί υπό κράτηση.

Τρίτον, δεν είναι σαφές γιατί ο προσφεύγων οδηγήθηκε σε εξέταση για ανίχνευση ναρκωτικών ουσιών στο αίμα του,  γεγονός το οποίο στη συνέχεια προκάλεσε το αμφισβητούμενο συμβάν. Η αστυνομική έκθεση της σύλληψης του ανέγραφε ότι η φερόμενη παράνομη κατοχή όπλων ως το μοναδικός λόγο  για τη σύλληψη του  και δεν ανέφερε τίποτα για τυχόν υπόνοιες σχετικά με ναρκωτικά.

Τέταρτον, το Δικαστήριο σημείωσε ότι, ενώ επίσημα κατηγορήθηκε για απειλή και επίθεση αστυνομικών στις 24 Φεβρουαρίου 2008 σε περιστάσεις που δεν σχετίζονται με το κίνημα διαμαρτυρίας που ξέσπασε  την Αρμενία μετά τις αμφισβητούμενες προεδρικές εκλογές της 19ης Φεβρουαρίου 2008, η ποινική υπόθεση του προσφεύγοντος, συσχετίστηκε  με την κύρια ποινική υπόθεση που  εναντίον των ηγετών και των υποστηρικτών της αντιπολίτευσης σε σχέση με αυτό το κίνημα διαμαρτυρίας. Επιπλέον, αυτό έγινε με αναφορά στη συμμετοχή του στην οργάνωση και διεξαγωγή των εν λόγω συγκεντρώσεων. Τα στοιχεία αυτής της ποινικής υπόθεσης και η φερόμενη εμπλοκή του προσφεύγοντος σε συνωμοσία για «σφετερισμό της κρατικής εξουσίας» αποτέλεσαν την αιτιολογία  για την παράταση της κράτησης του. Επιπλέον, τέθηκαν αυστηροί περιορισμοί στην επαφή του με τον έξω κόσμο, και πάλι σε σχέση με την εν λόγω ποινική υπόθεση, παρόλο που η μόνη επίσημη κατηγορία εναντίον του προσφεύγοντος ήταν αυτή της ασήμαντης επίθεσης.

Πέμπτον, όσον αφορά την τελική καταδίκη του προσφεύγοντος για φερόμενη παράνομη κατοχή όπλου και επίθεση εναντίον αστυνομικού κατά τη διάρκεια της κράτησης, το Δικαστήριο επισήμανε ότι το εν λόγω όπλο, δηλαδή ένα ελατήριο,  βρέθηκε στην κατοχή του  την πρώτη ημέρα της σύλληψής του. Ωστόσο, για ανεξήγητους λόγους, δεν ασκήθηκε καμία σχετική κατηγορία εναντίον του για τους επόμενους τέσσερις μήνες, γεγονός που δημιουργεί αμφιβολίες για την αξιοπιστία και τη γνησιότητα αυτής της κατηγορίας.

Επιπλέον, όσον αφορά την καταδίκη του προσφεύγοντος  για επίθεση, η καταδίκη αυτή βασίστηκε αποκλειστικά στην κατάθεση των εμπλεκόμενων αστυνομικών . Και τα πορίσματα των πραγματικών περιστατικών που έγιναν από τα εγχώρια δικαστήρια φαίνεται να ήταν μια απλή και αναμφισβήτητη ανακεφαλαίωση των περιστάσεων όπως παρουσιάζονται σε αυτήν την κατάθεση. Έτσι, ο τρόπος με τον οποίο διεξήχθη η διαδικασία σχετικά με την κατηγορία αυτή είναι εντυπωσιακά παρόμοιος με άλλες υποθέσεις στις οποίες ακτιβιστές της αντιπολίτευσης είχαν διωχθεί και καταδικαστεί για παρόμοιες πράξεις, σε παρόμοιες περιστάσεις και βάσει παρόμοιων αποδεικτικών στοιχείων, που δείχνουν την ύπαρξη επαναλαμβανόμενης τακτικής  και δημιουργεί αμφιβολίες για την αξιοπιστία της ποινικής διαδικασίας κατά του προσφεύγοντος.

Τέλος, είναι αξιοσημείωτο ότι η ποινική υπόθεση του προσφεύγοντος, ενώ στο σύνολό της φαίνεται ότι δεν σχετίζεται με το κίνημα διαμαρτυρίας, εντούτοις συμπεριλήφθηκε στις υποθέσεις που παρακολουθούνταν από τον ΟΑΣΕ/ODIHR ως μέρος ενός έργου παρακολούθησης  για περισσότερες από εκατό υποθέσεις εναντίον των ηγετών και των υποστηρικτών της αντιπολίτευσης σε σχέση με τα γεγονότα της 1ης Μαρτίου 2008.

Συνεπώς, το Δικαστήριο θεώρησε ότι το σύνολο των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίχθηκε η δίωξη και η καταδίκη του προσφεύγοντος μπορούσαν να θεωρηθούν, για αμφισβητήσιμους λόγους, ως περίπτωση «παρέμβασης» στο δικαίωμά του στην ελευθερία της ειρηνικής συνάθροισης.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι μια παρέμβαση θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 11 εκτός εάν «ορίζεται από το νόμο», επιδιώκει έναν ή περισσότερους νόμιμους στόχους σύμφωνα με την παράγραφο 2 και είναι «απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την επίτευξη αυτών των στόχων. Πράγματι, ο προσφεύγων  διώχθηκε και καταδικάστηκε για ορισμένες πράξεις, συγκεκριμένα με παράνομη μεταφορά ψυχρού όπλου και επίθεση εναντίον αστυνομικού,  ενώ ο πραγματικός λόγος για την ποινική του τιμωρία ήταν η ενεργή συμμετοχή του στο κίνημα διαμαρτυρίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επίμαχη παρέμβαση στην ελευθερία της ειρηνικής συνάθροισης του προσφεύγοντος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μόνο ως προδήλως αυθαίρετη και, κατά συνέπεια, παράνομη για τους σκοπούς του άρθρου 11 της Σύμβασης.

Συνεπώς, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω παρέμβαση δεν πληρούσε την προϋπόθεση νομιμότητας της Σύμβασης. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν απαιτήθηκε να καθοριστεί εάν η παρέμβαση επεδίωκε θεμιτό σκοπό και, εάν ναι, εάν ήταν ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 11 της Σύμβασης

Δίκαιη ικανοποίηση: Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 14.000 ευρώ για ηθική βλάβη σε καθένα προσφεύγοντα και 2.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες