Με βασανιστήρια ισοδυναμεί η άσκηση βίας από σωφρονιστικούς υπαλλήλους σε κρατουμένους

ΑΠΟΦΑΣΗ

Cirino και Renne κατά Ιταλίας της 26-10-2017 (αριθ. προσφ. 2539/13 και 4705/13)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κακομεταχείριση κρατουμένων από αστυνομικές αρχές. Οι κρατούμενοι παρέμεναν γυμνοί για μέρες μέσα στο κελί, χωρίς κουβέρτες, σεντόνια και στρώματα, δεν υπήρχε νεροχύτης και δεν είχε παράθυρα. Παράλληλα στερήθηκαν νερού και τροφής. Και οι δύο προσφεύγοντες κακοποιούνταν από ομάδες φυλάκων, τόσο τη μέρα όσο και τη νύχτα. Ο κ. Renne βρέθηκε με ένα σπασμένο πλευρό και μώλωπες. Η συμπεριφορά των σωφρονιστικών υπαλλήλων ανέρχεται στο επίπεδο των βασανιστηρίων. Αδυναμία τιμωρίας των υπευθύνων, λόγω της παραγραφής των αδικημάτων και της συστημικής έλλειψης νομικής διάταξης για το αδίκημα των βασανιστηρίων στο ιταλικό δίκαιο. Η επιβολή πειθαρχικών ποινών δεν αντισταθμίζει την ποινική δίωξη των δραστών αφού  η επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων από μόνη της δεν αποτελεί επαρκή απάντηση των αρχών σε ένα τόσο σοβαρό αδίκημα όπως τα βασανιστήρια. Μόνο η ποινική δίωξη είναι ικανή να παράσχει το αναγκαίο προληπτικό αποτέλεσμα. Παραβίαση του άρθρου 3 (βασανιστήρια και διαδικαστική πτυχή).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες στην παρούσα υπόθεση ήταν οι Andrea Cirino και Claudio Renne, Ιταλοί υπήκοοι, γεννημένοι αντίστοιχα το 1978 και το 1975. Ο κ. Cirino ζει στο Τορίνο. Ο κ. Renne κρατούνταν στις φυλακές στο Τορίνο έως το θάνατό του τον Ιανουάριο 2017. Μετά το θάνατό του, η κόρη του συνέχισε τις διαδικασίες. Η υπόθεση αφορά την καταγγελία των προσφευγόντων ότι τον Δεκέμβριο του 2004 υποβλήθηκαν σε κακομεταχείριση από τους αξιωματικούς του σωφρονιστικού ιδρύματος του Asti, όπου και οι δύο κρατούνταν τότε και οι υπεύθυνοι δεν τιμωρήθηκαν κατάλληλα.

Μετά από μια διαμάχη μεταξύ του κ. Cirino και ενός σωφρονιστικού υπαλλήλου στις 10 Δεκεμβρίου 2004, στην οποία ο κ. Renne παρενέβη, οι προσφεύγοντες τοποθετήθηκαν χωριστά σε απομόνωση. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, οι οποίοι επιβεβαιώθηκαν αργότερα από τα πορίσματα των εθνικών δικαστηρίων, τους έβγαλαν τα ρούχα και παρέμειναν γυμνοί για αρκετές ημέρες σε κελιά στα οποία το κρεβάτι δεν είχε στρώμα, σεντόνια ή κουβέρτες, όπου δεν υπήρχε νεροχύτης και δεν είχαν παράθυρα. Μάλιστα στερήθηκαν νερού και τροφής. Και οι δύο προσφεύγοντες κακοποιούνταν από ομάδες φυλάκων, τόσο τη μέρα όσο και τη νύχτα. Στις 16 Δεκεμβρίου 2004 ο κ. Renne εισήχθη στο νοσοκομείο, όπου μετά από εξέταση του βρήκαν ένα σπασμένο πλευρό και μώλωπες.

Το 2011 πέντε αξιωματικοί κατηγορήθηκαν για κακομεταχείριση λόγω κατάχρησης της θέσης τους ως δημόσιοι υπάλληλοι. Οι προσφεύγοντες συμμετείχαν στη δίκη ως πολιτικώς ενάγοντες.

Στην απόφασή του τον Ιανουάριο του 2012, το περιφερειακό δικαστήριο της Asti αποφάνθηκε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία κατέδειξαν ότι τα γεγονότα είχαν όντως συμβεί με τον τρόπο που περιγράφουν οι προσφεύγοντες. Το δικαστήριο θεώρησε δεδομένο ότι ο κ. Cirino είχε υποστεί επαναλαμβανόμενη σωματική βία από τις 10 έως τις 29 Δεκεμβρίου 2004 και ο κ. Renne από τις 10 έως τις 16 Δεκεμβρίου 2004. Επίσης, διαπίστωσε ότι εκείνη τη στιγμή υπήρχε «γενικευμένη πρακτική κακομεταχείρισης» στο Σωφρονιστικό ίδρυμα Asti, η οποία επιβάλλονταν στους κρατούμενους και η οποία θεωρούνταν προβληματική. Αυτό συνέβη, σύμφωνα με το δικαστήριο, σε ένα κλίμα ατιμωρησίας, λόγω της συγκατάθεσης και της ανοχής των εργαζομένων στις φυλακές.

Το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε ότι η συμπεριφορά τεσσάρων υπαλλήλων της φυλακής ισοδυναμούσε με σωματική κακοποίηση. Ωστόσο, δεδομένου ότι το αδίκημα παρεγράφη, κήρυξε την ποινική δίωξη ως απαράδεκτη. Αναφορικά με δύο από αυτούς τους αξιωματικούς, οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για τις περισσότερες ή όλες τις επίδικες πράξεις κατάχρησης, το δικαστήριο θεώρησε ότι οι πράξεις αυτές μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως βασανιστήρια σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Ωστόσο, δεδομένου ότι η Ιταλία δεν είχε ενσωματώσει το αδίκημα των βασανιστηρίων στην εθνική της νομοθεσία, το δικαστήριο απεφάνθη ότι δεν υπήρχε διάταξη σύμφωνα με τον ιταλικό νόμο που θα επέτρεπε να χαρακτηριστεί η εν λόγω συμπεριφορά ως βασανιστήρια και έπρεπε να αναχθεί η εν λόγω συμπεριφορά σε άλλο αδίκημα, δηλαδή στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα που αφορούν την κατάχρηση εξουσίας κατά των κρατουμένων. Εντούτοις, έχει παρέλθει επίσης η προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία παραγραφής για το αδίκημα αυτό.

Οι τέσσερις φυλακισμένοι υποβλήθηκαν σε πειθαρχική δίωξη σε σχέση με την εν λόγω συμπεριφορά.

Ένας από αυτούς απολύθηκε από τη θέση του. Οι άλλοι τρεις αξιωματικοί απολύθηκαν και αργότερα μειώθηκε η ποινή ή αναστάλθηκε προσωρινά.

Οι προσφεύγοντες καταγγέλλουν ότι οι πράξεις βίας και κακομεταχείρισης που υπέστησαν στο σωφρονιστικό ίδρυμα αποτελούσαν βασανιστήρια, κατά παράβαση του άρθρου 3 (απαγόρευση των βασανιστηρίων και των βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης). Επικαλούνται επίσης το άρθρο 3 καταγγέλλοντας ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν στους υπεύθυνους για τις πράξεις κακομεταχείρισης ήταν ανεπαρκείς, υπογραμμίζοντας ότι, η Ιταλία παραλείποντας να ενσωματώσει το αδίκημα των βασανιστηρίων στο εθνικό δίκαιο, δεν είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να αποφευχθεί η κακομεταχείριση που είχαν υποστεί.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ….

Άρθρο 3 (βασανιστήρια)

Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το εθνικό δικαστήριο είχε διαπιστώσει ότι τα επίδικα γεγονότα έγιναν με τον τρόπο που περιγράφουν οι προσφεύγοντες. Το Δικαστήριο δεν είχε βάσιμο λόγο να αμφισβητήσει τα εν λόγω ευρήματα.

Αναφορικά με τη κατηγοριοποίηση της μεταχείρισης που υπέστησαν οι προσφεύγοντες, το Δικαστήριο το θεώρησε ότι μπορούσε να χαρακτηριστεί ως απάνθρωπη μεταχείριση η οποία επέφερε πολύ σοβαρά και σκληρά δεινά. Το δικαστήριο σημείωσε ειδικότερα ότι: οι προσφεύγοντες υποβλήθηκαν σε επανειλημμένη σωματική βία τόσο την ημέρα όσο και τη νύχτα, για πολλές ημέρες. Ότι μια τέτοια μεταχείριση, την οποία υπέστησαν όσο βρίσκονταν υπό την επιμέλεια και τη φροντίδα των φυλακών – και επομένως βρίσκονταν σε ευάλωτη κατάσταση – θα τους προκαλούσε λογικά μεγάλο φόβο, αγωνία, άγχος και ψυχική ταλαιπωρία πέρα ​​από τη σωματική ταλαιπωρία, και ότι η τοποθέτηση σε απομόνωση πρέπει να ενέτεινε το αίσθημα ανικανότητας. Εξάλλου, η σωματική κακοποίηση συσχετίστηκε με σοβαρές υλικές στερήσεις (έλλειψη φαγητού και νερού και κατάλληλων εγκαταστάσεων υγιεινής, κλινοσκεπασμάτων ή θέρμανσης) και οι προσφεύγοντες είχαν υποστεί εξευτελισμό καθώς είχαν αναγκαστεί να παραμείνουν γυμνοί για αρκετές ημέρες.

Αυτή η μεταχείριση ήταν σκόπιμη και πραγματοποιήθηκε με προμελετημένο και οργανωμένο τρόπο. Επιπλέον, τα εγχώρια δικαστήρια είχαν διαπιστώσει ότι η μεταχείριση είχε επιβληθεί στο πλαίσιο ενός ευρύτερου προτύπου κακοποίησης «προβληματικών» κρατουμένων που κρατούνταν στο σωφρονιστικό ίδρυμα του Asti τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Συνεπώς υπήρχε το στοιχείο της τιμωρίας των ενδιαφερόμενων πέρα από εκείνο της κακομεταχείρισης.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κακομεταχείριση που υπέστησαν οι προσφεύγοντες ανέρχονταν σε βασανιστήρια. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης.

Άρθρο 3 (δίωξη και τιμωρία των υπευθύνων)

Κατά την άποψη του Δικαστηρίου το γεγονός ότι τα αδικήματα, για τα οποία οι τέσσερις από τους φυλακισμένους του Σωφρονιστικού ιδρύματος του Asti είχαν διωχθεί, κρίθηκαν εκπρόθεσμα, δεν θα μπορούσε να αποδοθεί σε καθυστερήσεις ή αμέλειες εκ μέρους των εθνικών δικαστικών αρχών. Πράγματι, το εθνικό δικαστήριο είχε υιοθετήσει μια πολύ σταθερή στάση και δεν προσπάθησε να μειώσει την εν λόγω συμπεριφορά. Πραγματοποίησε μεγάλη προσπάθεια με σκοπό να διαπιστωθούν τα πραγματικά περιστατικά και να εντοπιστούν οι υπεύθυνοι σχετικά με τη κακοποίηση που υπέστησαν οι προσφεύγοντες.

Ωστόσο, δεδομένου ότι το εθνικό δικαστήριο είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία η οποία ίσχυε τότε, δεν υπήρχε καμία νομική διάταξη που να τους επιτρέπει να χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη μεταχείριση ως βασανιστήριο, έπρεπε να στραφούν σε άλλες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, ιδίως όσον αφορά την κατάχρηση εξουσίας εναντίον ατόμων που κρατούνταν. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, οι διατάξεις αυτές δεν ήταν ικανές να αντιμετωπίσουν καταλλήλως τις πράξεις βασανιστηρίων που υπέστησαν οι προσφεύγοντες. Το ίδιο το γεγονός, ότι οι διατάξεις υπόκεινται σε νόμιμες προθεσμίες παραγραφής, έρχονταν σε αντίθεση με τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τα βασανιστήρια που επέβαλαν κρατικοί υπάλληλοι.

Κατά συνέπεια, ο πυρήνας του προβλήματος έγκειται σε μια συστημική έλλειψη στο ιταλικό ποινικό δίκαιο, όπως το Δικαστήριο είχε ήδη εντοπίσει σε προηγούμενη υπόθεση. Ως αποτέλεσμα του εν λόγω κενού στο νομικό σύστημα, τα εγχώρια δικαστήρια δεν ήταν καλά εξοπλισμένα για να εξασφαλίσουν ότι μεταχείριση αντίθετη με το άρθρο 3, η οποία διαπράχθηκε από κρατικούς αξιωματούχους, δεν θα παρέμενε ατιμώρητη. Η ποινική νομοθεσία, στην οποία και απευθύνθηκαν, ήταν ανεπαρκής για την τιμωρία των πράξεων βασανιστηρίων που επιβλήθηκαν στους προσφεύγοντες και στερούνταν οποιουδήποτε αποτρεπτικού αποτελέσματος.

Τέλος, το Δικαστήριο έλαβε γνώση της πειθαρχικής διαδικασίας κατά των τεσσάρων αξιωματικών των φυλακών. Το Δικαστήριο  θεωρούσε ωστόσο ότι η επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων από μόνη της δεν αποτελούσε επαρκή απάντηση των αρχών στις πράξεις που παραβιάζουν ένα από τα βασικά δικαιώματα της Σύμβασης. Μόνο η ποινική δίωξη ήταν ικανή να παράσχει το αναγκαίο προληπτικό αποτέλεσμα. Επιπλέον, οι αξιωματικοί δεν είχαν τεθεί σε αργία κατά τη διάρκεια της έρευνας ή της δίκης. Ένα τέτοιο μέτρο ήταν ιδιαίτερης σημασίας σε ένα διορθωτικό πλαίσιο, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα άτομα που θα μπορούσαν να είναι θύματα κακομεταχείρισης από κρατικούς αξιωματούχους, δεν θα αποτρέπονταν από την υποβολή καταγγελιών ή την αναφορά τέτοιου είδους μεταχείριση.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 και στην διαδικαστική πτυχή του.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιταλία όφειλε να καταβάλλει στις κόρες του κ. Cirino και του κ. Renne 80.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 8 000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες(επιμέλεια echrcaselaw.com). 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες