Μειοψηφία: Το δικαίωμα της χρησικτησίας έναντι της εκκλησιαστικής περιουσίας υπό το πρίσμα του ΕΔΔΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ

Κοσμάς κ.α. κατά Ελλάδας της 29-06-2017 (αριθ. προσφ. 20086/13)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι προσφεύγοντες είναι πέντε Έλληνες υπήκοοι, πατέρας, μητέρα και παιδιά που ζουν στη Σκόπελο. Η υπόθεση αφορούσε τα προνόμια που απολαμβάνουν τα μοναστήρια στην Ελλάδα σχετικά με ακίνητη περιουσία, της οποίας διεκδικούσαν τη κυριότητα ενώπιον των δικαστηρίων.

Ο κ. Γιώργος Κοσμάς ισχυρίζεται ότι κατέχει έκταση στην τοποθεσία Γλυστέρι στο νησί της Σκοπέλου. Στην άκρη της έκτασης έχει χτίσει μια ταβέρνα, η οποία λειτουργεί εδώ και δεκαετίες.

Το 2004 η Μονή αποφάσισε να διεκδικήσει την ιδιοκτησία της εν λόγω έκτασης στα δικαστήρια και με δικαστική απόφαση αναγνωρίστηκε η κυριότητα της Μονής και αφού  έχασαν όλες τις δικαστικές μέχρι τον Άρειο Πάγο εκδιώχθηκαν από  την έκτασή τους .

Βασιζόμενοι ειδικότερα στο άρθρο 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 1 (προστασία της ιδιοκτησίας) οι προσφεύγοντες κατήγγειλαν, μεταξύ άλλων, ότι τα μοναστήρια ως ιδιοκτήτες ακινήτων, αντιμετωπίζονταν σε ισότιμη βάση με το κράτος, κάτι το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να απαγορεύεται στους ιδιώτες το δικαίωμα της χρησικτησίας έναντι του εν λόγω ακινήτου και ενθαρρύνοντας τα ελληνικά δικαστήρια να απορρίψουν τυχόν ισχυρισμούς περί κατάχρησης των δικαιωμάτων από τα μοναστήρια.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του Πρώτου Πρωτοκόλλου  περί προστασία της περιουσίας.

ΔΙΑΤΑΞΗ 

Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

ΜΕΙΟΨΗΦΟΥΣΑ ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ WOJTYCZEK

  1. Δεν μπορώ να προσχωρήσω στη γνώμη της πλειοψηφίας σύμφωνα με την οποία υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην υπό κρίση υπόθεση.
  2. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο συμπεραίνει την παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου λόγω δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν υπέρ του ενάγοντος σε αστική διαφορά μεταξύ δύο υποκειμένων ιδιωτικού δικαίου. Θεωρεί δηλαδή ότι οι ελληνικές δικαστικές αρχές παραβίασαν τη Σύμβαση αναγνωρίζοντας ορισμένα δικαιώματα στη Μονή Μεγίστης Λαύρας. Μολονότι στην Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει επανάληψη διαδικασίας σε πολιτική δίκη μετά από απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η απόφαση αυτού μπορεί να έχει αρνητική επίπτωση στα δικαιώματα και τα συμφέροντα της Μονής Μεγίστης Λαύρας καθόσον οι εθνικές αρχές μπορούν και οφείλουν στο μέλλον να λάβουν υπόψη την εν λόγω απόφαση σε διάφορες διαδικασίες που αφορούν άμεσα ή έμμεσα τα δικαιώματα και τα συμφέροντα της Μονής. Μετά τη διαπίστωση της παραβίασης της Σύμβασης από το Δικαστήριο, θα είναι ίσως πιο δύσκολο για τη Μονή να διεκδικήσει τα δικαιώματά της ενώπιον των εθνικών αρχών και έναντι των προσφευγόντων, και ιδίως το δικαίωμά της για αποζημίωση για την ζημία που υπέστη λόγω της παράνομης νομής του ακινήτου. Κατά συνέπεια, η απόφαση του Δικαστηρίου ασκεί επίδραση στην νομική κατάσταση της Μονής Μεγίστης Λαύρας.

Οι πιο στοιχειώδεις απαιτήσεις της δικονομίας επιβάλλουν στον δικαστή να ακούσει όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη πριν αποφανθεί. Κατά τη γνώμη μου ήταν απολύτως απαραίτητο στην παρούσα υπόθεση να προσκληθεί αυτεπαγγέλτως η Μονή Μεγίστης Λαύρας να υποβάλει τις παρατηρήσεις της σχετικά με τα δικαιώματά της. Λυπάμαι που η πλειοψηφία δεν θέλησε να ακολουθήσει αυτή την οδό και αποφάσισε να αποφανθεί χωρίς να έχει ακούσει τη Μονή Μεγίστης Λαύρας. Σε αυτόν τον τρόπο ενέργειας διακρίνω μια σοβαρή παραβίαση των θεμελιωδών αρχών της δικονομικής δικαιοσύνης καθώς και των δικονομικών δικαιωμάτων του ενός διαδίκου τον οποίο αφορά άμεσα η έκβαση της διαφοράς (βλ. ως προς το θέμα αυτό τη μειοψηφούσα γνώμη μου στην υπόθεση Bochan κατά Ουκρανίας (no 2) [GC], αρ. 22251/08, CEDH 2015). Το Δικαστήριο αρνείται να εφαρμόσει το ίδιο, τους κανόνες που επιβάλλει στα άλλα δικαστήρια.

  1. Το Δικαστήριο χαρακτηρίζει την «περιουσία» που προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση ως εξής: «νομή του ακινήτου». Δεν αμφισβητείται ότι η νομή ενός ακινήτου είναι μια νομική κατάσταση που προστατεύεται από δικαιώματα υποκειμενικά (droits subjectifs). Εντούτοις, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η προστασία αυτή είναι σχετική και περιορισμένη. Στρέφεται κατά των παρανόμων προσπαθειών αφαίρεσης της νομής και κατά παράνομων διαταράξεων και απειλών κατά της νομής. Της προστασίας αυτής μπορεί να χαίρει , μεταξύ άλλων, και ο κύριος που είναι νομέας ακινήτου. Δεν επεκτείνεται στην κατάσταση των κυρίων που έχουν διεκδικήσει το δικαίωμα κυριότητάς τους μέσω νόμιμων οδών κατά εκείνου που νέμεται χωρίς νόμιμο τίτλο. Έτσι, τα εθνικά δικαστήρια δικαίωσαν τον ενάγοντα και του χορήγησαν την προστασία του δικαιώματος κυριότητάς του.

Η διαπίστωση της παραβίασης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην παρούσα υπόθεση ουσιαστικά καθιστά ένα ασθενές δικαίωμα (ένα υποκειμενικό δικαίωμα που προστατεύει τη νομή) σε ισχυρό, ή ένα δικαίωμα σχετικό και περιορισμένο στο εθνικό δίκαιο σε ένα δικαίωμα πιο απόλυτο και απαλλαγμένο από τους κύριους περιορισμούς που επιβάλλονται στο εθνικό δίκαιο. Επομένως, το υποκειμενικό δικαίωμα που προστατεύεται από το Δικαστήριο δεν συμπίπτει με το αντικειμενικό δικαίωμα που προστατεύεται από το εθνικό δίκαιο. Πρόκειται για δύο διαφορετικά δικαιώματα. Η παρέμβαση του Δικαστηρίου δεν έγκειται στην εφαρμογή ενός δικαιώματος που υφίσταται στο εθνικό δίκαιο αλλά μεταμορφώνει τη φύση του (υποκειμενικού) δικαιώματος από το (αντικειμενικό) εθνικό δίκαιο. Μια τέτοια μεταμόρφωση δεν αποκλείεται εντελώς στο πλαίσιο της Σύμβασης αλλά πρέπει να αναγνωρίζεται ρητά και να δικαιολογείται κατά τρόπο ιδιαιτέρως πειστικό από το Δικαστήριο (πρβ. τη μειοψηφούσα γνώμη μου στην υπόθεση Béláné Nagy c. Hongrie [GC], no 53080/13, CEDH 2016).

  1. Στην παρούσα υπόθεση, η πλειοψηφία ορθά κάνει την ακόλουθη διαπίστωση: «[σ]την υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο επισημαίνει εξαρχής ότι καίτοι η επίδικη διαδικασία είχε ως αντικείμενο την αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, εντούτοις το ότι ο πρώτος προσφεύγων και οι προκάτοχοί του άσκησαν πραγματική και αδιάλειπτη νομή επί του ακινήτου για πάνω από έναν αιώνα δεν αμφισβητήθηκε». Πρέπει να προστεθεί ότι η αδιαμφισβήτητη νομή επιβεβαιώθηκε επίσημα από τα ελληνικά δικαστήρια (βλ. §21 της απόφασης). Η αμφισβήτηση αφορούσε μόνον τη διάρκεια της νομής και τις έννομες συνέπειές της.

Εν τούτοις σε ένα άλλο χωρίο της απόφασης, η πλειοψηφία δηλώνει τα εξής: «[π]αρόμοια ανοχή από μέρους των αρχών και της ενδιαφερομένης Μονής για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα δείχνει ότι αναγνώρισαν de facto ότι ο προσφεύγων και οι προκάτοχοί του είχαν ένα περιουσιακό συμφέρον στο ακίνητό τους που έγκειτο στην νομή αυτού όπως αναγνωρίζεται και προστατεύεται από το εθνικό δίκαιο (βλ. ανωτέρω § 43) και ότι δεν τους άφησαν ποτέ να σκεφτούν ότι η κατάσταση της οποίας έχαιραν μπορούσε να ανατραπεί (παράγραφος 71 στην αρχή). Η φράση αυτή προκαλεί έκπληξη από πολλές πλευρές. Αφενός μιλά για μια «de facto αναγνώριση» ενώ τα δικαστήρια αναγνώρισαν τη νομή επίσημα και ρητά. Αφετέρου, τονίζει την «ανοχή» από μέρους των αρχών και της Μονής για πολλά χρόνια ως ένδειξη της αναγνώρισης της νομής του ακινήτου. Ομολογώ ότι δεν καταλαβαίνω καθόσον η νομή στο ελληνικό δίκαιο υπάρχει ανεξαρτήτως της ανοχής ή μη από μέρους των αρχών και του κυρίου. Η από μέρους των αρχών και της Μονής ανοχή εδώ γίνεται αντιληπτή ως πηγή διακεκριμένης νομής, λόγω μιας ειδικής μορφής αναγνώρισης; Επισημαίνω συναφώς, ότι εάν η στάση του κυρίου είναι σημαντικό στοιχείο για τη διάνυση των προθεσμιών της χρησικτησίας, οι διατάξεις στις οποίες παραπέμπει η εν λόγω φράση (που αναφέρονται στην παράγραφο 43) δεν αναγνωρίζουν διακεκριμένες μορφές νομής. Εν πάση περιπτώσει, η προαναφερθείσα φράση, που προέρχεται από την παράγραφο 71 (νομή που αναγνωρίζεται μόνον de facto) έρχεται σε αντίθεση με όσα αναφέρονται στην παράγραφο 70 (νομή ως αδιαμφισβήτητο γεγονός).

Οι δισταγμοί αυτοί της πλειοψηφίας όσον αφορά την περιουσία που προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου καταλήγουν σε κάποια έλλειψη σαφήνειας όσον αφορά την ακριβή φύση της παρέμβασης στα δικαιώματα των προσφευγόντων, η οποία παρουσιάζεται ως «αποβολή από το ακίνητο» στην παράγραφο 72. Η παρέμβαση έγκειται στην στέρηση της νομής (υπό την έννοια του ελληνικού αστικού κώδικα) του ακινήτου; Στην στέρηση μιας διακεκριμένης μορφής νομής του ακινήτου; Στην περίπτωση αυτή ποια είναι αυτή η διακεκριμένη μορφή; Στην αντίθετη περίπτωση, έγκειται σε προσβολή της θεμιτής προσδοκίας των προσφευγόντων, η οποία γεννήθηκε υπό τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης, «ότι η κατάσταση δεν μπορούσε να ανατραπεί» ; Στην απώλεια του εργαλείου εργασίας; Σε τελική ανάλυση, η φύση της παραβίασης (η οποία περιγράφεται ως «ειδικό και υπέρμετρο βάρος» στην παράγραφο 88) δεν εξηγείται με επαρκή ακρίβεια έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου και να δίνονται οδηγίες στα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη που να τους επιτρέπουν να αποφύγουν παρόμοιες παραβιάσεις της Σύμβασης.

  1. Το Δικαστήριο διαπιστώνει τον δυσανάλογο χαρακτήρα της παρέμβασης στην «περιουσία» των προσφευγόντων με βάση τα ακόλουθα τέσσερα επιχειρήματα. Πρώτον, κρίνει ότι οι αρχές, με τις ενέργειές τους, δημιούργησαν μια θεμιτή προσδοκία στον πρώτο προσφεύγοντα όσον αφορά τη σταθερότητα της νομής του. Πράγματι, οι εν λόγω αρχές του χορήγησαν άδεια εκμετάλλευσης μπαρ και άδεια οικοδομής, και εισέπραξαν τα ποσά που δηλώθηκαν και πληρώθηκαν ως φόρος ακίνητης περιουσίας. Διαπιστώνω συναφώς ότι ένα μπαρ μπορεί να λειτουργήσει σε χώρους που δεν ανήκουν στον ιδιοκτήτη του μπαρ. Οι φορολογικές αρχές δεν είναι αρμόδιες για να αποφασίσουν ποιος είναι ο ιδιοκτήτης ενός επίδικου ακινήτου. Στην υπό κρίση υπόθεση, προφανώς βασίστηκαν στις δηλώσεις του ίδιου του πρώτου προσφεύγοντος, ο οποίος παρουσιαζόταν ως κύριος του ακινήτου και πλήρωνε τον σχετικό φόρο ακίνητης περιουσίας διακινδυνεύοντας το ενδεχόμενο να ακυρωθεί η ιδιότητά του ως κυρίου από τον δικαστή. Επιπλέον, μια άδεια οικοδομής, η οποία προφανώς χορηγήθηκε κατά παράβαση του εθνικού δικαίου σε πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να την αποκτήσει, δεν μπορεί να είναι αποφασιστικό επιχείρημα. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η στάση των αρχών οδήγησε στη δημιουργία μιας θεμιτής προσδοκίας στους προσφεύγοντες, η εν λόγω προσδοκία δεν μπορούσε να έχει συνέπειες παρά στις σχέσεις αυτών με τις δημόσιες εξουσίες (σχέσεις «κάθετες») και όχι στις σχέσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων και της Μονής (σχέσεις «οριζόντιες» μεταξύ δύο υποκειμένων ιδιωτικού δικαίου). Ακόμη και αν ο προσφεύγων είχε σήμερα το δικαίωμα να ζητήσει από τη δημόσια εξουσία αποζημίωση για τις ζημίες που προκλήθηκαν λόγω της μη τήρησης της θεμιτής προσδοκίας που του δημιούργησε, μια τέτοια αξίωση δεν μπορεί να έχει καμία επίδραση στην κατάστασή του έναντι της Μονής. Οι ελαττωματικές διοικητικές πράξεις, που απευθύνονται σε τρίτον και που αμφισβητούν εμμέσως –χωρίς επαρκή βάση- το δικαίωμα της κυριότητας δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως επιχειρήματα κατά του κυρίου.

Δεύτερον, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι ελληνικές αρχές δεν έλαβαν υπόψη τίτλους που προσκόμισε ο πρώτος προσφεύγων. Δεν καταλαβαίνω το επιχείρημα αυτό που συνιστά συλλογισμό «λήψης του ζητουμένου» (petitio principii). Το εάν οι τίτλοι που προσκόμισε ο πρώτος προσφεύγων πρέπει να ληφθούν υπόψη και να γίνουν δεκτοί είναι ακριβώς το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί. Τα εθνικά δικαστήρια ανέλυσαν προσεκτικά τους τίτλους που προσκόμισαν ο πρώτος προσφεύγων και η Μονή και είναι η Μονή αυτή που απέδειξε – στο πλαίσιο της δίκης- ότι ήταν η κυρία του ακινήτου.

Τρίτον, το Δικαστήριο δηλώνει ότι οι ελληνικές αρχές δεν έλαβαν υπόψη την απώλεια του εργαλείου εργασίας του πρώτου προσφεύγοντος. Αυτό δεν αληθεύει. Τα εθνικά δικαστήρια έλαβαν με προσοχή υπόψη το ζήτημα αυτό αλλά έκριναν ότι ο πρώτος προσφεύγων όφειλε στη Μονή ποσά για την παράνομη χρήση του ακινήτου. Τα εν λόγω ποσά ήταν πιο σημαντικά από αυτά που ζητούνταν ως αποζημίωση από τους προσφεύγοντες (παράγραφος 17 της απόφασης). Για ποιο λόγο αμφισβητούνται οι διαπιστώσεις των εθνικών δικαστηρίων; Η πλειοψηφία είναι αυτή που παραλείπει να λάβει υπόψη το ότι ο προσφεύγων χρησιμοποιούσε το ακίνητο και είχε κέρδη από αυτό χωρίς να πληρώνει ούτε μίσθωμα και χωρίς να αποζημιώνει τη Μονή.

Τέταρτον, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι τα εθνικά δικαστήρια απέρριψαν τον αντλούμενο από την κατάχρηση δικαιώματος λόγο. Εδώ πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το δικαίωμα της κυριότητας μπορεί να ασκηθεί με διάφορους τρόπους: ο κύριος έχει το δικαίωμα να μην χρησιμοποιήσει ή να μην εκμεταλλευτεί το ακίνητό του και να αδιαφορήσει γι’ αυτό. Επίσης, η κατάχρηση δικαιώματος πρέπει να κρίνεται στο πλαίσιο του εφαρμοστέου δικαίου. Εάν το δίκαιο επιτρέπει σε τρίτους να αποκτήσουν την κυριότητα ακινήτου με χρησικτησία, η παθητική στάση του κυρίου είναι εις βάρος του. Εάν το δίκαιο το αποκλείει, δεν μπορούμε να προσάψουμε στον κύριο το ότι δεν διεκδίκησε ενεργητικά το δικαίωμά του. Το νομοθετικό πλαίσιο προστάτευε τη Μονή και της επέτρεπε να είναι παθητική. Η Μονή μπορούσε νόμιμα να απέχει από την ενεργητική άσκηση του δικαιώματός της ξέροντας ότι μια τέτοια στάση δεν θα είχε αρνητικές συνέπειες γι αυτήν στο πλαίσιο του υπάρχοντος δικαίου. Είχε συναφώς μια θεμιτή προσδοκία. Ωστόσο, αυτή η θεμιτή προσδοκία αμφισβητείται τώρα από το Δικαστήριο. Συγχρόνως, ο νομέας γνώριζε ότι – με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο-η στάση που έγκειται στην παράνομη ιδιοποίηση ακινήτου που ήταν ιδιοκτησία Μονής δεν μπορούσε να παράγει έννομες συνέπειες. Δεν μπορούσε να έχει καμία θεμιτή προσδοκία–βασισμένη στο εθνικό δίκαιο-για μετατροπή της νομής του σε δικαίωμα κυριότητας ούτε διατήρησής της στην περίπτωση που ο κύριος του ακινήτου αποφάσιζε να διεκδικήσει το ακίνητό του.

  1. Η αιτιολογία της εκδοθείσας απόφασης δεν προσεγγίζει τα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ μιας μη παραβίασης. Τα ελληνικά δικαστήρια δέχτηκαν ότι η νομή του ακινήτου ήταν παράνομη. Ο πρώτος προσφεύγων δεν είχε κανέναν τίτλο που να δικαιολογεί τη νομή του επί του ακινήτου. Επιπροσθέτως, τα εθνικά δικαστήρια δέχτηκαν ότι ο τελευταίος ήταν κακόπιστος. Εξάλλου, ο ενάγων επικαλέστηκε κατά τη δίκη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ένα δικαίωμα πολύ πιο ισχυρό απ’ ό,τι η νομή και το οποίο απαιτεί αποτελεσματική προστασία. Πρέπει να προσθέσουμε ότι η οικογένεια του πρώτου προσφεύγοντος εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία της Μονής για να επεκτείνει και να εγκαταστήσει , με τετελεσμένα γεγονότα, την κυριαρχία της επί του επίμαχου ακινήτου. Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης και του ισχύοντος εθνικού δικαίου, δεν μπορούσε να έχει καμία θεμιτή προσδοκία στις σχέσεις της με τους κυρίους ενώ ο κύριος δεν είχε κανένα λόγο να αμφιβάλλει ότι το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο θα διατηρηθεί και θα εφαρμοστεί.
  2. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι δικαστικές αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων εφάρμοσαν το ισχύον ελληνικό δίκαιο. Η πλειοψηφία δεν αναφέρει καθόλου ότι ήταν δυνατή μια άλλη εφαρμογή του εθνικού δικαίου. Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση, καίτοι δεν αμφισβητεί το περιεχόμενο του ελληνικού δικαίου, σιωπηρά στρέφεται όχι κατά του τρόπου με τον οποίο τα εθνικά δικαστήρια εφάρμοσαν το νόμο, αλλά κατά του ίδιου του περιεχομένου του νόμου, που προστατεύει τα ακίνητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ορισμένων μονών. Απαιτεί σιωπηρά την ενίσχυση της προστασίας του κακόπιστου νομέα.
  3. Η παρέμβαση στην οποία αναφέρεται η αιτιολογία της απόφασης είχε ως σκοπό να τηρηθεί το δικαίωμα της κυριότητας, το οποίο παραβιάστηκε από μια παράνομη κατάληψη ακινήτου. Ήταν απαραίτητη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Στο ειδικό πλαίσιο του ελληνικού δικαίου, που προστατεύει την κυριότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας από τη χρησικτησία, μια απόφαση του εθνικού δικαστή που θα διαπίστωνε κατάχρηση του δικαιώματος της κυριότητας θα συνιστούσε δυσανάλογη παρέμβαση στο δικαίωμα κυριότητας της Μονής.

Η διαπίστωση της παραβίασης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου καταλήγει στην ανταμοιβή του υποκειμένου ενός δικαιώματος για την εμμονή του σε παράνομες πράξεις που παραβιάζουν το δικαίωμα της κυριότητας ενός άλλου υποκειμένου δικαίου και έχει ως αποτέλεσμα τη γένεση ενός υποκειμενικού δικαιώματος από τη ζημία που υπέστη το τελευταίο, ενώ ex iniura ius non oritun. Kατά την άποψή μου, η εκδοθείσα απόφαση είναι απολύτως άδικη τόσο από πλευράς δικονομικού δικαίου όσο και από πλευράς ουσιαστικού δικαίου. Beati possidentes.

 

ΜΕΙΟΨΗΦΟΥΣΑ ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΟΥ KOSKELO

  1. Συμμερίζομαι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η πλειοψηφία στην παρούσα υπόθεση όσον αφορά το μη παραδεκτό της προσφυγής ως προς τη δεύτερη, την τρίτη, τον τέταρτο και τον πέμπτο από τους προσφεύγοντες. Δεν προέβαλαν αξιώσεις στο πλαίσιο της προσβαλλόμενης εθνικής διαδικασίας και, συνεπώς, δεν εξάντλησαν τα εθνικά ένδικα μέσα.
  2. Όσον αφορά τον πρώτο προσφεύγοντα, ψήφισα τόσο κατά του παραδεκτού της προσφυγής του όσο και, καθώς η πλειοψηφία αποφάσισε να εξετάσει την ουσία της προσφυγής, κατά της διαπίστωσης παραβίασης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Οι λόγοι είναι οι ακόλουθοι.
  3. Η παρούσα υπόθεση προκύπτει από διαφορά σχετική με ακίνητο μεταξύ δύο μη κρατικών φορέων, και πιο συγκεκριμένα μεταξύ του πρώτου προσφεύγοντος και μιας Μονής. Η εξέταση της υπόθεσης από την πλειοψηφία του τμήματος φαίνεται, δυστυχώς, να βασίζεται σε μια εσφαλμένη αντίληψη ορισμένων βασικών αρχών της πολιτικής δικονομίας. Ως αποτέλεσμα, η πλειοψηφία προέβη σε εξέταση της προσφυγής ως προς τον πρώτο προσφεύγοντα κατά τρόπο που υπερβαίνει το πεδίο των ζητημάτων τα οποία, κατά την άποψή μου, το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να εξετάζει.
  4. Αυτού του είδους η παρέκκλιση από την πλευρά του Δικαστηρίου δημιουργεί σοβαρά προβλήματα σε διάφορα επίπεδα, ειδικότερα στρεβλώνοντας τη θεμιτή λειτουργία του Δικαστηρίου, μη τηρώντας στοιχειώδεις απαιτήσεις της δικονομικής δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων στην υποκείμενη διαφορά, καθώς και υπονομεύοντας τον ρόλο των εθνικών δικαστηρίων. Καθεμία από τις συνέπειες αυτές είναι επιζήμια και, σε συνδυασμό, οδηγούν σε μια απολύτως απαράδεκτη κατάσταση τόσο από την άποψη των εμπλεκόμενων διαδίκων όσο και από την άποψη του συστήματος της Σύμβασης. Η εθνική διαδικασία: διαφορά σχετική με την κυριότητα γης
  5. Το ζήτημα που προβάλλεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι στενό. Η προσφυγή του πρώτου προσφεύγοντος προκύπτει από εθνική αστική διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας μια Μονή κινήθηκε δικαστικά κατά του πρώτου προσφεύγοντος, ζητώντας από το αρμόδιο δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η ίδια ήταν νόμιμη κυρία έκτασης την οποία νεμόταν ο πρώτος προσφεύγων και επί της οποίας είχε δημιουργήσει και εκτελούσε επιχειρηματική δραστηριότητα (βλέπε παράγραφο 9 της παρούσας απόφασης). Η εθνική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας η Μονή ενήργησε ως ενάγουσα και ο πρώτος προσφεύγων (μόνο) ως εναγόμενος, αφορούσε το ζήτημα της κυριότητας της έκτασης. Το ζήτημα επιλύθηκε από τα εθνικά δικαστήρια υπέρ της ενάγουσας, ήτοι η Μονή αναγνωρίστηκε ως κυρία της επίδικης έκτασης (βλέπε παραγράφους 14, 20 και 27 της παρούσας απόφασης).

Παραδεκτό

  1. Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο πρώτος προσφεύγων παραπονέθηκε σχετικά με την έκβαση της εθνικής διαδικασίας που αφορούσε την κυριότητα της έκτασης την οποία νεμόταν για μεγάλη χρονική περίοδο. Όσον αφορά το αντικείμενο της εθνικής διαδικασίας, δηλαδή το ζήτημα της κυριότητας της έκτασης, είναι ασαφές αν ο πρώτος προσφεύγων περιορίστηκε σε απλή αμφισβήτηση της αξίωσης κυριότητας της Μονής ή αν ζήτησε επίσης επισήμως να αναγνωριστεί εκείνος ως νόμιμος κύριος. Σε κάθε περίπτωση, είμαι διατεθειμένη να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά τη διαφορά σχετικά με την κυριότητα, δεν υφίσταται εμπόδιο που να απορρέει από το άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης, δεδομένου ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι ο πρώτος προσφεύγων εξάντλησε τα εθνικά ένδικα μέσα προσφεύγοντας κατά της δυσμενούς απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καταρχήν ενώπιον του εφετείου και, στη συνέχεια, ενώπιον του Αρείου Πάγου. Ωστόσο, το συμπέρασμα αυτό περιορίζεται στο αντικείμενο και την έκβαση της συγκεκριμένης εθνικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου, ως προς τον πρώτο προσφεύγοντα η προσφυγή δεν προσκρούει σε κώλυμα λόγω μη εξάντλησης των εθνικών ενδίκων μέσων στο μέτρο που αφορά το ζήτημα του κατά πόσον η αναγνώριση της Μονής ως κυρίας της έκτασης συνιστούσε παραβίαση των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος βάσει του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.
  2. Οι λόγοι για τους οποίους ψήφισα αντίθετα με την πλειοψηφία όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής ως προς τον πρώτο προσφεύγοντα είναι διττοί. Πρώτον, το βασικό πρόβλημα με την προσέγγιση που ακολούθησε η πλειοψηφία είναι ότι η εξέταση της υπόθεσης από το Δικαστήριο επεκτάθηκε σε ζητήματα τα οποία, αφενός, δεν αποτελούσαν αντικείμενο της εθνικής διαδικασίας και, αφετέρου, δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από τον ίδιο τον πρώτο προσφεύγοντα. Στο πλαίσιο αυτό, η πλειοψηφία εξετάζει πτυχές της υποκείμενης διαφοράς οι οποίες δεν είναι αποδεκτό να εξετάζονται από το Δικαστήριο. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο δεν περιορίστηκε σε εξέταση των πτυχών της υπόθεσης σε σχέση με τις οποίες έλαβε χώρα η εθνική διαδικασία ή εξαντλήθηκαν τα εθνικά ένδικα μέσα.
  3. Δεύτερον, στο μέτρο που η προσφυγή του πρώτου προσφεύγοντος δεν εγείρει ζήτημα μη εξάντλησης των εθνικών ενδίκων μέσων, θεωρώ ότι θα έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη βάσει του άρθρου 35 § 3 α) για τον λόγο ότι είναι προδήλως αβάσιμη.
  4. Το ερώτημα του ποιος είναι ο νόμιμος κύριος ενός συγκεκριμένου ακινήτου αποτελεί, καταρχήν, ζήτημα του εθνικού δικαίου, το οποίο πρέπει να εξετάζεται και να κρίνεται από τα εθνικά δικαστήρια. Η ερμηνεία του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, καθώς και η εκτίμηση των σχετικών πραγματικών περιστατικών και των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, αποτελούν πρωταρχική ευθύνη των εθνικών δικαστηρίων. Όπως συχνά επαναλαμβάνεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν είναι να υποκαταστήσει τα εθνικά δικαστήρια, αμφισβητώντας ειδικότερα τα συμπεράσματα στα οποία έχουν καταλήξει αυτά κατά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών ή την ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου, εκτός εάν τα συμπεράσματά τους μπορούν να θεωρηθούν αυθαίρετα ή προδήλως παράλογα (βλέπε, για παράδειγμα, Anheuser-Busch Inc. κατά Πορτογαλίας [GC], αριθ. 73049/01, § 83, ECHR 2007-I). Στην παρούσα υπόθεση, δεν διακρίνω λόγους για να θεωρήσω ότι οι εκτιμήσεις των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία κατέληξαν όλα στο ίδιο συμπέρασμα, παρουσίαζαν ελαττώματα τα οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι καθιστούσαν την έκβαση της διαφοράς κυριότητας αυθαίρετη ή προδήλως παράλογη.
  5. Προσθέτω ότι στο μέτρο που η πλειοψηφία θεωρεί, ή υπαινίσσεται, ότι τα εθνικά δικαστήρια έπρεπε να έχουν κάνει δεκτό τον αμυντικό ισχυρισμό του προσφεύγοντος σύμφωνα με τον οποίο η αξίωση κυριότητας που προέβαλε η Μονή συνιστούσε κατάχρηση δικαιώματος και θα έπρεπε, ως εκ τούτου, να απορριφθεί (βλέπε παράγραφο 87 της παρούσας απόφασης, καθώς και παράγραφο 57), το σκεπτικό αυτό οδηγεί το Δικαστήριο να υποκαταστήσει με τη δική του άποψη περί του τρόπου ερμηνείας του εθνικού δικαίου την άποψη που υιοθέτησαν τα εθνικά δικαστήρια. Κατά την άποψή μου, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει τέτοια προσέγγιση σε ένα ζήτημα ερμηνείας σύνθετων θεμάτων του εθνικού αστικού δικαίου, ούτε συνάδει η πράξη αυτή με τον ρόλο του Δικαστηρίου ή με την προσέγγιση την οποία συνήθως ακολουθεί σε τέτοια ζητήματα.
  6. Επιπλέον, υπάρχουν και άλλα στοιχεία στο σκεπτικό της πλειοψηφίας τα οποία δημιουργούν σύγχυση όσον αφορά τον ρόλο του Δικαστηρίου σε ζητήματα κυρίως ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Συνεπώς, θεωρώ για παράδειγμα άκρως αμφιλεγόμενη τη στάση της πλειοψηφίας στο πλαίσιο της οποίας τα εθνικά δικαστήρια επικρίνονται διότι δεν έλαβαν υπόψη τα έγγραφα στα οποία στηρίχθηκε ο προσφεύγων ως πιστοποιούντα μια αλληλουχία μεταβιβάσεων της κυριότητας με τελικό αποδέκτη τον ίδιο (βλέπε παράγραφο 87 της παρούσας απόφασης). Δεν θεωρώ ότι μπορεί να συναχθεί με ακρίβεια ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν ελήφθησαν υπόψη. Αντιθέτως, τα εθνικά δικαστήρια δεν θεώρησαν ότι οι πράξεις στις οποίες στηρίχθηκε ο προσφεύγων μπορούσαν δυνάμει του εθνικού δικαίου να παραγάγουν τα έννομα αποτελέσματα που ισχυριζόταν ο ίδιος. Κατά την άποψή μου, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να υπαινιχθεί ότι μπορεί να προκύψει καθαρός τίτλος ιδιοκτησίας από μια αλληλουχία μεταβιβάσεων ανεξάρτητα από το αν ο αρχικός τίτλος ήταν έγκυρος και νόμιμος. Αυτά είναι ζητήματα που εναπόκεινται στο εθνικό δίκαιο.
  7. Το Δικαστήριο, συνεδριάζοντας σε συνθέσεις στις οποίες κανείς από τους δικαστές, με μοναδική εξαίρεση τον εθνικό δικαστή, δεν έχει ιδιαίτερη γνώση του οικείου εθνικού δικαίου, πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε επισφαλείς εκτιμήσεις ή κρίσεις που σχετίζονται με ζητήματα του εθνικού δικαίου. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα στο πλαίσιο υποθέσεων που θέτουν σύνθετα ζητήματα ερμηνείας τα οποία προκύπτουν από την αλληλεπίδραση διαφόρων κανόνων στην εθνική έννομη τάξη.
  8. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν λόγοι αμφισβήτησης, από την άποψη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, της αναγνώρισης της Μονής ως κυρίας της επίμαχης έκτασης. Επ’ αυτού, το Δικαστήριο θα μπορούσε να έχει απορρίψει την προσφυγή ως προς τον πρώτο προσφεύγοντα κηρύσσοντάς την προδήλως αβάσιμη. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου εν προκειμένω.
  9. Στο μέτρο που η κατάσταση του πρώτου προσφεύγοντος μπορεί να θεωρηθεί ότι εγείρει ορισμένα πραγματικά ζητήματα και ανησυχίες, το βαθύτερο πρόβλημα είναι η παράλειψη του ίδιου του πρώτου προσφεύγοντος να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να επιδιώξει επανόρθωση σε εθνικό επίπεδο.

Η κρίση της πλειοψηφίας: ζήτημα χωριστών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας

  1. Είναι ασφαλώς απολύτως αληθές ότι στο πλαίσιο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου οι έννοιες της «ιδιοκτησίας» ή της «περιουσίας» εκτείνονται πέραν των ζητημάτων κυριότητας και ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η διάταξη αυτή απαιτεί την προστασία ενός ευρύτερου φάσματος δικαιωμάτων ιδιοκτησίας εντός της αυτόνομης έννοιας των όρων που χρησιμοποιούνται στη συγκεκριμένη διάταξη (βλέπε παράγραφο 67 της παρούσας απόφασης). Επ’ αυτού, δεν υπάρχει καταρχήν διαφωνία από την πλευρά μου.
  2. Αντιθέτως, η διαφωνία μου ως προς την προσέγγιση της υπόθεσης από την πλειοψηφία έγκειται στο γεγονός ότι το ερώτημα του κατά πόσον η κατάσταση του προσφεύγοντος –ειδικότερα λαμβανομένης υπόψη της de facto νομής του επί της έκτασης για μακροχρόνια περίοδο– θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο της προστασίας του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ανεξάρτητα από την αναγνώριση άλλου μέρους ως κυρίου, αποτελεί χωριστό ζήτημα από τη διαφορά σχετικά με την κυριότητα. Αντίθετα με την παραδοχή της πλειοψηφίας, ο πρώτος προσφεύγων δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ώστε να προβάλει τα χωριστά αυτά δικαιώματα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
  3. Τόσο ως ζήτημα που άπτεται του εκάστοτε εθνικού δικαίου όσο και από την άποψη του δικαίου της Σύμβασης, υπάρχουν σοβαρές διαφορές μεταξύ της θέσης ενός κυρίου γης και εκείνης ενός ατόμου με δικαιώματα νομής και χρήσης γης η οποία αποτελεί ιδιοκτησία τρίτου. Οι νομικές αυτές διαφορές είναι σημαντικές και σε δικονομικό πλαίσιο. Άλλο είναι να αμφισβητείται μια αξίωση κυριότητας και άλλο είναι να ζητείται νομική προστασία για το δικαίωμα διατήρησης της νομής ακινήτου το οποίο ανήκει σε κάποιον άλλον.
  4. Στην παρούσα υπόθεση, η πλειοψηφία διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Παρότι το σκεπτικό είναι σχετικά ασαφές και συγκεχυμένο, φαίνεται ότι η διαπίστωση αυτή δεν βασίστηκε στο γεγονός ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν αναγνωρίσει εσφαλμένως τη Μονή ως κυρία της έκτασης. Αντιθέτως, η διαπίστωση παραβίασης βασίζεται στο γεγονός ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν παρείχαν έννομη προστασία στον προσφεύγοντα, παρά την εκ μέρους του νομή της έκτασης και τις επενδύσεις στις οποίες είχε προβεί στο πλαίσιο αυτό (βλέπε παραγράφους 70-71 της παρούσας απόφασης).
  5. Ωστόσο, το πρόβλημα είναι ότι ο πρώτος προσφεύγων δεν προέβαλε σχετική αξίωση σε εθνικό επίπεδο. Ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ο προσφεύγων ενήργησε απλώς ως εναγόμενος, αντικρούοντας την αξίωση της Μονής σχετικά με την κυριότητα της επίμαχης έκτασης. Ο προσφεύγων δεν άσκησε καμία ανταγωγή προκειμένου να ζητήσει, σε περίπτωση θετικής έκβασης της αγωγής αναγνώρισης κυριότητας της Μονής, να εξακολουθήσει η κατάστασή του να απολαμβάνει προστασίας λόγω μακροχρόνιας αδιατάρακτης νομής. Ούτε προέβαλε αίτημα αποζημίωσης σε περίπτωση αποτυχίας της προσπάθειάς του να απορριφθεί η αξίωση της Μονής. Με άλλα λόγια, ο προσφεύγων δεν προέβη σε δικονομικές ενέργειες σε εθνικό επίπεδο προκειμένου να προστατευτούν τα περιουσιακά του συμφέροντα σε περίπτωση δυσμενούς έκβασης όσον αφορά το ζήτημα της κυριότητας, το οποίο (από κοινού με το επικουρικό αίτημα αποβολής) αποτελούσε το μόνο ζήτημα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων στη βάση της αγωγής της Μονής [1] . Στο πλαίσιο αυτό, το σκεπτικό της πλειοψηφίας είναι, κατά τη γνώμη μου, εσφαλμένο (βλέπε παραγράφους 57-58 της παρούσας απόφασης).
  6. Δεν διακρίνω την ύπαρξη βάσης για την απαλλαγή του πρώτου προσφεύγοντος από την απαίτηση να αναζητήσει προστασία για τα επικαλούμενα περιουσιακά του δικαιώματα εν ευθέτω χρόνω σε εθνικό επίπεδο. Η Σύμβαση αποτελεί μέρος της εθνικής έννομης τάξης της Ελλάδας και είναι άμεσα εφαρμοστέα σε εθνικό επίπεδο. Επιπλέον, σύμφωνα με το Σύνταγμα της Ελλάδος, οι διατάξεις της Σύμβασης κατισχύουν της κοινής εθνικής νομοθεσίας[2] . Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα εθνικά δικαστήρια θα υποχρεούνταν να εξετάσουν και να εξασφαλίσουν την άσκηση των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος που απορρέουν από τη Σύμβαση, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, αν ο προσφεύγων είχε διεκδικήσει τα δικαιώματα αυτά ενώπιόν τους. Το γεγονός ότι δεν το έπραξε δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση το ότι το Δικαστήριο υπερέβη τον ρόλο του παραβλέποντας τη μη εξάντληση των εθνικών ενδίκων μέσων και εξετάζοντας την υπόθεση με βάση αξιώσεις τις οποίες ο προσφεύγων δεν προέβαλε σε εθνικό επίπεδο και παράπονα τα οποία δεν διατύπωσε ούτε καν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
  7. Αποτελεί θεμελιώδες γνώρισμα της πολιτικής διαδικασίας ότι τα δικαστήρια μπορούν να αποφαίνονται μόνο σχετικά με ζητήματα για τα οποία τους έχει ζητηθεί να προβούν σε εξέταση και έκδοση απόφασης. Εφόσον δεν διατυπώνεται σχετικό αίτημα, δεν μπορεί να εκδοθεί απόφαση. Εάν ένας διάδικος, όπως ο πρώτος προσφεύγων, επιλέξει να περιοριστεί, στο πλαίσιο της εθνικής διαδικασίας, μόνο σε ρόλο άμυνας, δηλαδή να αμφισβητήσει την αξίωση του ενάγοντος και να προβάλει πραγματικά και νομικά επιχειρήματα ώστε να απορριφθούν η αξίωση ή οι αξιώσεις του ενάγοντος, αυτό δεν αρκεί ώστε να απαιτηθεί από ένα δικαστήριο, ή να του επιτραπεί, να ενεργήσει αυτοβούλως και να προβλέψει τυχόν εναλλακτική βάση επί της οποίας ο διάδικος θα μπορούσε να έχει αιτηθεί -κάτι που ωστόσο δεν έπραξε- την προστασία των συμφερόντων του.
  8. Η πλειοψηφία βασίζεται στο γεγονός ότι στην εθνική διαδικασία ο πρώτος προσφεύγων είχε ισχυριστεί ότι υπήρξε κατάχρηση δικαιωμάτων από τη Μονή (βλέπε παραγράφους 86 και 87 της παρούσας απόφασης). Ωστόσο, δεν αρκεί το γεγονός ότι ο πρώτος προσφεύγων, ως εναγόμενος, είχε προβάλει νομικό επιχείρημα το οποίο βασιζόταν στην ύπαρξη κατάχρησης δικαιώματος για να αντικρούσει την αξίωση κυριότητας της ενάγουσας. Η ένσταση, δηλαδή ένα επιχείρημα άμυνας, δεν αντικαθιστά μια αγωγή ή ανταγωγή. Με άλλα λόγια, η ένσταση αυτή δεν μπορεί αφ’ εαυτής να υποκαταστήσει την άσκηση πραγματικής αγωγής από τον πρώτο προσφεύγοντα στην οποία να υποστηρίζεται ότι η κατάστασή του ως νομέα και χρήστη της έκτασης θα έπρεπε να προστατευτεί ακόμη και αν η ένστασή του περί κατάχρησης δικαιωμάτων δεν θεωρείτο βάσιμος λόγος για την απόρριψη της αγωγής περί κυριότητας της ενάγουσας. Απουσία αγωγής ή ανταγωγής, τα εθνικά δικαστήρια δεν ήταν σε θέση να εξετάσουν την υπόθεση ή να εκδώσουν απόφαση υπέρ του προσφεύγοντος, παρότι τώρα η πλειοψηφία τα επικρίνει επειδή δεν το έπραξαν.
  9. Το ίδιο ισχύει για το επιχείρημα, στο οποίο επίσης στηρίχθηκε η πλειοψηφία (βλέπε παράγραφο 87 της παρούσας απόφασης), ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν έλαβαν υπόψη την απώλεια της επένδυσης και της πηγής εισοδήματος του πρώτου προσφεύγοντος, παρότι, στο πλαίσιο της ένστασής του περί κατάχρησης δικαιωμάτων, προέβαλε την οικονομική ζημία που θα υφίστατο ο ίδιος (και τα μέλη της οικογένειάς του) αν γινόταν δεκτή η αγωγή κυριότητας της Μονής και οι προσφεύγοντες εκδιώκονταν από τις εγκαταστάσεις, με αποτέλεσμα την παύση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων. Τα επιχειρήματα αυτά, τα οποία διατυπώθηκαν ως άμυνα έναντι της αγωγής περί κυριότητας της Μονής, δεν θα μπορούσαν –ανεξάρτητα από την επί της ουσίας βασιμότητά τους– να έχουν επιτρέψει στα εθνικά δικαστήρια να προστατεύσουν την κατάσταση του προσφεύγοντος ως νομέα και όχι κυρίου της έκτασης, απουσία άσκησης πραγματικής αγωγής από τον πρώτο προσφεύγοντα με την οποία να επιδιώκεται η εν λόγω προστασία.
  10. Παραβλέποντας την ανεπάρκεια των δικονομικών ενεργειών του πρώτου προσφεύγοντος σε εθνικό επίπεδο, η πλειοψηφία υιοθέτησε μια προσέγγιση που εγείρει σοβαρά προβλήματα και ανησυχίες.
  11. Πρώτον, βαίνοντας πέραν του πεδίου της σχετικής εθνικής διαδικασίας, η πλειοψηφία μετετράπη σε δικαστήριο πρώτου βαθμού παρότι αυτό δεν είναι επιτρεπτό ούτε προσήκον για το Δικαστήριο. Η εξάντληση των εθνικών ενδίκων μέσων αποτελεί βασική, νομικά δεσμευτική και θεμελιώδους σημασίας απαίτηση στο σύστημα της Σύμβασης. Πράγματι, το ίδιο το Δικαστήριο το έχει τονίσει σε πολυάριθμες περιπτώσεις (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Vučković και λοιποί κατά Σερβίας (προκαταρκτική ένσταση) [GC], αριθ. 17153/11 και 29 άλλες, §§ 69-72, 25 Μαρτίου 2014, Gherghina κατά Ρουμανίας [GC] (dec.), αριθ. 42219/07, § 84, 9 Ιουλίου 2015, και Peacock κατά Ηνωμένου Βασιλείου (dec.), αριθ. 52335/12, § 32, 5 Ιανουαρίου 2016).
  12. Δεύτερον, η συγκεκριμένη προσέγγιση την οποία ακολούθησε η πλειοψηφία ενέχει βασική παράβλεψη των δικονομικών δικαιωμάτων του αντιδίκου του προσφεύγοντος στην εθνική διαδικασία. Πράγματι, η διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου για τους λόγους που παρατίθενται στην παρούσα απόφαση συνεπάγεται ότι τα εθνικά δικαστήρια παραβίασαν το συγκεκριμένο άρθρο διότι δεν εξέτασαν ούτε εξέδωσαν απόφαση ultra petita στην υπόθεση ενώπιόν τους. Ωστόσο, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι εάν τα εθνικά δικαστήρια είχαν πράξει κάτι τέτοιο, δηλαδή εάν είχαν αποφανθεί ultra petita, είναι προφανές ότι θα είχαν διαπράξει κατάφωρη παραβίαση μιας άλλης διάταξης της Σύμβασης, και συγκεκριμένα του άρθρου 6, λόγω μη σεβασμού του δικαιώματος του άλλου διαδίκου στην κατ’ αντιμωλία διαδικασία και στην ισότητα των όπλων.
  13. Τυπικά, είναι σαφές ότι η διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αφορά μόνο την παράλειψη των αρχών του καθ’ ου η προσφυγή Κράτους, στη συγκεκριμένη περίπτωση πρωτίστως των εθνικών δικαστηρίων, να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου.

Εντούτοις, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι παραβλέποντας το δικονομικό πλαίσιο στην εθνική διαδικασία και επεκτείνοντας τη δική της εξέταση πέραν των όσων κρίθηκαν, και θα μπορούσαν να κριθούν, στην εν λόγω εθνική διαδικασία, η πλειοψηφία προβαίνει σε διαπιστώσεις οι οποίες, κατ’ ουσίαν, αφορούν την υποκείμενη έννομη σχέση. Και τούτο παρά το γεγονός ότι ο αντίδικος στην υποκείμενη αυτή σχέση δεν είχε την ευκαιρία να απαντήσει και να διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με τις πραγματικές και νομικές πτυχές των σχετικών ζητημάτων. Απουσία άσκησης αγωγής από τον πρώτο προσφεύγοντα, τα ζητήματα αυτά δεν εξετάστηκαν στο πλαίσιο της εθνικής διαδικασίας, ενώ η αντίδικος του προσφεύγοντος στην εθνική διαδικασία ουδόλως συμμετείχε στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου – και ενδεχομένως δεν γνώριζε καν για την ύπαρξή της, τουλάχιστον όχι ως αποτέλεσμα επίσημης κοινοποίησης στον εν λόγω διάδικο.

  1. Η πλειοψηφία παραβλέπει το πρόβλημα αυτό επισημαίνοντας ότι, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, απόφαση που εκδίδεται σε βάρος του καθ’ ου η προσφυγή Κράτους και στην οποία διαπιστώνεται παραβίαση της Σύμβασης δεν μπορεί, σε αστικές υποθέσεις, να οδηγήσει σε επανάληψη της εθνικής διαδικασίας (βλέπε παράγραφο 94 της παρούσας απόφασης). Ωστόσο, υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, το επιχείρημα αυτό δεν είναι λυσιτελές, ακριβώς λόγω της υποκείμενης δικονομικής κατάστασης και της αρχής ne ultra petita. Για να διευκρινιστεί το σημείο αυτό, θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή στα ακόλουθα.
  2. Το ζήτημα της επανάληψης της διαδικασίας προκύπτει στο πλαίσιο οριστικών αποφάσεων (δεδικασμένο) και αφορά το κατά πόσον απόφαση που έχει εκδοθεί από το παρόν Δικαστήριο και στην οποία διαπιστώνεται παραβίαση της Σύμβασης μπορεί να αποτελέσει, σε εθνικό επίπεδο, λόγο κατάργησης του αμετάκλητου των εθνικών δικαστικών ή άλλων αποφάσεων και επανάληψης της σχετικής εθνικής διαδικασίας. Αντιθέτως, δεν τίθεται θέμα επανάληψης της διαδικασίας όσον αφορά ζητήματα τα οποία δεν έχουν ακόμη κριθεί στο πλαίσιο οριστικής εθνικής απόφασης. Και πάλι, στην παρούσα υπόθεση, το μόνο ζήτημα που αποτέλεσε αντικείμενο της εθνικής διαδικασίας και, συνεπώς, το μόνο ζήτημα που κρίθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, αφορά το ζήτημα της κυριότητας της έκτασης. Βαίνοντας πέραν των ορίων του ζητήματος αυτού και εξετάζοντας το ζήτημα της προστασίας της νομής και χρήσης της έκτασης από τον πρώτο προσφεύγοντα παρά το γεγονός ότι η Μονή είχε αναγνωριστεί ως κυρία, η πλειοψηφία επέκτεινε τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματά της σε θέματα επί των οποίων δεν υπάρχει δεδικασμένο σε εθνικό επίπεδο.
  3. Ως προς τούτο και χωρίς να παριστάνω την ειδήμονα στο ελληνικό δικονομικό δίκαιο, από τις πηγές που μπόρεσα να συμβουλευτώ προκύπτει ότι οι διατάξεις του ελληνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας (ΚΠολΔ) είναι αρκετά σαφείς. Όπως προκύπτει από το άρθρο 324 του ΚΠολΔ, το αντικείμενο του δεδικασμένου ορίζεται βάσει του δικαιώματος που κρίθηκε («das entschiedene Recht»). Το άρθρο 322 του ΚΠολΔ ορίζει με τη σειρά του ότι το δεδικασμένο εκτείνεται και περιορίζεται στην έννομη σχέση, στο μέτρο που η σχέση αυτή κρίθηκε στη βάση αγωγής ή ανταγωγής (ή, κατά περίπτωση, αν και δεν αφορά την προκειμένη περίπτωση, στη βάση αίτησης [κύριας] παρέμβασης ως κυρίου του αντικειμένου, ή [έντασης] συμψηφισμού)[3] .
  4. Απόφαση με την οποία το Δικαστήριο, παραβλέποντας την απαίτηση εξάντλησης των εθνικών ενδίκων μέσων, προβαίνει σε διαπιστώσεις υπέρ του προσφεύγοντος επί νομικών ζητημάτων τα οποία δεν κρίθηκαν σε εθνικό επίπεδο και επί των οποίων δεν υπάρχει, ως εκ τούτου, δεδικασμένο σε εθνικό επίπεδο, δημιουργεί μια κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας ο προσφεύγων διατηρεί τη δυνατότητα να εγείρει περαιτέρω αξιώσεις κατά του αντιδίκου του στην υποκείμενη σχέση. Υπό αυτές τις συνθήκες, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται στην πραγματικότητα ένα είδος «εγχειριδίου» για τον προσφεύγοντα, προκειμένου να ασκήσει ένδικα μέσα τα οποία δεν άσκησε προηγουμένως. Στην παρούσα απόφαση, το Δικαστήριο υποχρέωσε την καθ’ ης η προσφυγή Κυβέρνηση να καταβάλει στον πρώτο προσφεύγοντα αποζημίωση για την οικονομική ζημία που προκύπτει από την παραβίαση των περιουσιακών του δικαιωμάτων. Ωστόσο, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο ο πρώτος προσφεύγων –ο οποίος σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου εκτίμησε την οικονομική ζημία του σε επίπεδο κατά πολύ υψηλότερο από το ποσό που του επιδίκασε το Δικαστήριο– να ασκήσει νέα αγωγή αποζημίωσης κατά της αντιδίκου του στην υποκείμενη διαφορά. Είναι σαφές ότι το σύστημα της Σύμβασης δεν είχε ποτέ ως σκοπό να λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ή να επιφέρει τέτοιες συνέπειες. Ωστόσο, θα προκύψουν τέτοια προβλήματα αν το Δικαστήριο ενεργεί μονομερώς υπέρ ενός ιδιώτη, ενώ υπονομεύονται βασικές απαιτήσεις της δικονομικής δικαιοσύνης για τον αντίδικό του.
  5. Η υπόθεση αποτυπώνει, και υπογραμμίζει, το γεγονός ότι υπάρχουν πράγματι πολύ σημαντικοί λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο δεν πρέπει να ενεργεί κατά τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε η πλειοψηφία στην παρούσα υπόθεση. Εξυπακούεται ότι με την παρούσα αποκλίνουσα γνώμη δεν λαμβάνω θέση ως προς την ενδεχόμενη ουσία της αγωγής που μπορεί να είχε ασκήσει ο προσφεύγων αλλά (μέχρι στιγμής) δεν έχει ασκήσει.
  6. Τέλος, άλλος ένας λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να τηρεί τα όρια της δικαιοδοσίας του είναι η ανάγκη για συνέπεια και ισότιμη μεταχείριση των προσφευγόντων ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάθε έτος το Δικαστήριο, συνεδριάζοντας κυρίως με μονομελή σύνθεση, κηρύσσει απαράδεκτες πιθανότατα χιλιάδες προσφυγές για τον λόγο ότι οι προσφεύγοντες δεν εξάντλησαν τα εθνικά ένδικα μέσα, όπως απαιτεί το άρθρο 35 § 1. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ενεργεί το Δικαστήριο με συνεπή τρόπο και να μην παρέχει ειδική μεταχείριση σε οποιονδήποτε συγκεκριμένο προσφεύγοντα.

[1] Ούτε διατύπωσε ο προσφεύγων το παράπονό του ενώπιον του Δικαστηρίου σε τέτοια βάση. Στις παρατηρήσεις του, ο προσφεύγων συνέχισε να επιχειρηματολογεί με βάση την άποψη ότι θα έπρεπε να έχει αναγνωριστεί ως κύριος της επίμαχης έκτασης

[2] Σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου

[3] Οι πρωτότυπες πηγές στις οποίες βασίζομαι είναι στα γερμανικά. Βλέπε Christoph Althammer, “Streitgegenstand und Interesse, Eine zivilprozessuale Studie zum deutschen und europäischen Streitgegenstandsbegriff”, Mohr Siebeck Tübingen 2012, σ. 112-113: „Gemäß Art. 324 hl ZPGB bezieht sich im hellenischen Recht die Rechtskraftwirkung auf das entschiedene subjektive Recht, und zwar insoweit, als es sich um den gleichen Gegenstand und den gleichen tatsächlichen und rechtlichen Grund handelt. Weiter bestimmt Art. 322 hl ZPGB, dass die Rechtskraft die entschiedene Frage nur insoweit erfasst, als das Urteil endgültig über ein durch Klage, Widerklage, Hauptintervention oder Aufrechnungseinrede geltend gemachtes Recht bzw. Rechtsverhältnis entschieden hat.“ Σε υποσημείωση (520), ο συντάκτης προσθέτει: “Die Regelung folgt offensichtlich dem Dispositionsgrundsatz als prozessualem Grundprinzip. Rechtskraftsgegenstand is zwar das entschiedene subjektive Recht, aber nur insoweit es durch prozessualen Antrag einer Partei in den Prozess eingeführt wurde.“ Ομοίως, Κώστα Μπέης “Zur Frage der Rechtskraft in der hellenischen Rechtsordnung”, τμήμα 4 (διαθέσιμο στη διεύθυνση http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=3&mid=1096&mnu=1&id=1293).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες